H αυταπάτη της Aμερικής και η σιωπηλή στρατηγική της Kίνας: Ένας κόσμος σε τεντωμένο σχοινί
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Σιγκαπούρης, George Yeo, ρίχνει φως στο γεωπολιτικό σταυροδρόμι της εποχής μας. Η αυταπάτη της αλλαγής του Πεκίνου, η αμείλικτη παγκόσμια οικονομία και γιατί η σύγκρουση των δύο υπερδυνάμεων είναι μια πολυτέλεια που ο πλανήτης δεν αντέχει να πληρώσει.
Η παγκόσμια σκακιέρα αλλάζει σχήμα, και οι κανόνες του παιχνιδιού γράφονται από την αρχή. Σε μια εποχή όπου οι μεγάλες δυνάμεις πασχίζουν να βρουν τα πατήματά τους ανάμεσα στην εμπορική συνεργασία και την απόλυτη ρήξη, η φωνή της λογικής συχνά έρχεται από εκείνους που έμαθαν να επιβιώνουν ανάμεσα στους γίγαντες. Ο George Yeo, με τη βαθιά εμπειρία του ως πρώην υπουργός Εξωτερικών της Σιγκαπούρης, προσφέρει μια ανατομία της πιο κρίσιμης σχέσης του 21ου αιώνα: αυτής μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Μέσα από το πρίσμα της παρουσίασης του νέου του βιβλίου, το μήνυμά του είναι ξεκάθαρο: ο κόσμος πρέπει να χτίσει γέφυρες, όχι να ξεκινάει πολέμους. Το διακύβευμα, άλλωστε, δεν είναι απλώς η διπλωματική υπεροχή, αλλά το κόστος της ενέργειας, των ηλεκτρονικών αγαθών και, εν τέλει, η ίδια η ειρήνη.
Η ψευδαίσθηση της ηγεμονίας και η φύση της Κίνας
Το μεγαλύτερο ίσως στρατηγικό σφάλμα της Ουάσιγκτον, σύμφωνα με τον Yeo, είναι η πεποίθηση ότι μπορεί να “αλλάξει” την Κίνα. «Το να χτίζεις ελπίδες πάνω σε μια ψευδαίσθηση μπορεί να οδηγήσει μόνο σε ένα αποτέλεσμα: την τραγωδία», προειδοποιεί. Η αλήθεια είναι πως το Πεκίνο δεν επιθυμεί απαραίτητα να γίνει ο παγκόσμιος πολιτικός “υπ’ αριθμόν ένα”, ούτε να επωμιστεί τα βάρη του παγκόσμιου χωροφύλακα που εγγυάται τις ανοιχτές θαλάσσιες οδούς. Η Κίνα, λόγω του τεράστιου πληθυσμού της, στοχεύει στην οικονομική πρωτοκαθεδρία. Είναι μάλιστα ικανοποιημένη να αφήνει τις ΗΠΑ να αναλαμβάνουν τον ρόλο του διεθνούς ρυθμιστή.
Το αμερικανικό σύστημα, ένας συνταγματικός κορμός που συντηρείται από αξίες ελευθερίας και δημοκρατίας, προκαλεί τον θαυμασμό ακόμη και των ίδιων των Κινέζων. Ξέρουν ότι αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να λειτουργήσει στη χώρα τους, με τη βαθιά, συντηρητική πολιτισμική της ιστορία, αλλά το σέβονται. Το σημείο ρήξης έρχεται όταν η Αμερική αρνείται κατηγορηματικά την προοπτική να βρεθεί στη δεύτερη θέση, δείχνοντας διατεθειμένη να κάνει τα πάντα για να ανακόψει την κινεζική άνοδο. Η δήλωση ενός πρώην Κινέζου πρέσβη στην Ουάσιγκτον, ότι «δεν υπάρχει κατώτατο όριο στην κακοπιστία των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα», λειτουργεί ως μια ανατριχιαστική προειδοποίηση προς τον κινεζικό λαό να προετοιμαστεί για τα χειρότερα. Αν η αγάπη κάποιων δυτικών μελετητών για την Κίνα βασίζεται στην ελπίδα ότι μπορούν να την αλλάξουν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν τους, τότε αυτή η αγάπη είναι καταδικασμένη να μετατραπεί σε μίσος.
Η παγίδα της ανταγωνιστικότητας και η μυωπία της Δύσης
Πέρα από τα διπλωματικά σαλόνια, ο πραγματικός πόλεμος μαίνεται στα εργοστάσια και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Το πρόβλημα δεν είναι ιδεολογικό, αλλά κατεξοχήν παραγωγικό. Η Κίνα, όταν βρίσκεται σε περίοδο ειρήνης και οργάνωσης, αποτελεί ιστορικά την πιο παραγωγική οικονομία του πλανήτη. Η αντίδραση της Ευρώπης και της Αμερικής απέναντι στα φθηνά κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα (EVs) και την τεχνολογία πράσινης ενέργειας είναι ενστικτώδης και ίσως αναμενόμενη. Ο προστατευτισμός μοιάζει με ασπίδα.
