Εδώ και καιρό, η στάση της Σαουδικής Αραβίας στον εν εξελίξει πόλεμο με το Ιράν θύμιζε μια παρτίδα σκάκι σε κινούμενη άμμο. Δημόσια, το Ριάντ φορούσε τον μανδύα του ειρηνοποιού, καλώντας σε αυτοσυγκράτηση. Στο παρασκήνιο, όμως, οι φήμες οργίαζαν: λεγόταν ότι ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν (MBS) πίεζε τον Τραμπ να «τελειώνει τη δουλειά» με την Τεχεράνη. Όλοι περίμεναν την επίσημη κήρυξη πολέμου από το Βασίλειο. Αυτή η ανακοίνωση δεν ήρθε ποτέ. Αντιθέτως, ήρθε η ρήξη.
Την περασμένη Τετάρτη, η είδηση έπεσε σαν βόμβα: Οι Σαουδάραβες, εξοργισμένοι από τη χαοτική πολιτική του Τραμπ, αρνήθηκαν στις ΗΠΑ την πρόσβαση στον εναέριο χώρο τους. Η κίνηση αυτή δεν είναι απλώς μια διπλωματική ψυχρότητα· είναι ένας γεωπολιτικός σεισμός που τινάζει στον αέρα το Project Freedom, το σχέδιο της Ουάσιγκτον για τη συνοδεία εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ, το οποίο βασιζόταν εξ ολοκλήρου στη σαουδαραβική εναέρια υποστήριξη.
Η στρατηγική προτεραιότητα της σταθερότητας
Γιατί όμως το Ριάντ, ο παραδοσιακός σύμμαχος των ΗΠΑ και ορκισμένος εχθρός του Ιράν, έκανε πίσω; Η απάντηση κρύβεται σε τέσσερις πυλώνες. Πρώτον, η Σαουδική Αραβία ιεραρχεί τη σταθερότητα πάνω από όλα. Το Βασίλειο γνωρίζει καλά ότι αν η περιφερειακή αστάθεια βγει εκτός ελέγχου, η ευημερία που οικοδομήθηκε στον Κόλπο τα τελευταία είκοσι χρόνια θα καταρρεύσει.
Αυτή η ανάγκη για ηρεμία εξηγεί και την τρέχουσα οργή του Ριάντ προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), τα οποία στηρίζουν αυτονομιστικές ομάδες σε Σουδάν και Υεμένη. Για τους Σαουδάραβες, οποιαδήποτε στρατιωτική δράση στο Ιράν χωρίς σαφείς στρατηγικούς στόχους αποτελεί συνταγή καταστροφής. Δεν έχουν καμία διάθεση να δουν την περιοχή τους να μετατρέπεται σε ένα απέραντο πεδίο μάχης για χάρη των αμερικανικών πειραματισμών.

Το οικονομικό κόστος και τα αντίποινα
Ο δεύτερος λόγος είναι καθαρά πρακτικός: το κόστος. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ στραγγαλίζει τις εξαγωγές πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας σε μια στιγμή που το Βασίλειο χρειάζεται κάθε διαθέσιμο δολάριο για τα φιλόδοξα εσωτερικά του έργα. Επιπλέον, το Ριάντ ένιωσε στο «πετσί» του τα ιρανικά αντίποινα, με χτυπήματα σε στόχους εντός της επικράτειάς του.
Είναι εύκολο να ζητάς κλιμάκωση από την ασφάλεια του Οβάλ Γραφείου, αλλά είναι εντελώς διαφορετικό να βλέπεις τις υποδομές σου να γίνονται στόχος drones. Οι Σαουδάραβες κατάλαβαν ότι σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, εκείνοι θα σήκωναν το μεγαλύτερο βάρος των συνεπειών, ενώ ο Τραμπ θα διαχειριζόταν την επικοινωνιακή εικόνα στην Ουάσιγκτον.
Η σκιά του Νετανιάχου και η ισραηλινή ατζέντα
Ο τρίτος, και ίσως πιο ακανθώδης λόγος, είναι η πεποίθηση ότι ο πόλεμος αυτός δεν εξυπηρετεί αμερικανικά ή σαουδαραβικά συμφέροντα, αλλά την ατζέντα του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός φέρεται να έπεισε τον Τραμπ ότι η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη θα ήταν μια εύκολη υπόθεση, υποτιμώντας προκλητικά τις ικανότητες του Ιράν.
Το Ριάντ υποψιάζεται ότι το Ισραήλ επιδιώκει τη μετατροπή του Ιράν σε ένα «αποτυχημένο κράτος» (failed state). Ενώ για την Ιερουσαλήμ αυτό μπορεί να φαντάζει ως λύση στο πυρηνικό πρόβλημα, για τη Σαουδική Αραβία ένα χαοτικό Ιράν στα σύνορά της αποτελεί τον απόλυτο εφιάλτη. Η κατάρρευση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας – Ισραήλ μετά την επίθεση στη Γάζα έκανε αυτές τις υποψίες ακόμα πιο έντονες.
