Η δημοσιοποίηση εκατομμυρίων σελίδων από τα αρχεία Έπσταϊν δεν έκλεισε το σκάνδαλο. Αντίθετα, άνοιξε ξανά τη συζήτηση για το πώς ένα δίκτυο πλούτου, εξουσίας, πολιτικών επαφών, τραπεζών, συμβούλων και διάσημων προσώπων φέρεται να λειτούργησε γύρω από έναν άνθρωπο που είχε ήδη καταδικαστεί για σεξουαλικά εγκλήματα.
Τα αρχεία παρουσιάζουν έναν κόσμο όπου ο Τζέφρι Έπσταϊν δεν ήταν απλώς ένας πλούσιος χρηματοοικονομικός παράγοντας με σκοτεινό παρελθόν, αλλά ένας κόμβος επαφών για πρόσωπα που κινούνταν στα ανώτερα στρώματα της πολιτικής, της τεχνολογίας, της τραπεζικής, των βασιλικών οικογενειών και της διεθνούς ελίτ. Και αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση είναι ότι πολλά από αυτά τα πρόσωπα εμφανίζονται στα έγγραφα με πολύ πιο στενές επαφές μαζί του από όσες είχαν παραδεχθεί δημόσια.
Το χάος με τα αρχεία και οι περίεργες διαγραφές
Η διαδικασία δημοσιοποίησης των εγγράφων παρουσιάζεται προβληματική από την αρχή. Αρχεία εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν, έγγραφα ανέβαιναν με διαφορετικές διαγραφές, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις πληροφορίες που ήταν καλυμμένες σε μία εκδοχή εμφανίζονταν κανονικά σε άλλη. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η διαφάνεια ήταν περισσότερο προσχηματική παρά ουσιαστική.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι, ενώ υποτίθεται πως οι διαγραφές θα αφορούσαν κυρίως ονόματα θυμάτων, σε ορισμένα έγγραφα καλύπτονταν στοιχεία που δεν φαίνεται να συνδέονται με την προστασία τους. Παράλληλα, αναφέρεται ότι κυκλοφόρησαν κατά λάθος ακόμη και αλογόκριτες φωτογραφίες θυμάτων, ανάμεσά τους και προσώπων που δεν είχαν μιλήσει δημόσια.
Το πιο κρίσιμο, όμως, είναι ότι η δημοσιοποίηση δεν φαίνεται να ήταν πλήρης. Από το σύνολο των αρχείων, παραμένουν εκτός σημαντικά τμήματα, όπως τραπεζικά και χρηματιστηριακά στοιχεία, αλλά και επικοινωνίες με ξένες κυβερνήσεις. Δηλαδή, ακριβώς τα στοιχεία που θα μπορούσαν να φωτίσουν καλύτερα τη ροή του χρήματος, τις σχέσεις επιρροής και το ενδεχόμενο προστασίας του Έπσταϊν από ισχυρά συμφέροντα.
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται και η περίφημη ευνοϊκή συμφωνία που είχε εξασφαλίσει ο
στη Φλόριντα. Η εισαγγελέας Marie Villafana φέρεται να είχε ετοιμάσει βαρύ φάκελο δίωξης, με πολυσέλιδη εισήγηση και σχέδιο κατηγορητηρίου, ενώ είχε αρχίσει να εξετάζει όχι μόνο την κακοποίηση, αλλά και το οικονομικό σκέλος της υπόθεσης. Είχε στραφεί προς τις τράπεζες του Έπσταϊν και προς σημαντικές επιχειρηματικές του επαφές.
Όμως η έρευνα σταμάτησε. Η εισαγγελέας απομακρύνθηκε ουσιαστικά από την πορεία που είχε χαράξει και η υπόθεση κατέληξε στη γνωστή συμφωνία που έδωσε στον Έπσταϊν περιορισμένη ποινική μεταχείριση και, κυρίως, ασυλία σε πιθανούς συνεργούς. Το ερώτημα που παραμένει είναι γιατί ένας άνθρωπος με τέτοιο βάρος καταγγελιών αντιμετωπίστηκε με τόσο ασυνήθιστη επιείκεια.
Οι ισχυροί φίλοι, οι τράπεζες και η προσπάθεια ξεπλύματος της εικόνας του
Τα αρχεία δείχνουν ότι ο Έπσταϊν είχε αναπτύξει ένα δίκτυο σχέσεων που λειτουργούσε ταυτόχρονα ως κοινωνικό κεφάλαιο, ασπίδα προστασίας και εργαλείο επηρεασμού. Στο υλικό εμφανίζονται πρόσωπα όπως ο Μπιλ Γκέιτς, ο Ίλον Μασκ, ο πρίγκιπας Άντριου, ο Γούντι Άλεν, ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Λέον Μπλακ, ο Χάουαρντ Λάτνικ και άλλοι.
