Η εποχή που η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) αποτελούσε σενάριο επιστημονικής φαντασίας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Σήμερα, η τεχνολογία αυτή δεν είναι απλώς ένα εργαλείο παραγωγικότητας, αλλά η σπονδυλική στήλη μιας νέας κοινωνικής διάρθρωσης που απειλεί να διαιρέσει την ανθρωπότητα σε δύο διακριτές κάστες. Από τη μία, οι ολιγάρχες της τεχνολογίας που ορίζουν τους αλγορίθμους και, από την άλλη, η μεγάλη μάζα των πολιτών που απλώς υφίσταται τις αποφάσεις τους, χάνοντας σταδιακά την ικανότητα να κρίνει, να αποφασίζει και, τελικά, να σκέφτεται αυτόνομα.
Η ανάδυση της κοινωνίας δύο ταχυτήτων
Σύμφωνα με αναλύσεις που έρχονται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η AI πρόκειται να παγιώσει ένα μοντέλο ψηφιακής φεουδαρχίας. Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκεται μια ελίτ που αναπτύσσει, συντηρεί και καθορίζει τις «αντικειμενικές λειτουργίες» των συστημάτων. Στη βάση, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων μετατρέπεται σε «αντικείμενο επεξεργασίας». Το τρομακτικό σε αυτό το σενάριο δεν είναι μόνο η οικονομική ανισότητα, αλλά η εξάρτηση. Όταν αναθέτουμε τη λήψη αποφάσεων σε έναν αλγόριθμο –από το τι θα αγοράσουμε μέχρι το πώς θα διοικήσουμε μια χώρα– ο ανθρώπινος εγκέφαλος αρχίζει να ατροφεί.
Αυτό το φαινόμενο περιγράφεται ως γνωστική εξασθένηση. Είναι η λογική του «use it or lose it». Όπως σταματήσαμε να κάνουμε πράξεις με το μυαλό λόγω των αριθμομηχανών, έτσι κινδυνεύουμε να χάσουμε την ικανότητα κριτικής σκέψης και δημιουργικότητας, αναθέτοντας τη μουσική, την τέχνη και τις ζωτικές μας αποφάσεις στις μηχανές. Για την Ελλάδα, μια χώρα που παραδοσιακά επενδύει στον ανθρώπινο παράγοντα και τη διανόηση, ο κίνδυνος αυτός είναι άμεσος, καθώς η ψηφιακή μετάβαση συχνά γίνεται χωρίς την απαραίτητη κριτική θωράκιση.

Η προσέγγιση Τραμπ και το «Art of the Deal»
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο φέρνει στο προσκήνιο τη λογική του «dealmaking». Ο Τραμπ, επηρεασμένος από τη σχολή του Ρόι Κον, βλέπει την AI ως ένα ακόμα πεδίο διαπραγμάτευσης και οικονομικής ισχύος. Η ανακοίνωση του «Project Stargate» από την πρώτη κιόλας ημέρα της δεύτερης θητείας του, δείχνει ότι για την αμερικανική ηγεσία, η AI είναι κυρίως κεφάλαιο και υποδομές.
Το ερώτημα όμως παραμένει: Αυτές οι επενδύσεις εκατομμυρίων θα ωφελήσουν τον μέσο πολίτη ή απλώς θα ενισχύσουν τους τεχνολογικούς κολοσσούς; Η τάση να φλερτάρουν οι πολιτικοί τους ηγέτες της Silicon Valley, υποσχόμενοι να καταστήσουν τις ΗΠΑ «πρωτεύουσα της AI και των crypto», θυμίζει έντονα τις τακτικές της παραδοσιακής ολιγαρχίας, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται σε κλειστά δωμάτια, μακριά από τον δημόσιο έλεγχο.
Η σκιά του Χένρι Κίσινγκερ και η τεχνοκρατία
Δεν είναι τυχαίο ότι άνθρωποι όπως ο Έρικ Σμιντ (πρώην Google) συνεργάστηκαν με τον Χένρι Κίσινγκερ για να αναλύσουν το μέλλον της AI. Η οπτική του Κίσινγκερ, γνωστή για τον κυνισμό της και την αντιμετώπιση των λαών ως «πιόνια σε σκακιέρα», διαπνέει το σύγχρονο τεχνοκρατικό μοντέλο. Μιλάμε για ένα σύστημα που φιλοδοξεί να «μικροδιαχειρίζεται» τις μάζες μέσω δεδομένων.

