Από τον Πόλεμο του Οπίου στον Σι Τζινπίνγκ – Η πορεία της Κίνας προς την κορυφή
Μια ανατομία της κινεζικής ιστορίας από τον 19ο αιώνα της ταπείνωσης μέχρι τη σύγχρονη ολοκληρωτική υπερδύναμη που αμφισβητεί ανοιχτά την αμερικανική ηγεμονία στον Ειρηνικό.
Η Κίνα, ένας από τους αρχαιότερους πολιτισμούς του πλανήτη, υπήρξε μια τεράστια δύναμη στο παρελθόν και πλέον είναι αποφασισμένη να αναδειχθεί στην απόλυτη παγκόσμια υπερδύναμη τις επόμενες δεκαετίες. Όταν ο Βρετανός ιστορικός Νιλ Φέργκιουσον ρωτήθηκε αν πιστεύει ότι η Κίνα θα κυριαρχήσει στον 21ο αιώνα, η απάντησή του ήταν αφοπλιστική: φυσικά και θα το κάνει, διότι η Κίνα υπήρξε η υπερδύναμη σε κάθε αιώνα της ιστορίας, με εξαίρεση τον 19ο. Και ακριβώς ό,τι συνέβη εκείνον τον αιώνα παραμένει βαθιά χαραγμένο στη συλλογική μνήμη του Πεκίνου.
Για χιλιάδες χρόνια, μέχρι και τα τέλη του 18ου αιώνα, οι αυτοκράτορες όλων των κινεζικών δυναστειών θεωρούσαν την επικράτειά τους το κέντρο του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος των μανδαρίνων που έγινε το επίσημο όνομα της χώρας το 1912 είναι «Zhongguo», που σημαίνει «Μέσο Βασίλειο» ή κεντρικό κράτος. Η Κίνα έβλεπε τον εαυτό της ως τον πυρήνα της γης, ενώ οτιδήποτε βρισκόταν πέρα από τα φυσικά της σύνορα ανήκε απλώς στον «κόσμο των βαρβάρων». Δεν υπήρχε κανένα πραγματικό ενδιαφέρον για κατακτήσεις ή εξερευνήσεις πέρα από τον Ειρηνικό, την έρημο Γκόμπι ή τα Ιμαλάια, διότι, σύμφωνα με την οπτική τους, δεν υπήρχε τίποτα απολύτως πολιτισμένο για να ανακαλύψουν.

Η βίαιη είσοδος της Δύσης και το βρετανικό ναρκω-καρτέλ
Στα τέλη του 18ου αιώνα, όλα άλλαξαν. Το 1793, η αυλή του αυτοκράτορα Τσιανλόνγκ της δυναστείας Τσινγκ δέχθηκε μια ομάδα λευκών ξένων, με επικεφαλής τον Τζορτζ Μακάρτνεϊ, τον πρώτο Βρετανό πρέσβη. Εκπροσωπώντας τη Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, ζήτησε τη χαλάρωση των εμπορικών περιορισμών. Παρά τη φιλική συνάντηση, η Κίνα αρνήθηκε τις βρετανικές αξιώσεις. Το Πεκίνο δεν χρειαζόταν τα δυτικά προϊόντα.
Αντιθέτως, οι Βρετανοί αγόραζαν τεράστιες ποσότητες κινεζικού μεταξιού, τσαγιού και πορσελάνης, πληρώνοντας σε ασήμι. Αυτό δημιούργησε ένα τεράστιο εμπορικό έλλειμμα για το Λονδίνο. Για να το ισοσκελίσουν, οι Βρετανοί βρήκαν το τέλειο, σκοτεινό προϊόν: το όπιο. Παρά την απαγόρευσή του στην Κίνα, οι Βρετανοί άρχισαν να το εισάγουν λαθραία από την Ινδία, πλημμυρίζοντας την αγορά. Η αυτοκρατορία αντιμετώπισε σύντομα μια επιδημία εθισμού που διέλυε την οικονομία και την κοινωνία.
Όταν ο αυτοκράτορας κατέσχεσε 1.400 τόνους οπίου στη βρετανική Καντόνα, ο βρετανικός στόλος επιτέθηκε, ξεκινώντας την κατοχή της πόλης. Είναι εντυπωσιακός ο κυνισμός: για να βγάλει χρήματα, η Βρετανική Αυτοκρατορία πήγε σε πόλεμο, αναγκάζοντας ένα κράτος να δεχθεί το εμπόριο ενός καταστροφικού ναρκωτικού. Είναι σαν ένα σημερινό ναρκω-καρτέλ να αναγκάζει μια χώρα να νομιμοποιήσει τη διακίνηση ναρκωτικών, με το καρτέλ ως αποκλειστικό προμηθευτή. Ο Πρώτος Πόλεμος του Οπίου έληξε το 1842 με τη συνθήκη του Νανκίνγκ, η οποία υποχρέωσε την Κίνα να παραχωρήσει το Χονγκ Κονγκ και να ανοίξει τα λιμάνια της.
