Ο πόλεμος στρατιωτικού εναντίον τεχνολογικού κατεστημένου, το πετρέλαιο και το σχέδιο της Fed για τη νέα παγκόσμια οικονομία

Μία ανάλυση για το πώς η ρήξη στη Μέση Ανατολή, η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα κρυφά εργαλεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ αναδιαμορφώνουν τον πλούτο μας και τις αγορές.

Ο πόλεμος στρατιωτικού εναντίον τεχνολογικού κατεστημένου, το πετρέλαιο και το σχέδιο της Fed για τη νέα παγκόσμια οικονομία

Μόλις πριν από λίγες ημέρες, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν υπέγραψαν μια συμφωνία με στόχο να βάλουν τέλος σε έναν από τους πιο καταστροφικούς πολέμους των τελευταίων δεκαετιών. Όπως, ωστόσο, πολλοί αναλυτές είχαν προβλέψει, η συμφωνία αυτή κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα. Το Ισραήλ συνέχισε τους βομβαρδισμούς στον Λίβανο, η διπλωματική γέφυρα γκρεμίστηκε και το Ιράν έκλεισε ξανά τα Στενά του Ορμούζ.

σχετικά άρθρα

Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται άμεσα σε ένα πράγμα: παγκόσμιο στραγγαλισμό της ροής πετρελαίου. Η κρίση επέστρεψε, ίσως πιο απειλητική από πριν. Και το μεγάλο ερώτημα που πλανάται πλέον στις αγορές είναι γιατί φτάσαμε ξανά στο ίδιο σημείο. Η εύκολη απάντηση είναι να ρίξει κανείς το φταίξιμο αποκλειστικά στο Ισραήλ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, κάτι που εν μέρει ισχύει. Υπάρχει, όμως, μια ευρύτερη και πιο σύνθετη θεωρία που εξηγεί τις γεωπολιτικές μετατοπίσεις με όρους καθαρής οικονομικής επιβίωσης.

Το ρήγμα: Στρατιωτικό εναντίον Τεχνολογικού κατεστημένου

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, αυτό που παρακολουθούμε σήμερα είναι μια τεράστια εσωτερική σύγκρουση στο κέντρο της αμερικανικής —και κατ’ επέκταση παγκόσμιας— μηχανής παραγωγής κέρδους. Πρόκειται για μια τιτανομαχία ανάμεσα στο παραδοσιακό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και το ανερχόμενο τεχνολογικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα.

Το μοντέλο του «αιώνιου πολέμου», που στήριζε τον στρατιωτικό τομέα, δείχνει πλέον να κλείνει τον κύκλο του για να αφήσει χώρο στην κολοσσιαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI). Η δημιουργία και συντήρηση data centers, καθώς και η υποδομή για το νέο παγκόσμιο δίκτυο ελέγχου, απαιτούν τεράστια ποσά ενέργειας, αλλά κυρίως απαιτούν σταθερότητα, όχι πολέμους.

Next-Generation Data Centers: Everything You Need To Know

Αυτή η μετατόπιση εξηγεί το παράδοξο των ημερών: άνθρωποι και πολιτικοί που ιστορικά δεν θα ασκούσαν ποτέ κριτική στο Ισραήλ, τώρα υψώνουν τους τόνους. Ακόμα και κορυφαία στελέχη των ΗΠΑ εξέφρασαν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους για τον τρόπο που το Ισραήλ διαχειρίζεται το μέτωπο του Λιβάνου και τη Χεζμπολάχ, τονίζοντας ότι ο πόλεμος έχει τραβήξει υπερβολικά και το κόστος είναι δυσβάσταχτο.

Ο ρόλος του πετρελαίου και η αξία του χρήματος

Το αν αυτό το μοντέλο του αιώνιου πολέμου θα καταρρεύσει οριστικά ή θα επιβιώσει, εξαρτάται απόλυτα από το πετρέλαιο. Το πετρέλαιο είναι το αίμα της παγκόσμιας οικονομίας και συνδέεται άμεσα με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed).

Ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθούν οι πολεμικές συγκρούσεις, το πιο πιθανό σενάριο για τα επόμενα χρόνια είναι ότι τα χρήματά μας θα χάσουν σημαντικό μέρος της αξίας τους. Οι αγορές ήδη αντιδρούν νευρικά στις ανακοινώσεις και τις κινήσεις των κεντρικών τραπεζών. Πρόσφατα, ο νέος επικεφαλής της Fed, Kevin Warsh, προχώρησε σε κινήσεις που προκάλεσαν αναταράξεις, αφήνοντας τα επιτόκια αμετάβλητα, όπως ακριβώς είχε προβλέψει η αγορά μέσω του εργαλείου CME FedWatch με πιθανότητα άνω του 97%.

Kevin Warsh on Fed Policy and Independence - WSJ

Ωστόσο, αυτό που πραγματικά επηρέασε τις αγορές δεν ήταν η ίδια η απόφαση, αλλά το μήνυμα που εξέπεμψε. Ο Warsh απέφυγε να δώσει ένα «περιστερίσιο» (dovish) σήμα για επικείμενες μειώσεις επιτοκίων. Η άρνησή του να υποσχεθεί ανακούφιση οδήγησε την αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά σε σημαντική πτώση, με τον S&P 500 να κλείνει στο -1,2%.

Το τέλος των προβλέψεων και η «μηχανή» των δεδομένων

Στο πλαίσιο αυτού του νέου σχεδίου, ο Warsh αλλάζει ριζικά τους κανόνες της ίδιας της Fed. Η πιο ηχηρή κίνησή του ήταν η κατάργηση της λεγόμενης «μελλοντικής καθοδήγησης» (forward guidance). Με απλά λόγια, ανακοίνωσε στις αγορές ότι στο εξής η Fed δεν θα αποκαλύπτει τις προθέσεις της. Σταματάει να παρέχει δικές της προβλέψεις και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα στρατηγικής ασάφειας.

Ταυτόχρονα, ξεκίνησε τη δημιουργία πέντε ομάδων εργασίας (task forces) για να αναθεωρήσει τον τρόπο λειτουργίας της κεντρικής τράπεζας, από την επικοινωνία μέχρι τη μέτρηση του πληθωρισμού. Η τρίτη ομάδα εργασίας θα ασχοληθεί αποκλειστικά με τα δεδομένα, στοχεύοντας στην αξιολόγηση νέων πηγών πληροφοριών και στην αλλαγή της μεθοδολογίας. Ουσιαστικά, η πληροφορία και τα οικονομικά δεδομένα μετατρέπονται σε προνόμιο αυτής της διοίκησης.

Στήνεται ένα επίσημο αφήγημα που θα προσπαθήσει να μας πείσει ότι ο πληθωρισμός τίθεται υπό έλεγχο. Όμως, πίσω από τις κλειστές πόρτες, χτίζεται ένας μηχανισμός που θα επιτρέψει στη Fed να κάνει το ακριβώς αντίθετο: να προχωρήσει σε ποσοτική χαλάρωση (QE), δηλαδή στο τύπωμα χρήματος, παρουσιάζοντας νέα δεδομένα που, βολικά, θα δικαιολογούν αυτές τις κινήσεις.

Το παράδοξο του Τραμπ: Γιατί επιθυμεί τον πληθωρισμό;

Για όσους παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, υπάρχει ένα έντονο παράδοξο. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επέλεξε τον Kevin Warsh για επικεφαλής της Fed και φώναζε επί χρόνια για μείωση των επιτοκίων, είδε τον εκλεκτό του όχι μόνο να μην τα μειώνει, αλλά τα στελέχη της Fed να προτείνουν αυξήσεις πριν το τέλος του έτους. Πώς εξηγείται αυτή η ανοχή;

Πρόσφατα, με τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ να φτάνει το 4,2% —το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών— ο Τραμπ δήλωσε απροσδόκητα: «Αγαπώ τον πληθωρισμό». Η δήλωση αυτή βγάζει νόημα μόνο αν συνυπολογιστεί το γεωπολιτικό άλλοθι. Όσο ο πληθωρισμός μπορεί να αποδοθεί στον πόλεμο του Ιράν και την εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου, η ευθύνη απομακρύνεται από την κυβέρνηση. Φταίει ο πόλεμος, όχι η οικονομική πολιτική.

