Ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να έδειξε τη δύναμη των ΗΠΑ, αλλά άφησε πίσω του περισσότερη αβεβαιότητα από όση έλυσε
Οι στρατιωτικές επιτυχίες και τα αναπάντητα ερωτήματα - Οι τριγμοί στις συμμαχίες και το πρόβλημα αξιοπιστίας
Η στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν μπορεί να ολοκληρώθηκε με μια προσωρινή συμφωνία και με την Ουάσινγκτον να προβάλλει ως η ισχυρότερη πλευρά στο πεδίο των επιχειρήσεων, ωστόσο το μεγάλο ερώτημα που αναδύεται μετά το τέλος των συγκρούσεων δεν αφορά το ποιος επικράτησε στρατιωτικά, αλλά το κατά πόσο η περιοχή έγινε πραγματικά πιο σταθερή.
σχετικά άρθρα
Στις 21 Ιουνίου, την ώρα που Αμερικανοί και Ιρανοί διαπραγματευτές συναντιούνταν στην Ελβετία προκειμένου να μετατρέψουν ένα προσωρινό μνημόνιο σε πιο μόνιμη συμφωνία, είχε ήδη ξεσπάσει διαφωνία γύρω από ένα από τα βασικότερα σημεία της διαδικασίας: το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.

Μέσα ενημέρωσης που συνδέονται με την Τεχεράνη υποστήριζαν ότι το στρατηγικής σημασίας πέρασμα δεν θα άνοιγε πλήρως μέχρι να διατηρηθεί η εκεχειρία στον Λίβανο και να εγκριθούν συγκεκριμένες εξαιρέσεις στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου. Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM) υποστήριζε ότι η ναυσιπλοΐα συνεχιζόταν κανονικά.
Η διαφωνία αυτή δεν αφορά μόνο την εμπορική ναυτιλία ή τις ενεργειακές αγορές. Αντανακλά, σύμφωνα με την ανάλυση του GM, το βασικό πολιτικό πρόβλημα που δημιούργησε ο πόλεμος: οι Ηνωμένες Πολιτείες επέδειξαν στρατιωτική ισχύ, αλλά εξακολουθούν να δυσκολεύονται να παρουσιάσουν ένα σαφές σχέδιο για το πώς θα μοιάζει η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή μετά τη λήξη των συγκρούσεων.
Η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να υποστηρίζει ότι κατάφερε να πλήξει σημαντικά τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, ωστόσο η πραγματικότητα παραμένει πιο σύνθετη. Το πυρηνικό ζήτημα δεν έχει επιλυθεί, η συμφωνία που επιτεύχθηκε χαρακτηρίζεται προσωρινή και μπορεί να εγκαταλειφθεί από οποιαδήποτε πλευρά, ενώ η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να συνδέεται άμεσα με τις εξελίξεις στον Λίβανο.

Οι στρατιωτικές επιτυχίες και τα αναπάντητα ερωτήματα
Οι υποστηρικτές του Ντόναλντ Τραμπ επισημαίνουν ότι ο πόλεμος προκάλεσε πραγματικό πλήγμα στις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες. Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, υπέστησαν ζημιές οι δυνατότητες του Ιράν στους τομείς των πυραύλων, των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, του ναυτικού και της αντιαεροπορικής άμυνας.
Παράλληλα, η προσωρινή συμφωνία άνοιξε ένα νέο παράθυρο 60 ημερών διαπραγματεύσεων, ενώ το Ιράν δεσμεύθηκε να μειώσει τον βαθμό εμπλουτισμού του ουρανίου που διαθέτει.
Από αυτή τη σκοπιά, η χρήση στρατιωτικής ισχύος δημιούργησε πίεση προς την Τεχεράνη και η διπλωματία αξιοποίησε αυτή την πίεση για να ανοίξει έναν δρόμο προς τη διαπραγμάτευση.
Ωστόσο, η ανάλυση υπογραμμίζει ότι η αξιοπιστία μιας υπερδύναμης δεν μετριέται μόνο από την ικανότητά της να προκαλεί ζημιές στους αντιπάλους της. Μετριέται κυρίως από την ικανότητά της να μετατρέπει αυτές τις στρατιωτικές επιτυχίες σε μια σταθερή πολιτική συμφωνία που θα αντέξει στον χρόνο.
Και σε αυτό το σημείο παραμένουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα.
Ακόμη και Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν παραδεχθεί ότι τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Τεχεράνη μπορούν να αποχωρήσουν οποιαδήποτε στιγμή από τη συμφωνία. Παράλληλα, η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ εξαρτάται από πολύπλοκες διαδικασίες, όπως η αποναρκοθέτηση, οι νέες ρυθμίσεις διέλευσης πλοίων και οι πολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (IEA) εκτιμά ότι η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα μειωθεί κατά περίπου 3,9 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως μέσα στο 2026, ενώ προειδοποιεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι για την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Η έκθεση του Ιουνίου περιγράφει ένα ενεργειακό σύστημα που εξακολουθεί να απορροφά τις συνέπειες τεσσάρων μηνών πολεμικών συγκρούσεων και αβεβαιότητας.
