Η εμμονή Τραμπ με τους δασμούς συνθλίβεται στον τοίχο της πραγματικότητας και τινάζει στον αέρα τις ελπίδες του για νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές

Η εμμονή Τραμπ με τους δασμούς συνθλίβεται στον τοίχο της πραγματικότητας και τινάζει στον αέρα τις ελπίδες του για νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές

Υπάρχει ένα παλιό ρητό που λέει πως αν έχεις μόνο ένα σφυρί, αρχίζεις να βλέπεις κάθε πρόβλημα σαν καρφί. Στην περίπτωση της σημερινής αμερικανικής διοίκησης, το «σφυρί» αυτό ήταν η λέξη «δασμοί». Μια μαγική λέξη που υποτίθεται ότι θα έλυνε το εμπορικό έλλειμμα, θα αναγεννούσε την εγχώρια βιομηχανία και θα γέμιζε τα κρατικά ταμεία. Όμως, η πραγματικότητα της παγκόσμιας οικονομίας δεν υπακούει σε προεκλογικά συνθήματα. Η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήρθε να γκρεμίσει το αφήγημα των δασμών, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τις βαθιές ρωγμές που έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σε κάθε πτυχή της αμερικανικής οικονομίας.

σχετικά άρθρα

Αυτή δεν ήταν απλώς μια κακή εβδομάδα για τον Λευκό Οίκο. Ήταν η εβδομάδα που οι συνέπειες των πολιτικών επιλογών άρχισαν να αποτυπώνονται στους αριθμούς.

Αν η αμερικανική οικονομία ήταν μια τεράστια, καλοκουρδισμένη κληρονομιά, η σημερινή της διαχείριση θυμίζει έντονα την ιστορία του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ. Μια ανεξάρτητη ανάλυση πριν από μερικά χρόνια είχε δείξει πως, αν απλώς είχε επενδύσει την πατρική του κληρονομιά στον S&P 500 και δεν είχε κηρύξει πτώχευση 11 φορές, σήμερα θα ήταν απείρως πλουσιότερος. Το ίδιο ακριβώς μοτίβο φαίνεται να εφαρμόζεται τώρα σε μακροοικονομικό επίπεδο. Αν η κυβέρνηση είχε απλώς αφήσει την υπάρχουσα πορεία της οικονομίας να εξελιχθεί, οι δείκτες θα ήταν σαφώς καλύτεροι.

Αντίθετα, παρακολουθούμε μια αλυσίδα παρεμβάσεων που προκαλούν κραδασμούς. Μέσα σε μία μόλις εβδομάδα, δημοσιοποιήθηκαν πέντε κρίσιμα σύνολα δεδομένων που, αν συνδυαστούν, σκιαγραφούν μια άκρως ανησυχητική εικόνα για την αμερικανική –και κατ’ επέκταση την παγκόσμια– οικονομία.

Το Βατερλώ των Δασμών και ο “Ελέφαντας στο Δωμάτιο”

Ο πυρήνας της νέας οικονομικής στρατηγικής βασίστηκε σε μια λέξη: Δασμοί. Η κυβέρνηση επικαλέστηκε τον νόμο IEEPA (International Emergency Economic Powers Act) –ένα εργαλείο σχεδιασμένο για το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων δικτατόρων και την επιβολή στοχευμένων κυρώσεων– για να επιβάλει οριζόντιους δασμούς σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, ωστόσο, τράβηξε το χειρόφρενο. Με βάση το δόγμα των “σημαντικών ζητημάτων” (major questions doctrine), η πλειοψηφία έκρινε ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να αναδιαμορφώσει ολόκληρη την εμπορική αρχιτεκτονική της χώρας επικαλούμενος αόριστα μια εθνική ανάγκη, παρακάμπτοντας το Κογκρέσο.

Η κυβέρνηση έχει ήδη διαμηνύσει ότι θα επιστρέψει, επιβάλλοντας δασμούς χώρα-χώρα, με μια πιο αργή και γραφειοκρατική διαδικασία. Όμως, το μεγάλο πρόβλημα, ο “ελέφαντας στο δωμάτιο”, είναι άλλο: Αν οι αρχικοί δασμοί κρίθηκαν νομικά αβάσιμοι, αυτό σημαίνει ότι τα ποσά που ήδη εισπράχθηκαν είναι μετέωρα. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κυβέρνηση ίσως βρεθεί αντιμέτωπη με απαιτήσεις επιστροφής φόρων ύψους 100 έως 175 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Το αφήγημα ήταν ότι οι δασμοί θα γέμιζαν τα κρατικά ταμεία για να καλύψουν τη “μαύρη τρύπα” από τις φοροελαφρύνσεις των εταιρειών και των υψηλών εισοδημάτων. Τώρα, όχι μόνο κινδυνεύει η ροή εσόδων, αλλά το χρέος μπορεί να διογκωθεί ραγδαία. Και το πιο κυνικό; Το κόστος αυτών των δασμών πέρασε ήδη στους καταναλωτές μέσω της ακρίβειας. Αν οι εταιρείες πάρουν πίσω τα χρήματά τους, τα οφέλη θα πάνε στους μετόχους, όχι στους πολίτες που πλήρωσαν το μάρμαρο στο ράφι.

