Η συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Μεσόγειο και η πρόσφατη μετακίνηση του αεροπλανοφόρου USS Gerald Ford έχουν ανεβάσει το θερμόμετρο στη Μέση Ανατολή σε ιστορικά υψηλά. Την ίδια στιγμή, το Ιράν προχωρά σε στρατιωτικές ασκήσεις στα Στενά του Ορμούζ, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα αποτροπής. Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη, ο Seyed M. Marandi, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης και πρώην σύμβουλος της ιρανικής διαπραγματευτικής ομάδας για τα πυρηνικά, ξεδιπλώνει την οπτική της Τεχεράνης, αποδομώντας το αμερικανικό αφήγημα και προειδοποιώντας για τις καταστροφικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης σύρραξης.
Το Δόγμα της Άμεσης Απάντησης
Για τον Marandi, η πορεία προς τη σύγκρουση μοιάζει προδιαγεγραμμένη, υποκινούμενη από την επιθυμία των ΗΠΑ και αυτού που ονομάζει «τάξη του Έπσταϊν» να εξυπηρετήσουν το όραμα του «Μεγάλου Ισραήλ». Το Ιράν και οι σύμμαχοί του στον Άξονα της Αντίστασης (Χεζμπολάχ, Ανσαρουλάχ, παλαιστινιακή αντίσταση) αποτελούν το μοναδικό ουσιαστικό εμπόδιο σε αυτό το σχέδιο.
Αν η Ουάσιγκτον επιλέξει τον δρόμο της ανοιχτής στρατιωτικής επίθεσης, το Ιράν θα το αντιληφθεί ως υπαρξιακή απειλή. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ δεν θα αποτελέσει το «ύστατο καταφύγιο», αλλά την άμεση και πρώτη αντίδραση. Η Τεχεράνη έχει καταστήσει σαφές ότι τα μικρά αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου, τα οποία φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις, συνιστούν νόμιμους στόχους εάν οι βάσεις αυτές χρησιμοποιηθούν εναντίον της. Τα χιλιάδες drones και οι πύραυλοι μικρού και μεσαίου βεληνεκούς μπορούν να πλήξουν λιμάνια, διυλιστήρια, πλατφόρμες άντλησης και πετροχημικές εγκαταστάσεις, προκαλώντας ζημιές που θα απαιτούσαν χρόνια για να αποκατασταθούν.
Η Ψευδαίσθηση της Αμερικανικής Νίκης
Ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της ανάλυσης του Ιρανού καθηγητή είναι η πεποίθηση πως οι ΗΠΑ δεν μπορούν πρακτικά να κερδίσουν αυτόν τον πόλεμο. Χωρίς μια χερσαία εισβολή άνω του ενάμιση εκατομμυρίου στρατιωτών –ένα σενάριο ανέφικτο που θα διέλυε την αμερικανική οικονομία– η ανατροπή του καθεστώτος (regime change) παραμένει άπιαστο όνειρο.
Οι βομβαρδισμοί, όσο καταστροφικοί κι αν είναι, δεν αρκούν. Αντιθέτως, η άμεση συνέπεια μιας σύρραξης θα είναι η εκτόξευση των τιμών της ενέργειας, η οποία θα γονατίσει την παγκόσμια οικονομία. Ο Marandi υπογραμμίζει πως οι Αμερικανοί πολίτες, όταν δουν τα εργοστάσια να κλείνουν και τις δουλειές τους να χάνονται, θα στραφούν άμεσα εναντίον της αμερικανικής ηγεσίας που προκάλεσε την κρίση.
Παράλληλα, τα φιλοαμερικανικά καθεστώτα της περιοχής, τα οποία περιγράφονται ως «οικογενειακές δικτατορίες» δίχως ισχυρό λαϊκό έρεισμα, κινδυνεύουν με άμεση κατάρρευση. Ένας περιφερειακός πόλεμος θα μπορούσε κυριολεκτικά να ξαναγράψει τον χάρτη της Μέσης Ανατολής, εις βάρος των αμερικανικών συμφερόντων.