Έτσι, σύμφωνα με την ανάλυση, μια στρατηγική που παρουσιάστηκε ως απόδειξη της επιστροφής της αμερικανικής ισχύος έχει αναγκάσει κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και επενδυτές να ενσωματώσουν στον σχεδιασμό τους το ενδεχόμενο νέων αναταράξεων, ανάλογα με τις επόμενες κινήσεις της Ουάσινγκτον ή τις αντιδράσεις που αυτές θα προκαλέσουν.
Οι τριγμοί στις συμμαχίες και το πρόβλημα αξιοπιστίας
Πέρα από τις οικονομικές επιπτώσεις, ο πόλεμος φαίνεται ότι επηρέασε και το δίκτυο συμμαχιών πάνω στο οποίο στηρίζεται διαχρονικά η αμερικανική ισχύς.
Για δεκαετίες, η ηγετική θέση των ΗΠΑ δεν βασιζόταν μόνο σε αεροπλανοφόρα, στρατιωτικές βάσεις και οικονομικές κυρώσεις. Βασιζόταν επίσης στην πεποίθηση ότι η Ουάσινγκτον παρείχε ένα σχετικά σταθερό πλαίσιο συνεργασίας, διαβουλευόταν με τους συμμάχους της και λειτουργούσε ως πυλώνας προβλεψιμότητας.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η κατάσταση αυτή φαίνεται να δοκιμάζεται.
Ήδη από τον Απρίλιο, η δυσαρέσκεια του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην απροθυμία ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών να συμμετάσχουν σε επιχειρήσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ προκάλεσε νέες ανησυχίες για το μέλλον του ΝΑΤΟ.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι φέρονται να εξετάζουν όλο και πιο σοβαρά το ενδεχόμενο μιας εποχής κατά την οποία η αμερικανική στρατιωτική προστασία δεν θα θεωρείται δεδομένη.
Οι ανησυχίες αυτές ενισχύθηκαν από τις πρόσφατες ανακοινώσεις για μείωση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων και μέσων που είναι διαθέσιμα στη Συμμαχία.
Η ανάλυση επισημαίνει ότι το ζήτημα δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της άμυνάς της. Το πρόβλημα είναι ότι οι αλλαγές παρουσιάζονται μέσα σε περιόδους κρίσης και όχι ως μέρος ενός ξεκάθαρου στρατηγικού σχεδιασμού.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διατύπωσαν με σαφήνεια ποιες ακριβώς στρατιωτικές συνεισφορές ζητούσαν για τις επιχειρήσεις στο Ορμούζ, ενώ ταυτόχρονα κατηγορούσαν δημοσίως τους συμμάχους τους για ανεπαρκή υποστήριξη.
Αυτή η αντίφαση, σύμφωνα με την ανάλυση, δημιουργεί αβεβαιότητα και μειώνει την εμπιστοσύνη μεταξύ των συμμάχων.
Παρόμοιες ανησυχίες εμφανίζονται και στις χώρες του Κόλπου. Παρότι αρκετές κυβερνήσεις χαιρέτισαν τη συμφωνία ως ευκαιρία για την αποκατάσταση της ασφάλειας στη ναυσιπλοΐα, τόνισαν ότι μόνο μια μόνιμη πολιτική διευθέτηση μπορεί να σταθεροποιήσει πραγματικά την περιοχή.
Αυτό έχει οδηγήσει ορισμένα κράτη να επανεξετάζουν παραδοσιακές παραδοχές σχετικά με την αμερικανική προστασία και να αναζητούν εναλλακτικές επιλογές ώστε να προστατευθούν από πιθανές μελλοντικές κλιμακώσεις.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και σε σχέση με το Ισραήλ. Σύμφωνα με την ανάλυση, επικριτές της ισραηλινής κυβέρνησης θεωρούν τη συμφωνία στρατηγική υποχώρηση, ενώ αρκετές αραβικές χώρες ανησυχούν για μια νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων στη διαμόρφωση της οποίας δεν συμμετείχαν.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται έτσι ανάμεσα σε διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες επιδιώξεις: ένα Ισραήλ που επιθυμεί μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, ένα Ιράν που επιδιώκει άρση κυρώσεων και διαπραγματευτικά ανταλλάγματα και περιφερειακούς συμμάχους που επιθυμούν απλώς να τερματιστεί η αβεβαιότητα.
Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι ο πόλεμος απέδειξε πως η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια στρατιωτική ισχύ και μπορεί να επιβάλλει σημαντικό κόστος στους αντιπάλους της. Ωστόσο, έδειξε επίσης ότι το Ιράν εξακολουθεί να μπορεί να απειλεί τη διεθνή ναυσιπλοΐα, ότι οι εξελίξεις στο Ισραήλ μπορούν να επηρεάζουν άμεσα την αμερικανική διπλωματία και ότι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν αισθάνονται πάντα βέβαιοι για την κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής.
Με άλλα λόγια, μια χώρα μπορεί να παραμένει ισχυρή και ταυτόχρονα να γίνεται λιγότερο προβλέψιμη. Και για μια υπερδύναμη, η απώλεια προβλεψιμότητας μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με οποιαδήποτε στρατιωτική ήττα.
