Η απορρύθμιση των θεσμών, οι αγορές και το εκρηκτικό μίγμα σε ΗΠΑ και Βραζιλία
Πώς οι εκλογές στη Βραζιλία, η στασιμότητα της αμερικανικής αγοράς εργασίας και η αλλαγή κανόνων στην επιτροπή κεφαλαιαγοράς διαμορφώνουν ένα νέο, ασταθές οικονομικό τοπίο.
Η παγκόσμια οικονομία και οι αγορές βρίσκονται σε μια κρίσιμη καμπή, καθώς βαθιές πολιτικές και θεσμικές ανατροπές επαναπροσδιορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού σε διεθνές επίπεδο. Από τη μία πλευρά, το εκλογικό σκηνικό στη Βραζιλία δημιουργεί μια επίφαση ευφορίας στις τοπικές αγορές, ενώ από την άλλη, στις ΗΠΑ, η αγορά εργασίας εκπέμπει ιδιαίτερα ανησυχητικά μηνύματα. Παράλληλα, η αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) προχωρά σε πρωτοφανείς θεσμικές απορρυθμίσεις, διαμορφώνοντας ένα τοπίο που ήδη εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι εκλογές στη Βραζιλία και η ψευδαίσθηση των αγορών
Η πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση στη Βραζιλία δεν περιορίστηκε σε μια απλή προεδρική κούρσα, αλλά εξελίχθηκε σε μια τριπλή μάχη για την προεδρία, το Κογκρέσο και τους κυβερνήτες των πολιτειών. Ως άμεση αντίδραση, το Χρηματιστήριο του Σάο Πάολο (Bovespa) κατέγραψε άλμα έως και 9%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη ενδοσυνεδριακή άνοδο από τον Απρίλιο του 2020. Παράλληλα, το εθνικό νόμισμα, το ρεάλ, ενισχύθηκε σημαντικά έναντι του δολαρίου.

Η αιτία αυτής της αγοραίας ευφορίας κρύβεται στις πολιτικές επιδόσεις της άκρας δεξιάς. Το Φιλελεύθερο Κόμμα (PL) κατήγαγε μια ιστορική νίκη, εκλέγοντας 121 βουλευτές στην κάτω βουλή – τον υψηλότερο αριθμό στη δημοκρατική ιστορία της χώρας – και εξασφαλίζοντας τον έλεγχο σε νευραλγικές πολιτείες. Οι αγορές αντιδρούν με ενθουσιασμό στην προοπτική μιας απορρυθμισμένης οικονομίας, με τους επενδυτές να στοχεύουν στην εισροή που φέρνει το φρέσκο χρήμα, ελκυόμενοι από τη ρητορική περί ελεύθερης αγοράς και συρρίκνωσης του κρατικού παρεμβατισμού.
Η βαθιά θεσμική κρίση και ο διχασμός
Ωστόσο, η χρηματιστηριακή αυτή ευφορία ενδέχεται να αποδειχθεί βραχύβια, καθώς στερείται στέρεων δημοσιονομικών θεμελίων. Η νέα πολιτική δύναμη, στην προσπάθειά της να εδραιώσει την εξουσία της, εκτιμάται ότι θα προχωρήσει σε μαζικές κρατικές δαπάνες, παραμερίζοντας τις απαραίτητες δεσμεύσεις για δημοσιονομική προσαρμογή. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ στη Βραζιλία παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και κάθε αλόγιστη παροχολογία απειλεί τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Επιπλέον, η χώρα διέρχεται μια πρωτοφανή θεσμική κρίση. Το γεγονός ότι το 21% των ψηφοφόρων επέλεξε την αποχή – σε ένα κράτος όπου η συμμετοχή στις εκλογές είναι νομικά υποχρεωτική – καταδεικνύει την ευρεία απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Η επικείμενη αναμέτρηση μεταξύ των δύο βασικών υποψηφίων δεν αφορά απλώς τη διαχείριση της οικονομίας, αλλά τον ίδιο τον θεσμικό προσανατολισμό του κράτους απέναντι στις κρίσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ίδιου του Συντάγματος.