Ο Πληθωρισμός (PCE) και η Αγορά Εργασίας στο Φάσμα του 2003

Περνώντας στον δείκτη PCE (Personal Consumption Expenditures) –τον δείκτη που παρακολουθεί στενά η Federal Reserve για τη νομισματική πολιτική– τα νέα του Δεκεμβρίου επιβεβαιώνουν την επιστροφή της πίεσης. Με το εμπορικό έλλειμμα αγαθών να αγγίζει τα 99 δισεκατομμύρια, ο πληθωρισμός πλέον κινείται υψηλότερα από τα επίπεδα που βρισκόταν πριν τη νέα διακυβέρνηση. Οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και ο εμπορικός πόλεμος ανέκοψαν την πορεία προς τον στόχο του 2% της Fed.

Την ίδια στιγμή, η αγορά εργασίας ασθμαίνει. Οι αρχικές αιτήσεις ανεργίας κόλλησαν πάνω από τις 200.000, ενώ η οικονομία δεν μπορεί να προσθέσει πάνω από 50.000 νέες θέσεις εργασίας τον μήνα. Οι αναθεωρήσεις έδειξαν ότι η χρονιά που πέρασε ήταν η πιο αργή για τη δημιουργία θέσεων εργασίας από το 2003.

Η αιτία είναι ξεκάθαρη στους οικονομολόγους: Οι μαζικές απελάσεις στραγγαλίζουν την οικονομική ανάπτυξη. Η αφαίρεση εργατικού δυναμικού από κρίσιμους τομείς όπως η γεωργία, οι κατασκευές και η εστίαση δεν φέρνει ανάπτυξη, αλλά ακρίβεια και παράλυση. Η βιομηχανία, αντίθετα, δεν ανασταίνεται με δασμούς, αλλά με στοχευμένες, μακροχρόνιες κρατικές επενδύσεις – προγράμματα τα οποία η τωρινή διοίκηση φρόντισε να αποξηλώσει.

Η Ψευδαίσθηση του ΑΕΠ: Η “Περίθαλψη Πανικού” και τα Data Centers

Το πρωτοσέλιδο νούμερο της ανάπτυξης του ΑΕΠ για το τέταρτο τρίμηνο στάθηκε στο ισχνό 1,4%. Αλλά το τι κρύβεται μέσα σε αυτό το νούμερο είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικό. Η ανάπτυξη οδηγήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις υπηρεσίες υγείας. Οι Αμερικανοί έσπευσαν να κάνουν χρήση των ιατρικών τους παροχών πριν καταργηθούν οι επιδοτήσεις λόγω των απειλών στο πρόγραμμα ACA (Obamacare). Δεν μιλάμε για υγιή ανάπτυξη, αλλά για ένα “ΑΕΠ περίθαλψης πανικού”.

Παράλληλα, καταγράφηκε μια τεράστια εισροή κεφαλαίων στις υποδομές AI και τα Data Centers. Τα κεφάλαια είναι υπαρκτά, αλλά ο αντίκτυπος στον μέσο εργαζόμενο είναι μηδαμινός. Πρόκειται για εγκαταστάσεις υψηλής αυτοματοποίησης που προσφέρουν ελάχιστες θέσεις εργασίας, καταναλώνουν τεράστια ποσά ενέργειας (αυξάνοντας τους λογαριασμούς ρεύματος) και απειλούν να αυτοματοποιήσουν τις θέσεις εργασίας που ήδη υπάρχουν.

Στα “Υδραυλικά” του Συστήματος: Repo Market και Tick Data

Για να κατανοήσουμε τον πραγματικό κίνδυνο, πρέπει να κοιτάξουμε στα έγκατα της Wall Street. Στα μέσα Φεβρουαρίου, οι τράπεζες αναγκάστηκαν να αντλήσουν 30 δισεκατομμύρια δολάρια από το Standing Repo Facility (SRF) της Fed σε μια τυχαία Τρίτη. Το SRF είναι η δικλείδα ασφαλείας του συστήματος. Όταν χρησιμοποιείται, σημαίνει ότι το χρήμα στη διατραπεζική αγορά έχει γίνει πολύ ακριβό ή ότι κάποιες εταιρείες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας – πιθανότατα εξαιτίας της ανεξέλεγκτης αγοράς ιδιωτικού χρέους (private credit). Το σύστημα δείχνει σημάδια στρες.

Και το τελειωτικό χτύπημα έρχεται από τα Tick Data, δηλαδή την καταγραφή των ροών κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ. Οι ξένοι επενδυτές (ιδιώτες και Κεντρικές Τράπεζες) αγοράζουν αμερικανικές μετοχές, αλλά ξεφορτώνονται το αμερικανικό κρατικό χρέος (Treasuries). Πουλάνε ομόλογα δισεκατομμυρίων.

Καθώς η αμερικανική κυβέρνηση ετοιμάζεται να δει τα ελλείμματά της να εκτοξεύονται από τις επιστροφές δασμών και τις φοροαπαλλαγές, πρέπει να πουλήσει νέο χρέος. Αν οι ξένοι δεν αγοράζουν, οι ΗΠΑ θα πρέπει να προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού της χώρας, το οποίο είναι ήδη η ταχύτερα αυξανόμενη δαπάνη στον προϋπολογισμό.

Στο τέλος της ημέρας, η διάγνωση είναι αμείλικτη: Η κατεδάφιση της παγκόσμιας εμπορικής αρχιτεκτονικής, η στοχοποίηση του εργατικού δυναμικού και η αποσάθρωση της βιομηχανικής πολιτικής, όλα μαζί, αποδεικνύονται μια συνταγή οικονομικής δολιοφθοράς. Το τίμημα, αυτή τη φορά, δεν θα το πληρώσουν οι πιστωτές μιας πτωχευμένης επιχείρησης, αλλά η ίδια η κοινωνία.