Ο αιώνας της ταπείνωσης και η ιαπωνική απειλή
Η ήττα σόκαρε το έθνος. Η πιο πολιτισμένη κοινωνία του πλανήτη είχε ταπεινωθεί. Αυτό ήταν μόνο η αρχή. Το 1856 ξεκίνησε ο Δεύτερος Πόλεμος του Οπίου, με τη Γαλλία στο πλευρό της Βρετανίας. Τα ξένα στρατεύματα έφτασαν μέχρι το Πεκίνο, καίγοντας το Θερινό Ανάκτορο. Νέες ταπεινωτικές συνθήκες νομιμοποίησαν το όπιο και εκχώρησαν τεράστια εδάφη στη Ρωσία.
Ενώ οι ευρωπαϊκές δυνάμεις απομυζούσαν τη χώρα, η δυναστεία Τσινγκ κατέρρεε εκ των έσω. Αντί να εκσυγχρονίσει τον στρατό, η αυλή, υπό την αντιβασίλισσα Τσιξί, κατασπαταλούσε τους πόρους. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Τσιξί χρησιμοποίησε τα χρήματα του Πολεμικού Ναυτικού για να χτίσει ένα μαρμάρινο καράβι σε μέγεθος φυσικού πλοίου στη λίμνη του Θερινού Ανακτόρου. Την ίδια στιγμή, η γειτονική Ιαπωνία αφομοίωνε ραγδαία τη δυτική τεχνολογία.

Το 1894, η Ιαπωνία κήρυξε τον πόλεμο στην Κίνα. Μέσα σε έξι μήνες, το Πεκίνο ταπεινώθηκε ξανά, χάνοντας την Ταϊβάν και τον έλεγχο της Κορέας. Αυτή η ήττα από ένα κράτος που η Κίνα θεωρούσε υποδεέστερο, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, πυροδοτώντας ξενοφοβικές εξεγέρσεις, όπως αυτή των Μπόξερ το 1900, οι οποίοι έσφαξαν χριστιανούς και πολιόρκησαν διπλωμάτες, μέχρι που συνετρίβησαν από έναν συνασπισμό οκτώ ξένων δυνάμεων.
Η πτώση των αυτοκρατόρων και ο κινεζικός εμφύλιος
Μέσα σε αυτό το χάος, μορφές όπως ο Σουν Γιατ-Σεν άρχισαν να διεκδικούν τον εκσυγχρονισμό. Το 1911 η εξέγερσή του οδήγησε στην πτώση της δυναστείας Τσινγκ, βάζοντας τέλος σε χιλιάδες χρόνια αυτοκρατορικής κυριαρχίας. Ωστόσο, η νέα Δημοκρατία της Κίνας σύντομα κατρακύλησε στη δικτατορία και στην κυριαρχία των τοπικών πολέμαρχων.
Σε αυτό το κλίμα χάους, πολλοί κοίταξαν προς τη Ρωσική Επανάσταση του 1917. Το 1921 ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ). Εδώ υπάρχει μια κρίσιμη ιστορική σύνδεση: ο κομμουνισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος λόγω του Κομφουκιανισμού. Για πάνω από 2.000 χρόνια, το σύστημα του Κομφούκιου δίδασκε ότι η αρμονία προκύπτει όταν όλοι εκπληρώνουν τον ρόλο τους, με το άτομο να υποτάσσεται στο σύνολο και στην ιεραρχία. Αυτή η κοινωνική δομή ταίριαξε απόλυτα με τον μαρξισμό.
Μετά τον θάνατο του Σουν Γιατ-Σεν το 1925, την ηγεσία του Εθνικιστικού Κόμματος (Κουομιντάνγκ) ανέλαβε ο Τσιανγκ Κάι-Σεκ. Αν και αρχικά συνεργάστηκε με τους κομμουνιστές, το 1927 ενορχήστρωσε μια σφαγή εναντίον τους στη Σαγκάη. Ήταν η αρχή του εμφυλίου. Υπό την πίεση, ο νεαρός τότε Μάο Τσετούνγκ οδήγησε 86.000 κομμουνιστές στη θρυλική Μεγάλη Πορεία των 12.000 χιλιομέτρων το 1934. Λιγότεροι από 10.000 επέζησαν.