Ο Εσωτερικός Πόλεμος και η «Τάξη του Έπσταϊν»
Απαντώντας στο δυτικό αφήγημα περί αυταρχικής καταστολής στο Ιράν, ο Marandi απορρίπτει κατηγορηματικά τον όρο «ειρηνικοί διαδηλωτές» για τα πρόσφατα γεγονότα στο εσωτερικό της χώρας. Κάνει λόγο για μια ένοπλη εξέγερση, ένα «ημι-πραξικόπημα» ενορχηστρωμένο και εξοπλισμένο από δυτικές μυστικές υπηρεσίες και το Ισραήλ, με στόχο την αποσταθεροποίηση.
Ασκεί δριμεία κριτική στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, κατηγορώντας τα ότι λειτουργούν ως όργανα προπαγάνδας της διεφθαρμένης δυτικής ελίτ (την οποία συχνά αποκαλεί «τάξη του Έπσταϊν»). Υποστηρίζει ότι τα ίδια μέσα που αγνοούν εσκεμμένα τις σφαγές αμάχων στη Γάζα ή τις συνέπειες του οικονομικού στραγγαλισμού στην Κούβα, δαιμονοποιούν το Ιράν για να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη για πόλεμο.
Η Διπλωματία ως Εργαλείο Αποκάλυψης
Γιατί όμως το Ιράν συνεχίζει να διαπραγματεύεται με τις ΗΠΑ (έστω και έμμεσα, μέσω Ομάν) αν θεωρεί τον πόλεμο πιθανό και τις αμερικανικές προθέσεις δόλιες; Η απάντηση είναι βαθιά στρατηγική. Το Ιράν χρησιμοποιεί τις διαπραγματεύσεις για να αποδείξει στη διεθνή κοινότητα ποιος είναι ο πραγματικός επιτιθέμενος.
Η Τεχεράνη δεν τρέφει αυταπάτες. Γνωρίζει την τακτική της Ουάσιγκτον να «αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού» (moving the goalposts) κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, απαιτώντας τον αφοπλισμό του Ιράν και την εγκατάλειψη των περιφερειακών του συμμάχων. Ωστόσο, παραμένοντας στο τραπέζι του διαλόγου, το Ιράν αφαιρεί από τη Δύση το επιχείρημα ότι «αν το Ιράν συζητούσε, ο πόλεμος θα είχε αποφευχθεί». Αν υπάρξει σύγκρουση και ακολουθήσει παγκόσμια οικονομική ύφεση, η Τεχεράνη θέλει η ευθύνη να βαρύνει αποκλειστικά τον Λευκό Οίκο.
Το Δίλημμα του Προληπτικού Χτυπήματος
Ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα είναι αν το Ιράν θα εξέταζε ένα προληπτικό χτύπημα, δεδομένης της τεράστιας συγκέντρωσης αμερικανικών δυνάμεων γύρω του. Ο Marandi είναι σαφής: βάσει των θρησκευτικών και ηθικών του αρχών, το Ιράν δεν θα ξεκινήσει ποτέ έναν πόλεμο απρόκλητα. Είναι η ίδια φιλοσοφία που το απέτρεψε ιστορικά από την ανάπτυξη χημικών ή πυρηνικών όπλων.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα περιμένει μοιρολατρικά να δεχθεί το πρώτο συντριπτικό πλήγμα. Εάν οι ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών βεβαιωθούν ότι μια αμερικανική επίθεση είναι άμεση και αναπόφευκτη, οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις θα χτυπήσουν πριν τα αμερικανικά μαχητικά προλάβουν να φτάσουν στους στόχους τους. Αυτή η λεπτή γραμμή δημιουργεί έναν τεράστιο κίνδυνο: μια απλή παρεξήγηση ή μια άστοχη αμερικανική πρόκληση στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να πυροδοτήσει άθελά της την ιρανική απάντηση, βάζοντας φωτιά σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Σύμφων με τον Seyed M. Marandi το Ιράν δεν επιθυμεί τον πόλεμο. Αν όμως επιβληθεί, το κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, στρατιωτικό και οικονομικό, θα είναι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι μπορούν να αντέξουν, επιταχύνοντας, σύμφωνα με τον Marandi, την τελική κατάρρευση της αμερικανικής ηγεμονίας.