Η προσέγγιση με την Τεχεράνη και το ρήγμα με τα ΗΑΕ
Τέταρτον, παρατηρούμε μια ιστορική ειρωνεία: όσο χειροτερεύουν οι σχέσεις με τις ΗΠΑ, τόσο φαίνεται να εξομαλύνονται – έστω και επιφανειακά – οι σχέσεις με το Ιράν. Με τη μεσολάβηση της Κίνας, το Ριάντ και η Τεχεράνη ξεκίνησαν μια διαδικασία εξομάλυνσης που κράτησε ακόμα και μέσα στο 2024. Μάλιστα, ο Ιρανός πρόεδρος πρότεινε πρόσφατα μια «Ισλαμική Συμμαχία» για την ανάσχεση του Ισραήλ.
Είναι εντυπωσιακό ότι οι ιρανικές επιθέσεις εναντίον της Σαουδικής Αραβίας έχουν ατονήσει, με την Τεχεράνη να εστιάζει πλέον στα ΗΑΕ. Αυτή η τακτική εκμεταλλεύεται το αυξανόμενο ρήγμα μεταξύ Σαουδάραβων και Εμιρατινών, που οδήγησε μέχρι και στην αποχώρηση των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ. Η Σαουδική Αραβία δεν θέλει να θυσιαστεί σε έναν πόλεμο που φαίνεται να εξυπηρετεί όλους τους άλλους εκτός από την ίδια.

Το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της συμμαχίας;
Η κρίση αυτή μπορεί κάλλιστα να είναι η οριστική πράξη μιας ιστορικής συμμαχίας που πλέον δεν έχει στέρεες βάσεις. Οι ΗΠΑ δεν εξαρτώνται πια από το σαουδαραβικό πετρέλαιο, όντας οι ίδιες κορυφαίος παραγωγός, ενώ το Ριάντ δεν ανακυκλώνει πλέον τα «πετροδολάρια» του στο αμερικανικό χρέος με τον ίδιο ρυθμό.
Η προσωπική χημεία του Τραμπ με τον MBS κράτησε τη σχέση ζωντανή τεχνητά. Όμως, τώρα που ο ίδιος ο πρίγκιπας διάδοχος δείχνει να αποστρέφεται τις αμερικανικές μεθοδεύσεις, το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο. Η Ουάσιγκτον θέλει να στρέψει το βλέμμα της στην Ασία και την Κίνα, και το Ριάντ φαίνεται έτοιμο να χαράξει τη δική του, ανεξάρτητη πορεία, μακριά από την κηδεμονία της Δύσης.
Η Εσωτερική Λογική: Σταθερότητα vs. Κλιμάκωση
Για να κατανοήσουμε τη στροφή του Ριάντ, πρέπει να βουτήξουμε βαθιά στην ψυχολογία και τη στρατηγική του Βασιλείου, η οποία συχνά παρερμηνεύεται από τη Δύση. Η Σαουδική Αραβία, παρά τη σκληρή ρητορική της κατά του Ιράν, δεν είναι μια χώρα που επιδιώκει τον πόλεμο για τον πόλεμο. Αντιθέτως, ο πρώτος και structural λόγος για τον σκεπτικισμό της, όπως τονίζουν οι αναλυτές, είναι η απόλυτη προτεραιότητα που δίνει στην εσωτερική σταθερότητα.
Η ηγεσία του Βασιλείου, με επικεφαλής τον MBS, γνωρίζει καλά ότι ο Κόλπος έχει βιώσει μια πρωτοφανή περίοδο ευημερίας και ανάπτυξης τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτή η ευημερία, όμως, είναι εύθραυστη και βασίζεται στην ηρεμία. Ένας ολοκληρωτικός, ανοιχτός πόλεμος με το Ιράν, χωρίς σαφείς στρατηγικούς στόχους, χωρίς ένα ξεκάθαρο «End Game» – κάτι που η κυβέρνηση Τραμπ απέτυχε παταγωδώς να παρουσιάσει – αποτελεί τον απόλυτο εφιάλτη. Η Σαουδική Αραβία δεν έχει καμία διάθεση να δει τις υποδομές της, τα φιλόδοξα έργα του «Vision 2030» και την καθημερινότητα των πολιτών της να γίνονται «παράπλευρες απώλειες» σε έναν περιφερειακό πόλεμο που μπορεί να κρατήσει χρόνια.
Αυτή η ανάγκη για σταθερότητα εξηγεί και την έντονη δυσαρέσκεια του Ριάντ προς άλλους περιφερειακούς παίκτες, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ). Τα Εμιράτα, με μια πιο επιθετική και συχνά αποσταθεροποιητική εξωτερική πολιτική, έχουν στηρίξει αυτονομιστικές ομάδες στη Σουδάν, την Υεμένη και τη Σομαλία. Για τους Σαουδάραβες, αυτή η στάση είναι επικίνδυνη, καθώς «ανοίγει πληγές» που μετά είναι δύσκολο να κλείσουν. Αν η Ουάσιγκτον επιθυμούσε τη στήριξη του Ριάντ για το Ιράν, θα έπρεπε πρώτα να διασφαλίσει ότι δεν θα «καεί» ολόκληρη η περιοχή. Εφόσον ο Τραμπ δεν μπορούσε να το εγγυηθεί, η Σαουδική Αραβία επέλεξε να τραβήξει τη δική της, κόκκινη γραμμή.
