Τουρκία και Ισραήλ βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης για την ηγεμονία της Μέσης Ανατολής
Πώς η κατάρρευση του καθεστώτος στη Συρία, η αποδυνάμωση του Ιράν και ο αμερικανικός παράγοντας αναδιαμορφώνουν τις στρατηγικές ισορροπίες
Οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ έχουν εισέλθει σε μια φάση ραγδαίας και επικίνδυνης επιδείνωσης, διαμορφώνοντας ένα νέο, εξαιρετικά ασταθές τοπίο στην ευρύτερη περιοχή. Η ρητορική αντιπαράθεση έχει χτυπήσει «κόκκινο», με τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να προειδοποιεί πρόσφατα σε αυστηρό τόνο ότι οι επιθέσεις του Ισραήλ σε Συρία και Λίβανο αποτελούν άμεση απειλή και για την ίδια την Τουρκία. Την ίδια στιγμή, ο Τούρκος υπουργός Εσωτερικών εξέφρασε δημόσια την ελπίδα του να δει μια μέρα την «απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ», πυροδοτώντας νέο κύκλο αντιδράσεων.
Από την άλλη πλευρά, ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών πέρασε στην αντεπίθεση, κατηγορώντας ευθέως την τουρκική κυβέρνηση ότι εργάζεται μεθοδικά για να σύρει την Τουρκία πίσω σε μια «σκοτεινή και οπισθοδρομική εποχή». Ακόμη πιο ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί, είναι η τοποθέτηση του πρώην πρωθυπουργού του Ισραήλ, Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος νωρίτερα φέτος χαρακτήρισε την Τουρκία ως το «νέο Ιράν». Αυτή η δήλωση ήταν αρκετή για να πυροδοτήσει σειρά δημοσιευμάτων στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία άρχισαν να προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η Άγκυρα αποτελεί τον επόμενο μεγάλο στόχο της ισραηλινής στρατιωτικής μηχανής.
Από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου και μετά, η Άγκυρα έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο σκληρούς επικριτές του Τελ Αβίβ, καταδικάζοντας με κάθε ευκαιρία την καταστροφή της Γάζας και τις ευρύτερες ισραηλινές επιθέσεις σε Συρία και Λίβανο. Όμως, πίσω από αυτόν τον πόλεμο λέξεων κρύβεται μια βαθύτερη και πιο περίπλοκη πραγματικότητα.

Η ιστορική διαδρομή από την αναγνώριση στην πλήρη ρήξη
Για να γίνει κατανοητό το σημερινό χάσμα, πρέπει να κοιτάξει κανείς την ιστορική διαδρομή των δύο κρατών. Η Τουρκία ήταν, παραδόξως για πολλούς, η πρώτη χώρα με μουσουλμανική πλειοψηφία που αναγνώρισε την ισραηλινή κυριαρχία το μακρινό 1949. Έκτοτε, οι σχέσεις τους πέρασαν από σαράντα κύματα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2010, η διμερής σχέση είχε βρεθεί στο απόλυτο ναδίρ, με καταλύτες τον πόλεμο της Γάζας (2008-2009) και, κυρίως, την αιματηρή ισραηλινή επιδρομή στον τουρκικό στολίσκο βοήθειας (Mavi Marmara) το 2010.
Παρ’ όλα αυτά, η διπλωματία έχει τους δικούς της κανόνες. Μέχρι το 2022, οι σχέσεις σημείωσαν μια εντυπωσιακή ανάκαμψη. Οι πλήρεις διπλωματικοί δεσμοί αποκαταστάθηκαν και η Τουρκία άρχισε να εξετάζει σοβαρά την προοπτική κοινών ενεργειακών έργων με το Ισραήλ στην ανατολική Μεσόγειο. Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβια. Με το ξέσπασμα του πολέμου στη Γάζα, η σχέση κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος.