Παράλληλα, ο Warsh έπρεπε να κρατήσει τα επιτόκια σταθερά για να κερδίσει το δικαίωμα να τα μειώσει στο μέλλον. Αν προχωρούσε σε μείωση την πρώτη κιόλας μέρα, οι αγορές θα τον θεωρούσαν απλή μαριονέτα του Τραμπ, με αποτέλεσμα η αγορά ομολόγων να επαναστατήσει. Κρατώντας αρχικά μια σκληρή (hawkish) στάση, χτίζει την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία του, προετοιμάζοντας το έδαφος για αργότερα.

Δύο διαφορετικές ιστορίες για τον πληθωρισμό

Αυτή τη στιγμή, το κυβερνητικό επιτελείο χειρίζεται δύο εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις. Η πρώτη βασίζεται στα επίσημα στοιχεία, όπως ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (CPI), ο οποίος δείχνει τον πληθωρισμό στο 4,2% με τάσεις παραμονής σε υψηλά επίπεδα. Αυτό το σενάριο απαγορεύει τις μειώσεις επιτοκίων.

Από την άλλη, το δεύτερο αφήγημα εστιάζει στην πτώση του πετρελαίου κατά σχεδόν 40% από τα υψηλά του (εν αναμονή της συμφωνίας με το Ιράν). Εάν αυτή η πτώση παγιωθεί, ο πληθωρισμός θα καταβαραθρωθεί, ανοίγοντας τον δρόμο για δραστικές μειώσεις επιτοκίων. Το παιχνίδι πλέον παίζεται στο ποιος αποφασίζει ποια δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν. Ο Warsh, απορρίπτοντας τα παλιά, «ξεπερασμένα» μοντέλα και υιοθετώντας εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης σε πραγματικό χρόνο, αποκτά την ελευθερία να διαμορφώσει τους αριθμούς. Επιλέγοντας δεδομένα που «εξαιρούν» τις ακραίες μεταβλητές όπως το πετρέλαιο, μπορεί να μειώσει τεχνητά την εικόνα του πληθωρισμού, ανοίγοντας την κάνουλα της ρευστότητας.

Ποσοτική χαλάρωση μέσω των τραπεζών

Για να επιτευχθεί η χαλάρωση χωρίς να προκληθεί κοινωνική οργή για την υποτίμηση του δολαρίου, πρέπει το χρήμα να τυπωθεί έμμεσα. Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι εμπορικές τράπεζες και οι παλιοί κανονισμοί από την κρίση του 2008, όπως ο Δείκτης Συμπληρωματικής Μόχλευσης (SLR).

Ο Warsh σκοπεύει από τη μία να παρουσιάζει ότι η Fed συρρικνώνει τον ισολογισμό της (πουλώντας ομόλογα) και από την άλλη να απελευθερώσει τις τράπεζες, δίνοντάς τους εξαίρεση στον κανόνα SLR. Με την κίνηση αυτή, οι εμπορικές τράπεζες θα αγοράσουν μαζικά τα ομόλογα που πουλάει η Fed, χρησιμοποιώντας τεράστια μόχλευση. Το τελικό αποτέλεσμα για την αγορά ομολόγων είναι ακριβώς το ίδιο: ποσοτική χαλάρωση και εκτύπωση χρήματος, αλλά περασμένη μέσα από το «πλυντήριο» του τραπεζικού συστήματος. Η επίσημη δικαιολογία θα είναι πως απελευθερώνουν τα κεφάλαια για να στηρίξουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Το πρόβλημα της αγοράς ομολόγων

Τα σχέδια επί χάρτου ακούγονται τέλεια, όμως η πραγματικότητα επιφυλάσσει παγίδες. Η αγορά ομολόγων έχει αρχίσει να μην πιστεύει το αφήγημα της Fed. Το τελευταίο διάστημα καταγράφεται επιπέδωση της καμπύλης αποδόσεων (flattening of the yield curve). Οι αποδόσεις στα διετή αμερικανικά ομόλογα εκτοξεύθηκαν, ενώ τα 30ετή παρέμειναν στάσιμα.