Το παράδειγμα της κυβερνήτη του Ρόουντ Άιλαντ, που χρησιμοποίησε ισραηλινή τεχνολογία για την πρόβλεψη εστιών Covid με ακρίβεια μόλις 70%, είναι διδακτικό. Αν ένας αλγόριθμος με ποσοστό επιτυχίας λίγο πάνω από το «κορώνα ή γράμματα» μπορεί να επιβάλει lockdowns και να στερεί ελευθερίες, τότε η δημοκρατία βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο.
Η συγχώνευση Silicon Valley και εθνικής ασφάλειας
Ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα είναι η πλήρης ταύτιση των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών με το βαθύ κράτος και τις υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας. Η Silicon Valley δεν παράγει πλέον μόνο gadgets, αλλά όπλα και εργαλεία επιτήρησης. Η δικαιολογία είναι πάντα η ίδια: «Πρέπει να νικήσουμε την Κίνα στον αγώνα δρόμου της AI».
Ωστόσο, στην προσπάθειά τους οι ΗΠΑ να κερδίσουν την Κίνα, φαίνεται να υιοθετούν το δικό της αυταρχικό μοντέλο. Η «κοινωνική-στρατιωτική συγχώνευση» δεν είναι τίποτα άλλο από μια σύγχρονη μορφή εταιρικού φασισμού. Αν για να προστατεύσουμε την ελευθερία μας πρέπει να γίνουμε ίδιοι με τους αντιπάλους μας, τότε έχουμε ήδη ηττηθεί. Στην ελληνική πραγματικότητα, όπου η διαφάνεια είναι συχνά ζητούμενο, η εισαγωγή τέτοιων αδιαφανών αλγορίθμων στη δημόσια διοίκηση θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για τις πολιτικές ελευθερίες.
Ολιγάρχες, Κίνα και η υποκρισία του συστήματος
Υπάρχει μια τεράστια αντίφαση: Ενώ η ρητορική κατά της Κίνας οξύνεται, οι ίδιοι οι άνθρωποι που διαχειρίζονται την αμερικανική AI, όπως ο Έλον Μασκ ή ο Λάρι Φινκ της BlackRock, έχουν βαθιές οικονομικές διασυνδέσεις με το Πεκίνο. Ο Μασκ είναι ταυτόχρονα κορυφαίος εργολάβος του Πενταγώνου (SpaceX) και σημαντικός εταίρος της κινεζικής βιομηχανίας (Tesla).
Αυτή η διαπλοκή δείχνει ότι το παιχνίδι δεν είναι εθνικό, αλλά υπερεθνικό. Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και η AI είναι το απόλυτο εργαλείο στα χέρια αυτών των «εκλεκτών» για να ελέγχουν τις αγορές και τους πληθυσμούς. Η περίπτωση του Χάουαρντ Λούτνικ, στενού συνεργάτη του Τραμπ, που διατηρεί δεσμούς με κινεζικές κρατικές οντότητες, αποδεικνύει ότι οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ «εχθρών» και «φίλων» είναι τεχνητές, σχεδιασμένες για τη λαϊκή κατανάλωση.
Ελευθερία ή Ψηφιακή Ασφάλεια;
Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος είχε πει ότι όποιος θυσιάζει την ελευθερία του για την ασφάλεια, στο τέλος χάνει και τα δύο. Στην εποχή της AI, αυτό το ρητό είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Η «κατασκευασμένη ανασφάλεια» (είτε πρόκειται για πανδημίες, είτε για οικονομικές κρίσεις, είτε για γεωπολιτικές απειλές) χρησιμοποιείται ως μοχλός για να αποδεχθούμε την επιτήρηση και την αλγοριθμική διακυβέρνηση.
Οφείλουμε ως κοινωνία –και ειδικά εμείς στην Ελλάδα που γνωρίζουμε καλά τι σημαίνει αυταρχισμός και παρασκηνιακές συμφωνίες– να απαιτήσουμε δημόσιο έλεγχο, διαφάνεια και προστασία της ατομικής μας ακεραιότητας. Η Τεχνητή Νοημοσύνη πρέπει να παραμείνει εργαλείο στα χέρια του ανθρώπου και όχι ο δεσμοφύλακας της σκέψης του. Αν αφήσουμε την κρίση μας να ατροφήσει, η επόμενη μέρα δεν θα ανήκει σε εμάς, αλλά σε εκείνους που κρατούν το «ποντίκι» της παγκόσμιας εξουσίας.