Ο Ερντογάν διέκοψε τους εμπορικούς δεσμούς, κατηγόρησε ανοιχτά το Ισραήλ για γενοκτονία εις βάρος των Παλαιστινίων, στήριξε νομικά την προσφυγή της Νότιας Αφρικής στο Διεθνές Δικαστήριο και έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει τη Χαμάς ως «μαχητές της ελευθερίας». Σε απάντηση, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου χαρακτήρισε τον Ερντογάν αντισημίτη δικτάτορα, ξεκαθαρίζοντας πως είναι ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα μπορούσε να κάνει μαθήματα ηθικής στο κράτος του Ισραήλ.

Το στρατηγικό κενό και η μάχη για τη Μέση Ανατολή
Η ρητορική σύγκρουση είναι απλώς η επιφάνεια. Στον πυρήνα της, αυτή η διαμάχη είναι μια ανελέητη διελκυστίνδα ανάμεσα σε δύο επίδοξους περιφερειακούς ηγεμόνες. Η γεωπολιτική ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή έχει μεταβληθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια. Τόσο το Ισραήλ όσο και η Τουρκία βλέπουν μια μοναδική ευκαιρία να καλύψουν το στρατηγικό κενό που αφήνει πίσω της μια πλέον απρόβλεπτη αμερικανική εξωτερική πολιτική –που φαίνεται να επιθυμεί μειωμένο ρόλο στην περιοχή– σε συνδυασμό με ένα αισθητά αποδυναμωμένο Ιράν, ύστερα από τον πόλεμο της αμερικανικής κυβέρνησης εναντίον του.
Το διακύβευμα δεν είναι πλέον απλώς η επιβίωση, αλλά η κυριαρχία σε μια «μετα-αμερικανική» Μέση Ανατολή. Στο πλαίσιο αυτό, κανένα μέτωπο δεν είναι πιο κρίσιμο από αυτό της Συρίας. Η γειτονική χώρα έχει μετατραπεί στο απόλυτο πεδίο σύγκρουσης, όπου τα αντικρουόμενα οράματα της Άγκυρας και του Τελ Αβίβ έρχονται σε ευθεία ρήξη.
Το νέο σκηνικό στη Συρία μετά τον Άσαντ
Η κατάρρευση του καθεστώτος του Άσαντ στα τέλη του 2024 αποτέλεσε μια ιστορική καμπή, σηματοδοτώντας τη μετάβαση σε μια νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων. Και οι δύο περιφερειακές δυνάμεις κινήθηκαν ταχύτατα για να εδραιώσουν την επιρροή τους σε αυτή τη νέα, μετα-Άσαντ εποχή.
Η Τουρκία, λειτουργώντας ως στενός σύμμαχος της νέας συριακής κυβέρνησης υπό τον πρόεδρο Αχμέντ αλ-Σαρ, εξασφάλισε γρήγορα έναν κυρίαρχο ρόλο στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση της χώρας. Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τον Ερντογάν είναι μια ισχυρή, σταθερή και ενοποιημένη Συρία υπό την κυβέρνηση αλ-Σαρ. Αυτό το σενάριο, όμως, αποτελεί τον απόλυτο εφιάλτη για το Ισραήλ. Το Τελ Αβίβ αντιμετωπίζει με βαθύτατη καχυποψία τον αλ-Σαρ λόγω των ισλαμιστικών καταβολών του και έχει κινηθεί επιθετικά για να εκμεταλλευτεί την πτώση του Άσαντ.