Η αμερικανική αγορά εργασίας σε τέλμα
Μεταφερόμενοι στο μέτωπο των ΗΠΑ, η εικόνα της πραγματικής οικονομίας έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα ρεκόρ που καταγράφουν οι δείκτες της Wall Street, όπως ο Nasdaq και ο S&P 500. Η τελευταία έκθεση για την απασχόληση του Σεπτεμβρίου αποτύπωσε μια ανησυχητική επιβράδυνση, καθώς η αμερικανική οικονομία πρόσθεσε μόλις 29.000 νέες θέσεις εργασίας, με το ποσοστό ανεργίας να σκαρφαλώνει στο 4,2%. Επιπροσθέτως, τα δεδομένα των προηγούμενων μηνών αναθεωρήθηκαν επί τα χείρω.
Το πλέον προβληματικό στοιχείο είναι η δραματική υποχώρηση των προθέσεων για νέες προσλήψεις. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις σχεδιάζουν να προσλάβουν μόλις 90.000 εργαζομένους, επίπεδο που αποτελεί χαμηλό 15 ετών. Η αγορά εργασίας δεν καταρρέει βίαια, αλλά βυθίζεται σε ένα καθεστώς επικίνδυνης στασιμότητας. Η κινητικότητα των εργαζομένων έχει πρακτικά παγώσει. Οι εργαζόμενοι διστάζουν να αλλάξουν εργοδότη, χάνοντας κατ’ επέκταση τον βασικότερο μοχλό διαπραγμάτευσης για την αύξηση των αποδοχών τους.
Το χάσμα φύλου στην απασχόληση
Ένα ακόμη κρίσιμο εύρημα των αναλύσεων αφορά την ανισομερή κατανομή της νέας απασχόλησης. Κόντρα στις εξαγγελίες για την αναγέννηση της βαριάς βιομηχανίας και των κατασκευών, τα στοιχεία δείχνουν ότι η μερίδα του λέοντος των νέων θέσεων εργασίας δεν καταλήγει σε αυτούς τους τομείς. Ενδεικτικά, η συντριπτική πλειονότητα των νέων θέσεων προσφέρθηκε σε γυναίκες (άνω των 711.000), ενώ οι άνδρες κατέγραψαν μόλις 65.000 νέες θέσεις.
Τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική πρόνοια συνεχίζουν να οδηγούν την κούρσα της απασχόλησης. Η πραγματικότητα αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις υποσχέσεις για την τόνωση κλάδων όπως η μεταποίηση. Οι πολιτικές επιλογές, η επιβολή δασμών και η στοχοποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων, αντί να θωρακίσουν τους συγκεκριμένους τομείς, αυξάνουν το κόστος παραγωγής και φρενάρουν την ανάπτυξή τους.
Ο πληθωρισμός καταβροχθίζει τους μισθούς
Σε ονομαστικούς όρους, η αύξηση των μισθών κατά 3% σε ετήσια βάση φαντάζει θετική, όμως κρύβει μια πικρή αλήθεια: υπολείπεται του πληθωρισμού. Σε πραγματικούς όρους, η αγοραστική δύναμη των Αμερικανών πολιτών μειώνεται σταθερά. Σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον πιέσεων, έρχεται να προστεθεί η εκρηκτική άνοδος του κόστους στο ήδη προβληματικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.
Τα ασφάλιστρα υγείας που παρέχονται μέσω των εργοδοτών αναμένεται να αυξηθούν κατά 11% φέτος. Εάν αυτές οι ρυθμοί συνεχιστούν, το κόστος των ασφαλίστρων υπολογίζεται πως θα αγγίξει εξωπραγματικά νούμερα τις επόμενες δεκαετίες. Το ισχύον σύστημα ιδιωτικής ασφάλισης, το οποίο στηρίζεται σε εκτεταμένες φοροαπαλλαγές, αποτυγχάνει εμφανώς να ελέγξει τις τιμές. Η απουσία ενός ισχυρού ρυθμιστικού παρεμβατισμού στον τομέα της υγείας ροκανίζει ραγδαία το διαθέσιμο εισόδημα της μεσαίας τάξης.