Η ιαπωνική εισβολή και η σφαγή της Ναντζίνγκ
Η εσωτερική αιματοχυσία σταμάτησε μόνο όταν η ιαπωνική επιθετικότητα έγινε ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Το 1931 η Ιαπωνία είχε ήδη καταλάβει τη Μαντζουρία. Το 1937 εξαπέλυσε ολομέτωπη επίθεση στην Κίνα. Στα τέλη εκείνου του έτους, ο ιαπωνικός στρατός μπήκε στη Ναντζίνγκ, την πρωτεύουσα της εθνικιστικής Κίνας, προχωρώντας σε μια από τις πιο φρικτές σφαγές της σύγχρονης ιστορίας.

Περίπου 300.000 άμαχοι σφαγιάστηκαν με τρόπους που αψηφούν τη λογική. Ιάπωνες στρατιώτες βίαζαν, βασάνιζαν και έθαβαν ανθρώπους ζωντανούς, ενώ οργάνωναν διαγωνισμούς αποκεφαλισμού για το ποιος αξιωματικός θα καταφέρει να κόψει πρώτος 100 κεφάλια — γεγονότα που μάλιστα διαφημίζονταν στον ιαπωνικό Τύπο της εποχής.
Ο πόλεμος έληξε το 1945, με τη ρίψη των ατομικών βομβών στην Ιαπωνία και τη σοβιετική εισβολή στη Μαντζουρία. Οι κομμουνιστές του Μάο βγήκαν ενισχυμένοι, έχοντας κερδίσει την αγροτιά με υποσχέσεις για αναδασμό γης και έχοντας στα χέρια τους ιαπωνικά όπλα που τους παρέδωσαν οι Σοβιετικοί. Το 1949, ο Μάο ανακήρυξε την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, αναγκάζοντας τους εθνικιστές να καταφύγουν στην Ταϊβάν.
Το πείραμα του Μάο και τα εκατομμύρια θύματα
Η διακυβέρνηση του Μάο εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα από τα πιο ακραία πειράματα κοινωνικής μηχανικής. Τα τρία πρώτα χρόνια, εκατοντάδες χιλιάδες εκτελέστηκαν ως υποστηρικτές του παλιού καθεστώτος, ενώ το 1950 η Κίνα προσάρτησε βίαια το Θιβέτ.
Το 1956, ο Μάο ανακοίνωσε την καμπάνια των «Εκατό Λουλουδιών», καλώντας τους πολίτες να ασκήσουν ελεύθερα κριτική στο κόμμα. Πολλοί σήμερα θεωρούν πως ήταν μια καλοστημένη παγίδα. Όταν η κριτική άρχισε να αμφισβητεί το μονοπώλιο της εξουσίας του Κόμματος, η καμπάνια τερματίστηκε βίαια και μισό εκατομμύριο άνθρωποι βρέθηκαν στη φυλακή.
Η μεγαλύτερη καταστροφή όμως ήρθε το 1958 με το Άλμα προς τα Εμπρός. Ήταν ένα παράλογο οικονομικό σχέδιο με στόχο να ξεπεράσει βιομηχανικά τη Βρετανία. Οι αγρότες αναγκάστηκαν να φτιάχνουν άχρηστο χάλυβα στις αυλές τους αντί να καλλιεργούν, ενώ εξοντώθηκαν τα σπουργίτια επειδή έτρωγαν τους σπόρους, προκαλώντας επιδημίες ακρίδων. Το αποτέλεσμα; Μια άνευ προηγουμένου εθνική πείνα που μέσα σε τρία χρόνια κόστισε τη ζωή σε 15 έως 46 εκατομμύρια ανθρώπους.
Η Πολιτιστική Επανάσταση και οι Ερυθροί Φρουροί
Βλέποντας την επιρροή του να μειώνεται μετά την καταστροφή, ο Μάο αντεπιτέθηκε το 1966 λανσάροντας την Πολιτιστική Επανάσταση. Ο στόχος ήταν η εξάλειψη κάθε δυτικής ή «αστικής» επιρροής. Φανατισμένοι φοιτητές συγκρότησαν τους Ερυθρούς Φρουρούς, εφαρμόζοντας ένα καθεστώς απόλυτου τρόμου.