Ωστόσο, ο Yeo χρησιμοποιεί μια εύστοχη αναλογία: «Αν ένα βαρύ όχημα κατεβαίνει με φόρα τον αυτοκινητόδρομο και σταθείς μπροστά του, δεν είναι πολύ σοφό. Αν όμως κάνεις στην άκρη και εκμεταλλευτείς το ρεύμα αέρα που δημιουργεί, θα σε τραβήξει μαζί του». Τα δυτικά κράτη επιβάλλουν δασμούς για να κερδίσουν χρόνο και να σώσουν θέσεις εργασίας. Αλλά αυτός ο χρόνος αγοράζεται εις βάρος των ίδιων των καταναλωτών τους, που επωμίζονται το κόστος. Το πραγματικό πρόβλημα της Δύσης είναι δομικό: εγκλωβισμένη σε εκλογικούς κύκλους και βραχυπρόθεσμες πολιτικές πιέσεις, αδυνατεί να χαράξει μακροπρόθεσμες στρατηγικές ανταγωνιστικότητας. Αντίθετα, στην Ασία, η εργατικότητα και η κλίμακα της εσωτερικής αγοράς κινούνται με τους δικούς τους, αμείλικτους ρυθμούς.
Τα ρήγματα του πλανήτη: Από την Πιονγκγιάνγκ στη Μιανμάρ
Η αδυναμία της παλιάς διπλωματίας αποτυπώνεται ανάγλυφα στα περιφερειακά μέτωπα. Στη Βόρεια Κορέα, παρά τις δεκαετίες εξοντωτικών κυρώσεων, το καθεστώς όχι μόνο άντεξε, αλλά αναβάθμισε τις υποδομές και το πυρηνικό του οπλοστάσιο. Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να επανασχεδιάζει τις συμμαχίες, η Πιονγκγιάνγκ, όπως και το Ιράν, βρήκαν ζωτικό χώρο απεγκλωβισμού στο πλευρό της Ρωσίας. Η πολιτική της απομόνωσης απέτυχε. Η Κίνα, στο παρασκήνιο, παίζει ένα αριστοτεχνικό διπλό παιχνίδι: διατηρεί δεσμούς αίματος με τον Βορρά, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί στενότατες, σχεδόν εξαρτησιακές, οικονομικές σχέσεις με τη Νότια Κορέα.
Την ίδια στιγμή, η κρίση στη Μιανμάρ καταδεικνύει το όριο των παρεμβάσεων. Καμία πλευρά δεν μπορεί να επιβληθεί ολοκληρωτικά και η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί αμήχανη. Η σταθερότητα στη Νοτιοανατολική Ασία δεν είναι απλώς ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. είναι προαπαιτούμενο για την εύρυθμη λειτουργία του παγκόσμιου εμπορίου, από το οποίο εξαρτάται το πορτοφόλι και η ασφάλεια όλων μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως παρατηρεί ρεαλιστικά ο πρώην υπουργός, ο στόχος δεν είναι η άμεση θεραπεία, αλλά το να «κρατήσεις τον πυρετό σε διαχειρίσιμα επίπεδα» μέχρι να δράσει ο χρόνος.
Το διπλό πρόσωπο της Αμερικής
Η ανάλυση κλείνει με μια βαθιά ανθρώπινη προσέγγιση της ίδιας της Αμερικής, μιας χώρας γεμάτης έντονες αντιφάσεις. Από τη μία, υπάρχει η υπερδύναμη που, όπως περιγράφεται γλαφυρά, «με το παραμικρό κινεί στρατιωτικές δυνάμεις» – ένας μιλιταρισμός που προκαλεί φόβο στην Ασία. Από την άλλη, υπάρχει η βαθιά και ανιδιοτελής γενναιοδωρία των απλών Αμερικανών.
Ο Yeo θυμάται την προσωπική του περιπέτεια, όταν ο γιος του νοσηλεύτηκε με λευχαιμία στο νοσοκομείο St. Jude’s στις ΗΠΑ. Μια περίθαλψη κορυφαίου επιπέδου, προσφερόμενη εντελώς δωρεάν, με εθελοντές να μαζεύουν χρήματα για την οικογένειά του στην εκκλησία και πιάνα στημένα στους διαδρόμους του MD Anderson για να προσφέρουν παρηγοριά. «Αυτή είναι η Αμερική. Είναι ένα μείγμα. Υπάρχει το κομμάτι που όλοι αγαπάμε και το κομμάτι που όλοι φοβόμαστε».
Ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει ούτε την Αμερική ούτε την Κίνα. Μπορεί όμως, και επιβάλλεται, να παρακολουθεί με προσοχή, να προσαρμόζεται και, κυρίως, να εστιάζει στα σημεία εκείνα που μπορούν να διατηρήσουν τη συνύπαρξη εφικτή. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, στο τεντωμένο σχοινί της παγκόσμιας ηγεμονίας ακροβατούμε όλοι μας.