Για τον Μπιλ Γκέιτς περιλαμβάνονται ισχυρισμοί του ίδιου του Έπσταϊν σε email προς τον εαυτό του, τους οποίους ο Γκέιτς έχει αρνηθεί, χαρακτηρίζοντάς τους ψευδείς. Για τον Ίλον Μασκ, τα έγγραφα εμφανίζουν επικοινωνίες και προσκλήσεις, με τον ίδιο να επιμένει ότι τα email έχουν παρερμηνευθεί και ότι δεν πήγε στο νησί του Έπσταϊν. Για τον πρίγκιπα Άντριου, τα αρχεία προσθέτουν νέο υλικό σε μια ήδη βαριά υπόθεση σχέσεων και επαφών με τον καταδικασμένο χρηματιστή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για τις τράπεζες. Στα έγγραφα περιλαμβάνονται αναφορές ύποπτης δραστηριότητας, οι οποίες συνήθως δεν δημοσιοποιούνται. Αυτές δείχνουν ότι μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είχαν επισημάνει κινήσεις που συνδέονταν με πιθανή εμπορία ανθρώπων και ξέπλυμα χρήματος πολύ πριν την τελική κατάρρευση του Έπσταϊν.
Η σχέση του με τον Leon Black αναφέρεται ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο ο Έπσταϊν μπορούσε να χρησιμοποιεί πληροφορίες και προσωπικές υπηρεσίες ως μοχλό πίεσης. Σε email που παρουσιάζεται στα αρχεία, ο Έπσταϊν του υπενθυμίζει ότι είχε κάνει για εκείνον πολλά, «γνωστά και άγνωστα», ενώ ο Black φέρεται να του κατέβαλε τεράστια ποσά για φορολογικές συμβουλές. Ο ίδιος, μέσω των δικηγόρων του, έχει αρνηθεί οποιαδήποτε κατηγορία ανάρμοστης συμπεριφοράς.

Παράλληλα, αποκαλύπτεται και μια οργανωμένη προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας του Έπσταϊν μετά την καταδίκη του. Η προσπάθεια αυτή δεν περιορίστηκε σε δημόσιες σχέσεις. Περιλάμβανε επεμβάσεις στην online εικόνα του, εκδηλώσεις με επιστήμονες, προσπάθειες να εμφανιστεί ως ευεργέτης της έρευνας και ακόμη και υλικό για ντοκιμαντέρ που θα τον παρουσίαζε ως παρεξηγημένο χρηματοοικονομικό μυαλό.
Το πιο σκοτεινό μέρος των αρχείων αφορά τις μαρτυρίες και τις καταγραφές που περιγράφουν κακοποίηση, έλεγχο και απόλυτη εργαλειοποίηση ανθρώπων. Σε ένα από τα πιο ανατριχιαστικά έγγραφα, μια νεαρή γυναίκα περιγράφει ότι ένιωθε σαν «ανθρώπινη θερμοκοιτίδα», ενώ γίνεται λόγος για εμμονή του Έπσταϊν με τη δημιουργία «ανώτερης γονιδιακής δεξαμενής». Η ίδια φέρεται να περιγράφει γέννα και την άμεση απομάκρυνση του παιδιού από κοντά της.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους τι ερευνήθηκε και τι όχι, όμως δείχνουν τη φρίκη που περιγράφεται από τα θύματα και το μέγεθος της εκμετάλλευσης που αποδίδεται στο δίκτυο του Έπσταϊν και της Γκισλέιν Μάξγουελ.
Την ίδια στιγμή, ενώ σε άλλες χώρες τα αρχεία προκαλούν παραιτήσεις, έρευνες και πολιτικές αναταράξεις, στις Ηνωμένες Πολιτείες η επίσημη θέση παραμένει ότι δεν υπάρχει ενοχοποιητική λίστα πελατών ούτε επαρκές υλικό για νέες διώξεις σε μη κατηγορηθέντα πρόσωπα. Αυτή η αντίθεση τροφοδοτεί ακόμη περισσότερο την καχυποψία.
Τα αρχεία Έπσταϊν δεν είναι απλώς μια συλλογή από ονόματα, email και φωτογραφίες. Είναι το αποτύπωμα ενός κόσμου όπου η ισχύς λειτουργούσε σαν ασπίδα, η φήμη σαν νόμισμα και η λογοδοσία σαν πολυτέλεια για όσους δεν ανήκαν στον κλειστό κύκλο του χρήματος και της εξουσίας. Και όσο παραμένουν κενά, διαγραφές και ανεξήγητες προστασίες, η υπόθεση δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί κλειστή.