Γεωπολιτικές σκιές και καταναλωτική εμπιστοσύνη
Η παρατεταμένη οικονομική δυσπραγία έχει άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο στην ψυχολογία των καταναλωτών. Τα δεδομένα καταναλωτικής εμπιστοσύνης καταγράφουν σημαντική πτώση, η οποία συνδέεται άμεσα με εξωγενείς και μακροοικονομικούς παράγοντες. Οι πολίτες μεταφράζουν τις εξελίξεις, όπως οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι εμπορικοί πόλεμοι, ως προπομπούς νέων ανατιμήσεων.

Η συνειδητοποίηση ότι συγκεκριμένες παρεμβάσεις στην ελεύθερη διακίνηση αγαθών και τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα φέρνουν πληθωριστικές πιέσεις, έχει μειώσει κάθετα την αισιοδοξία. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα κλίμα καχυποψίας και συντηρητικότητας στην αγορά, το οποίο αντανακλάται τόσο στις καθημερινές συναλλαγές όσο και στις ευρύτερες οικονομικές προσδοκίες των νοικοκυριών.
Η απορρύθμιση της αγοράς και η επιτροπή κεφαλαιαγοράς
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο κλίμα αβεβαιότητας, η κατάσταση στο ρυθμιστικό πεδίο της αμερικανικής οικονομίας προκαλεί έντονο προβληματισμό. Η Αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) προχώρησε πρόσφατα σε μια κρίσιμη αλλαγή στους εσωτερικούς της κανόνες. Ενώ μέχρι πρότινος απαιτούνταν η συμμετοχή τριών επιτρόπων για τη διαμόρφωση απαρτίας και τη λήψη αποφάσεων – διασφαλίζοντας μια ελάχιστη ισορροπία – πλέον ο κανόνας άλλαξε επιτρέποντας τη λήψη αποφάσεων από έναν μόνο επίτροπο.
Αυτή η θεσμική αλλαγή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το προσωπικό της επιτροπής έχει μειωθεί δραματικά και ο ελεγκτικός μηχανισμός υπολειτουργεί. Τα αποτελέσματα της υποστελέχωσης και της απορρύθμισης είναι ήδη μετρήσιμα: το τελευταίο διάστημα, οι δράσεις επιβολής του νόμου κατά εισηγμένων εταιρειών κατέρρευσαν κατά 90%. Παράλληλα, τα χρηματικά πρόστιμα που επιβλήθηκαν σε εταιρείες για παραβάσεις διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.
Στο κατώφλι μιας νέας εποχής αδιαφάνειας
Αυτή η κατακόρυφη πτώση των κυρώσεων δεν υποδηλώνει σε καμία περίπτωση την εξάλειψη των οικονομικών εγκλημάτων. Αντιθέτως, υποδεικνύει την απουσία ελέγχου. Η χαλάρωση του ρυθμιστικού πλαισίου δημιουργεί γόνιμο έδαφος για την άνθηση της παραβατικότητας στα ανώτατα κλιμάκια της αγοράς. Ήδη καταγράφονται κινήσεις που προκαλούν ερωτηματικά, όπως μαζικές συναλλαγές μετοχών σε εταιρείες τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένων της Intel και της Nvidia, οι οποίες συνέπεσαν χρονικά με κομβικές κρατικές αποφάσεις επιδοτήσεων και ρυθμίσεων εξαγωγών.
Η συστηματική αποδυνάμωση των θεσμικών ελεγκτών δεν αποτελεί ατύχημα, αλλά στοχευμένη προσέγγιση που διευκολύνει την ανεξέλεγκτη δράση ισχυρών κεφαλαίων. Η οικονομική κοινότητα παρακολουθεί με σκεπτικισμό αυτή τη μετατόπιση, καθώς το μίγμα μιας ευάλωτης αγοράς εργασίας, του επίμονου πληθωρισμού, της πολιτικής ρευστότητας σε χώρες όπως η Βραζιλία και της εσκεμμένης αδιαφάνειας στις ΗΠΑ, διαμορφώνει μια πραγματικότητα που απαιτεί τη μέγιστη εγρήγορση από τον επενδυτικό κόσμο.