Αμέσως μετά την αλλαγή καθεστώτος, ο ισραηλινός στρατός κατέλαβε στρατηγικά εδάφη στη νότια Συρία, όπου σχεδιάζει να παραμείνει επ’ αόριστον. Από αυτές τις θέσεις, εξαπολύει τακτικές εισβολές ολοένα και πιο βαθιά στη συριακή επικράτεια. Έχει πλήξει στόχους ενόπλων ομάδων, αλλά και υποδομές της ίδιας της νέας συριακής κυβέρνησης, δικαιολογώντας επισήμως τις επιθέσεις ως απαραίτητες για την προστασία των αμάχων Δρούζων. Παράλληλα με το μέτωπο της Συρίας και της Γάζας, η Τουρκία έχει καταδικάσει απερίφραστα και την εισβολή του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο, προσθέτοντας ακόμη έναν κρίκο στην αλυσίδα της αντιπαράθεσης.

Το πλέγμα των συμμαχιών και η ελληνική εμπλοκή
Στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν την ισχύ τους και να αναχαιτίσουν η μία την άλλη, οι δύο χώρες έχουν επιδοθεί σε έναν πυρετώδη αγώνα αναζήτησης συμμαχιών. Το Ισραήλ στράφηκε δυναμικά προς την Κύπρο και την Ελλάδα, προσδίδοντας έτσι μια ευρωπαϊκή διάσταση στη διαμάχη. Αυτή η τριμερής συνεργασία έχει εμβαθύνει σημαντικά σε ενεργειακό επίπεδο –με επίκεντρο το φυσικό αέριο της ανατολικής Μεσογείου– αλλά και στον τομέα της άμυνας, μέσα από κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και την προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από την Αθήνα και τη Λευκωσία.
Για την Άγκυρα, αυτή η προσέγγιση αποτελεί κόκκινο πανί. Παρότι Ελλάδα και Τουρκία είναι θεωρητικά σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, η βαθιά ριζωμένη αμοιβαία καχυποψία και οι επίμονες εδαφικές διαφορές στο Αιγαίο παραμένουν. Αντίστοιχα, το Κυπριακό ζήτημα διατηρεί το νησί διχοτομημένο. Ως αντίβαρο, η Τουρκία έχει στρέψει το βλέμμα της ανατολικά και νότια. Αναβάθμισε τις οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις της με δυνάμεις όπως το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος.
Παράλληλα, στηρίζει ενεργά πρωτοβουλίες που προωθούν την περιφερειακή ενσωμάτωση χωρίς την ισραηλινή συμμετοχή. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία Τουρκίας – Σαουδικής Αραβίας για τη δημιουργία ενός σιδηροδρομικού δικτύου που θα συνδέει τις δύο χώρες μέσω Συρίας και Ιορδανίας, με απώτερο στόχο την επέκταση μέχρι το Ομάν. Στα μάτια του Ισραήλ, αυτή η κίνηση είναι μια ξεκάθαρη προσπάθεια της Άγκυρας να περιορίσει την ισραηλινή εμπορική επιρροή στους διαδρόμους Ανατολής-Δύσης.
Εσωτερικές σκοπιμότητες και ο παράγοντας Τραμπ
Η πρόσφατη κλιμάκωση, ωστόσο, δεν εξηγείται μόνο γεωπολιτικά, αλλά και από τις εσωτερικές πολιτικές ανάγκες των πρωταγωνιστών. Για την Άγκυρα, ενδέχεται να αποτελεί μια εργαλειακή προσπάθεια εκμετάλλευσης των αντιληπτών ρωγμών μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ, οι οποίες αφορούν κυρίως τους χειρισμούς στο Ιράν και τον Λίβανο. Με φόντο τις αναφορές για μια ιδιαίτερα τεταμένη τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Νετανιάχου, ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να διατηρεί μια μάλλον φιλική στάση προς τον Ερντογάν. Τον έχει αποκαλέσει δημοσίως «καλό φίλο» και «σπουδαίο ηγέτη», προστατεύοντάς τον από την οργή που συχνά εξαπολύει εναντίον Ευρωπαίων ηγετών του ΝΑΤΟ.