Οι επενδυτές ουσιαστικά λένε στη Fed: «Δεν πιστεύουμε ότι ελέγχετε τον πληθωρισμό. Περιμένουμε τα επιτόκια να μείνουν ψηλά για περισσότερο καιρό και, επειδή σταματήσατε να μας δίνετε σαφείς προβλέψεις, απαιτούμε ένα μεγαλύτερο premium κινδύνου για να δανείσουμε τα χρήματά μας». Η τραπεζική στρατηγική όμως χρειάζεται το ακριβώς αντίθετο: χαμηλά βραχυπρόθεσμα επιτόκια και υψηλά μακροπρόθεσμα, διότι αυτή η διαφορά είναι το περιθώριο κέρδους των τραπεζών.

Επιπλέον, η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να αναχρηματοδοτήσει περίπου 8 τρισεκατομμύρια δολάρια χρέους τον επόμενο χρόνο. Με τις ξένες κεντρικές τράπεζες να έχουν μειώσει την αγορά αμερικανικών ομολόγων από το 2014, το κενό έχουν καλύψει hedge funds υψηλής μόχλευσης, συχνά με έδρα τα νησιά Κέιμαν. Αν το χρηματιστήριο πέσει και τα funds αυτά δεχτούν margin calls, θα αναγκαστούν να ρευστοποιήσουν μαζικά τα αμερικανικά ομόλογα.

Ο παράγοντας «X»: Tο Πετρέλαιο και το Χρηματιστήριο

Όλα καταλήγουν στο πετρέλαιο. Αν η τιμή του παραμείνει υψηλά, το σχέδιο του Kevin Warsh για χαμηλότερα επιτόκια καταρρέει. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν τις τιμές χαμηλά αξιοποιώντας το Στρατηγικό Αποθεματικό Πετρελαίου (SPR), το οποίο ωστόσο εξαντλείται επικίνδυνα γρήγορα (εκτιμάται ότι διαρκεί για λιγότερο από 4 εβδομάδες).

Ακόμη και αν η συμφωνία με το Ιράν αναστηθεί, απαιτούνται μήνες μέχρι να επανέλθει η κανονική ροή. Περισσότερα από 500 εμπορικά πλοία παραμένουν εγκλωβισμένα στην περιοχή, με τις ναυτιλιακές και τις ασφαλιστικές εταιρείες να είναι εξαιρετικά διστακτικές.

Σε αυτό το εκρηκτικό τοπίο, οι επενδυτές παρακολουθούν την ιστορία. Τα δεδομένα της Barclays δείχνουν ξεκάθαρα πως όταν αναλαμβάνει ένας νέος επικεφαλής στη Fed που αλλάζει ριζικά το παιχνίδι, ο S&P 500 καταγράφει ισχυρές πτώσεις το πρώτο τρίμηνο, με μέσο όρο -12% και ακραίες περιπτώσεις πτώσης πάνω από 30% (όπως στην εποχή Γκρίνσπαν).

Η επιτυχία της στρατηγικής της Fed εξαρτάται πλέον από πέντε κρίσιμους δείκτες: ένα πιο αδύναμο δολάριο, υψηλότερες μετοχές, χαμηλότερες αποδόσεις 10ετών ομολόγων, άνοδο του χρυσού και άνοδο του Bitcoin. Όταν αυτοί οι δείκτες αρχίσουν να κινούνται συντονισμένα, θα γνωρίζουμε ότι η νέα οικονομική μηχανή έχει τεθεί με επιτυχία σε λειτουργία. Μέχρι τότε, η αβεβαιότητα παραμένει ο απόλυτος κυρίαρχος των αγορών.