Ο Κοσιούκ αλλάζει την αγορά κοτόπουλου – Πώς επηρεάζει το deal με Νιτσιάκο, Πίνδο, Αμβροσιάδη και Αγγελάκη
Η είσοδος του Ουκρανού δισεκατομμυριούχου Γιούρι Κοσιούκ στην ελληνική αγορά κοτόπουλου, μέσω της εξαγοράς της εταιρείας Νιτσιάκος, σηματοδοτεί μια ριζική αλλαγή στην ελληνική βιομηχανία που διαχειρίζεται περίπου 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε έναν τομέα με υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, οι μεγάλοι παίκτες περιλαμβάνουν τις ΑΠΣΙ Πίνδος, Αμβροσιάδης και Αγγελάκης, οι οποίες, με τη σειρά τους, προχωρούν σε στρατηγικές επενδύσεις για να ανταγωνιστούν τη νέα κατάσταση.
Η αγορά κοτόπουλου στην Ελλάδα, αν και κυρίως προσανατολισμένη στις εγχώριες πωλήσεις, παρουσιάζει σταθερές προοπτικές για αύξηση των εξαγωγών. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην εισροή ξένου κεφαλαίου και στις επενδύσεις που γίνονται από οργανισμούς όπως η MHP, η οποία υποστηρίζει τον Όμιλο Νιτσιάκος με ρευστότητα και τεχνογνωσία. Αυτή η νέα δυναμική καταδεικνύει την αναγκαία μεταμόρφωση στον τομέα και την πίεση που θα υποστεί η ανταγωνιστική αγορά.
Η αντίδραση των άλλων παικτών στην αγορά κοτόπουλου
Η ΑΠΣΙ Πίνδος, ο κορυφαίος παραγωγός της χώρας, έχει ήδη ανακοινώσει ένα φιλόδοξο επενδυτικό σχέδιο ύψους 70 εκατομμυρίων ευρώ μέχρι το 2030. Το σχέδιο περιλαμβάνει την ανάπτυξη ενός νέου εκκολαπτηρίου και την επέκταση της παραγωγής με νέα μονάδα έτοιμων ψημένων προϊόντων. Παράλληλα, η εταιρεία προγραμματίζει ψηφιακό μετασχηματισμό, προκειμένου να ενισχύσει την αποδοτικότητα και την ανταγωνιστικότητά της.
Από την άλλη πλευρά, η Αμβροσιάδης έχει επίσης προχωρήσει σε επιθετικό επενδυτικό σχέδιο 105 εκατομμυρίων ευρώ, στοχεύοντας σε νέες ιδιόκτητες φάρμες και αυτοματοποιημένα σφαγεία. Αυτή η στρατηγική επικεντρώνεται στην αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας, προσπαθώντας να καλύψει τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση των σούπερ μάρκετ.
Τέλος, η Αγγελάκης προσανατολίζεται σε πιο premium προϊόντα, όπως το Ελαιοπουλάκι, το οποίο απευθύνεται σε καταναλωτές με υψηλότερη αγοραστική δύναμη και συνδυάζει καινοτόμες μεθόδους εκτροφής με υψηλής ποιότητας πρώτες ύλες.
Η δομή της αγοράς και οι προοπτικές εξαγωγών
Η ελληνική παραγωγή κοτόπουλου ανέρχεται σε περίπου 270.000 τόνους, με κατανάλωση που κυμαίνεται από 27 έως 30 κιλά ανά άτομο ετησίως. Οι μεγαλύτεροι παίκτες στην αγορά είναι η Πίνδος και η Νιτσιάκος, οι οποίες ελέγχουν πάνω από 30% της αγοράς, με τζίρους πάνω από 400 και 570 εκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα.
Η Νιτσιάκος, εκτός από κοτόπουλο, έχει επενδύσει και σε άλλους τύπους κρέατος, όπως γαλοπούλα και μοσχάρι, επενδύοντας σταδιακά στην εξαγωγική της δραστηριότητα. Στην αγορά εκτός Ελλάδας, η Αμβροσιάδης και η Αγγελάκης βρίσκονται σε αναπτυξιακή τροχιά, με την Αγγελάκης να εξάγει σε πάνω από 10 χώρες, περιλαμβανομένων των Ηονγκ Κονγκ και της Σαουδικής Αραβίας.
Προκλήσεις στην αγορά κοτόπουλου
Παρά τις θετικές προοπτικές, η αγορά κοτόπουλου στην Ελλάδα αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Το υψηλό κόστος ενέργειας και ζωοτροφών πιέζει τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών, τα οποία κυμαίνονται γύρω από το 8%. Ωστόσο, η προσαρμογή στις νέες καταναλωτικές τάσεις και η ανάπτυξη προϊόντων όπως τα έτοιμα γεύματα θα επιτρέψουν την ανάπτυξη νέων γραμμών παραγωγής και τη βελτίωση της κερδοφορίας.
Η στρατηγική του Γιούρι Κοσιούκ
Ο Γιούρι Κοσιούκ επικεντρώνεται στην αναβάθμιση και εξάπλωση των δραστηριοτήτων του στην Ευρώπη. Είναι στο σχέδιό του η μετατροπή των τοπικών εταιρειών σε περιφερειακά κέντρα και η καθιέρωση ενός ισχυρού σημάδι σε κερδοφόρες αγορές όπως η Μέση Ανατολή. Αυτό του επιτρέπει να αποφεύγει τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε ασταθή γεωπολιτικά περιβάλλοντα όπως η Ουκρανία και να επιτύχει πρόσβαση σε μεγάλες αγορές της Δυτικής Ευρώπης.
Με την απόκτηση 3,6 εκατομμυρίων στρεμμάτων και την ασφάλιση ενός ευρύτερου δικτύου διανομής, ο Κοσιούκ είναι έτοιμος να ενισχύσει τις υφιστάμενες υποδομές, μετασχηματίζοντας τη Νιτσιάκος και άλλες μονάδες παραγωγής για την παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντων.
Συνοπτικά, η είσοδος του Γιούρι Κοσιούκ στην αγορά κοτόπουλου έχει ήδη προκαλέσει σημαντικές εξελίξεις και θα συνεχίσει να επηρεάζει τη βιομηχανία, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες και προκλήσεις για τις εγχώριες εταιρείες.