Επιπρόσθετα, με το Ιράν βαριά λαβωμένο, το ρητορικό κρεσέντο του Ερντογάν εναντίον του Ισραήλ μοιάζει με μια υπολογισμένη κίνηση. Στόχος του είναι να ανυψώσει το κύρος της Τουρκίας στον αραβικό κόσμο και να τοποθετήσει τον εαυτό του ως τον μοναδικό πόλο επιρροής που μπορεί πραγματικά να συγκρατήσει το Ισραήλ.
Στην άλλη όχθη, οι Ισραηλινοί πολιτικοί χρησιμοποιούν την τουρκική απειλή εργαλειακά, με το βλέμμα στραμμένο στις επικείμενες κάλπες. Σε ένα προεκλογικό περιβάλλον όπου όλοι διεκδικούν τον τίτλο του πιο αξιόπιστου εγγυητή της ασφάλειας, η «δαιμονοποίηση» του αντιπάλου προσφέρει πόντους. Ο Ναφτάλι Μπένετ, διεκδικώντας ξανά την πρωθυπουργία, χρειάζεται μια νέα μεγάλη απειλή για να χτίσει το αφήγημά του – εξ ου και η αυθαίρετη ταύτιση της Τουρκίας με το «νέο Ιράν».
Όσο για τον ίδιο τον Νετανιάχου, είναι πλέον ευρέως αποδεκτό από τους αναλυτές ότι αντιμετωπίζει τη διαρκή απειλή του πολέμου ως προϋπόθεση για τη δική του πολιτική επιβίωση. Μέσω αυτής της αφήγησης, προσπαθεί να νομιμοποιήσει τη λεγόμενη αρχιτεκτονική της «εξαγωνικής συμμαχίας», συσπειρώνοντας χώρες όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ινδία απέναντι στον νέο διπλό κίνδυνο: τον αναδυόμενο «ριζοσπαστικό σουνιτικό άξονα» υπό την Τουρκία, πλάι στον παραδοσιακό σιιτικό άξονα υπό το Ιράν.
Ο κίνδυνος ενός πραγματικού πολέμου
Το ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από την περιοχή είναι αμείλικτο: Οδηγούνται το Ισραήλ και η Τουρκία σε ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση; Όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η ρητορική κλιμάκωση, η ρεαλιστική ανάγνωση δείχνει ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο παραμένει συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες.
Ενώ η πολιτική αντιπαράθεση εξυπηρετεί τα εσωτερικά αφηγήματα των ηγεσιών τους, μια ευθεία στρατιωτική αντιπαράθεση θα ήταν καταστροφική και για τους δύο. Τα δύο κράτη, παρά την εχθρότητα, παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένα σε συστημικό επίπεδο. Είναι και τα δύο στενοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η συμμετοχή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ λειτουργεί ως ένα ισχυρό αντικίνητρο απέναντι σε κάθε πολεμικό τυχοδιωκτισμό. Επιπλέον, αμφότερες οι χώρες διατηρούν εξαιρετικές σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν, το οποίο παρέχει έναν αθόρυβο αλλά εξαιρετικά χρήσιμο διπλωματικό δίαυλο επικοινωνίας.
Ακόμη και ο ίδιος ο Τραμπ έχει εκφράσει τη βεβαιότητά του ότι δεν πρόκειται να συμβεί απολύτως τίποτα επικίνδυνο μεταξύ των δύο κρατών κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ποντάροντας στον προσωπικό αμοιβαίο σεβασμό που τρέφει με τον Ερντογάν. Ωστόσο, η Ιστορία έχει δείξει πως η υπερβολική αυτοπεποίθηση είναι κακός σύμβουλος. Σε ένα περιβάλλον γεμάτο ένταση, με την εχθρική ρητορική να ξεπερνά κάθε προηγούμενο και τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό στα ύψη, ο κίνδυνος ενός σοβαρού λάθους υπολογισμού ή ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποκλειστεί εντελώς. Το στρατηγικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή έχει αλλάξει πίστα και τα περιθώρια λάθους πλέον δεν συγχωρούνται.