Στόχευσαν διανοούμενους, δασκάλους και αξιωματούχους. Οργάνωναν λαϊκά δικαστήρια όπου τα θύματα λιντσάρονταν δημόσια και συγγενείς αναγκάζονταν να φτύνουν και να καταδικάζουν τους δικούς τους ανθρώπους για να σωθούν. Αυτή η περίοδος σκοταδισμού, συγκρίσιμη μόνο με τις μεγάλες σταλινικές εκκαθαρίσεις, διήρκεσε μια δεκαετία και σταμάτησε μόνο με τον θάνατο του Μάο το 1976.
Από τις μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ στην πλατεία Τιενανμέν
Ο διάδοχός του, Ντενγκ Σιαοπίνγκ, αν και θύμα της Πολιτιστικής Επανάστασης, υιοθέτησε μια γραμμή σκληρού πραγματισμού. Άνοιξε την οικονομία, έφερε ξένες επενδύσεις και έκανε την Κίνα το εργοστάσιο του κόσμου. Ωστόσο, η οικονομική φιλελευθεροποίηση δεν συνοδεύτηκε από πολιτική ελευθερία.
Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα τον Απρίλιο του 1989, όταν φοιτητές συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Τιενανμέν στο Πεκίνο, ζητώντας δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Όταν η ειρηνική διαμαρτυρία επεκτάθηκε, το Κομμουνιστικό Κόμμα запаνικοβλήθηκε. Στις αρχές Ιουνίου, ο στρατός πήρε εντολή να «καθαρίσει» την πλατεία με πραγματικά πυρά. Οι επίσημες κινεζικές πηγές μιλούν για 241 νεκρούς, όμως ανεξάρτητες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό σε περίπου 3.000. Τραγική ειρωνεία: ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ βρισκόταν στο Πεκίνο εκείνες τις μέρες. Βλέποντας τη σφαγή, οι ιστορικοί αναφέρουν πως πείστηκε να μην χρησιμοποιήσει ποτέ τον στρατό για να διασώσει τη Σοβιετική Ένωση, επιτρέποντας την ειρηνική της διάλυση.
Ο απόλυτος έλεγχος του Σι και η παγκόσμια σύγκρουση
Στη σημερινή Κίνα, η εξουσία δεν αφήνει περιθώρια για εκπλήξεις. Ο Σι Τζινπίνγκ έχει συγκεντρώσει στα χέρια του περισσότερη δύναμη από οποιονδήποτε ηγέτη μετά τον Μάο. Είναι ταυτόχρονα πρόεδρος της χώρας, ηγέτης του κόμματος και επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων — δηλαδή του πραγματικού πυρήνα της εξουσίας. Ολοκληρωτισμός με γραβάτα και σύγχρονη τεχνολογία.
Ο στόχος πλέον δεν είναι η επιβίωση, αλλά η παγκόσμια κυριαρχία. Η Κίνα χτίζει έναν τεράστιο στρατό με έναν βασικό γεωπολιτικό στόχο: να εκδιώξει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον Ειρηνικό. Πάνω από το 80% του κινεζικού εμπορίου περνά από τα Στενά της Μαλάκα, περιοχή που ελέγχεται από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Το Πεκίνο διεκδικεί σχεδόν ολόκληρη τη Νότια Σινική Θάλασσα, αγνοώντας προκλητικά το Διεθνές Δίκαιο και τις αποφάσεις της Χάγης.
Οι γείτονες της Κίνας σπεύδουν να ενισχύσουν τις συμμαχίες τους με την Ουάσιγκτον, φοβούμενοι τον νέο κινεζικό ιμπεριαλισμό, ακριβώς όπως οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στρέφονται στο ΝΑΤΟ απέναντι στη Ρωσία. Τα σύννεφα πυκνώνουν γύρω από την Ταϊβάν, την οποία το Πεκίνο έχει δεσμευτεί να θέσει υπό τον έλεγχό του μέχρι το 2049, στα 100 χρόνια από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας.
Οδηγούμαστε αναπόφευκτα σε μια σύγκρουση Κίνας – ΗΠΑ; Υπάρχει μια φράση που αποδίδεται λανθασμένα σε κινεζική κατάρα, αλλά αποτυπώνει πλήρως την πραγματικότητα: «Είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς». Ο κινεζικός λαός έζησε εξαιρετικά και αιματηρά «ενδιαφέροντες καιρούς» τους δύο τελευταίους αιώνες. Το κρίσιμο ερώτημα για τον 21ο αιώνα είναι αν, σε αυτούς τους καιρούς κρίσης —που το Πεκίνο πάντα βλέπει ως ευκαιρία— θα υπάρξουν τελικά νικητές, ή μόνο ηττημένοι.
