Όλο το παρασκήνιο της διαρροής για την ισραηλινή κατασκοπεία στις ΗΠΑ και το λογισμικό Pegasus
Πώς ένα υπόμνημα της αμερικανικής στρατιωτικής κατασκοπείας φέρνει στο φως τον ακήρυχτο πόλεμο των μυστικών υπηρεσιών και την τεχνολογική διείσδυση του Τελ Αβίβ στον στενότερο σύμμαχό του.
Πώς ένα υπόμνημα της αμερικανικής στρατιωτικής κατασκοπείας φέρνει στο φως τον ακήρυχτο πόλεμο των μυστικών υπηρεσιών και την τεχνολογική διείσδυση του Τελ Αβίβ στον στενότερο σύμμαχό του.
Η ιδέα ότι οι στενοί σύμμαχοι δεν κατασκοπεύουν ο ένας τον άλλον αποτελεί ίσως τον πιο διαδεδομένο μύθο στη σφαίρα των διεθνών σχέσεων. Ωστόσο, όταν η Defense Intelligence Agency (DIA) των Ηνωμένων Πολιτειών αποφασίζει να ανεβάσει επίσημα το επίπεδο απειλής αντικατασκοπείας, επικαλούμενη τις ολοένα και πιο επιθετικές τακτικές της ισραηλινής κατασκοπείας στις ΗΠΑ, το ζήτημα ξεφεύγει από τη συνήθη πρακτική των μυστικών υπηρεσιών και μετατρέπεται σε μείζον γεωπολιτικό θέμα.
Η πρόσφατη διαρροή ενός εσωτερικού υπομνήματος, που περιγράφει με σοκαριστικές λεπτομέρειες την έκταση της ισραηλινής διείσδυσης, δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ –ή, στην προκειμένη περίπτωση, την Ουάσινγκτον. Το γεγονός ότι το Ισραήλ συγκεντρώνει πληροφορίες στο εσωτερικό των ΗΠΑ είναι ένα κοινό μυστικό δεκαετιών. Αυτό που προκαλεί πραγματική αίσθηση δεν είναι η ίδια η πράξη της κατασκοπείας, αλλά ο χρόνος και η σκοπιμότητα πίσω από τη δημοσιοποίηση αυτών των πληροφοριών. Σε μια περίοδο κρίσιμων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η διαρροή αυτή μοιάζει λιγότερο με ατύχημα και περισσότερο με μια ενορχηστρωμένη κίνηση στο εσωτερικό του αμερικανικού κατεστημένου.

Το πραγματικό μήνυμα πίσω από τη διαρροή της DIA
Οι βετεράνοι των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, όπως τα στελέχη που πέρασαν δεκαετίες στους διαδρόμους της CIA, γνωρίζουν πολύ καλά ότι η συγκέντρωση πληροφοριών από το Ισραήλ γίνεται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Γιατί λοιπόν η DIA και οι πηγές της επέλεξαν να το αναδείξουν τώρα; Η απάντηση κρύβεται στις βαθιές ρωγμές που αρχίζουν να διαφαίνονται στο εσωτερικό του αμερικανικού βαθέος κράτους σχετικά με τη διαχείριση της συμμαχίας με το Τελ Αβίβ.

Υπάρχει πλέον ένα ισχυρό, σιωπηρό κίνημα διαφωνούντων στους κόλπους των υπηρεσιών πληροφοριών που βλέπει με ακραίο σκεπτικισμό την απόλυτη ταύτιση της Ουάσιγκτον με τα ισραηλινά συμφέροντα. Η διαρροή λειτουργεί ως μια μορφή θεσμικής αντίδρασης. Είναι ένας τρόπος να τεθεί δημόσια το ερώτημα: Θέλουμε πραγματικά να συρόμαστε από ένα κράτος το οποίο, ενώ εξαρτάται απολύτως από εμάς για την επιβίωσή του, ταυτόχρονα μας υπονομεύει στο παρασκήνιο;
Δεν είναι τυχαίο ότι ιστορικοί αναλυτές ανατρέχουν μέχρι και στον αποχαιρετιστήριο λόγο του Τζορτζ Ουάσινγκτον, ο οποίος προειδοποιούσε ρητά ενάντια στις παθολογικές συμμαχίες που δεν εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα αλλά εκείνα μιας ξένης δύναμης. Σήμερα, δυόμισι αιώνες μετά, αυτές οι προειδοποιήσεις αποκτούν ανατριχιαστική επικαιρότητα. Η διαρροή δεν έγινε για να αποκαλύψει την κατασκοπεία, αλλά για να βάλει φρένο σε μια σχέση που πολλοί εντός των ΗΠΑ θεωρούν πλέον επιζήμια.
Η ιστορική σκιά του James Jesus Angleton
Για να κατανοήσει κανείς το βάθος αυτής της ιδιότυπης σχέσης, πρέπει να ανατρέξει στην ιστορία της ίδιας της CIA. Τη δεκαετία του 1960, όταν η αμερικανική κατασκοπεία ανέλυε την εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης στη Μέση Ανατολή, υπήρχε ένας άγραφος αλλά απαράβατος κανόνας: οποιαδήποτε αναφορά στο κράτος του Ισραήλ έπρεπε να περάσει από την έγκριση του James Jesus Angleton.

Ο Angleton, ο θρυλικός επικεφαλής της αντικατασκοπείας της CIA, ήταν ο άνθρωπος που διαχειριζόταν σχεδόν μονοπωλιακά τη σχέση με τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες. Η επιρροή του ήταν τόσο μεγάλη που λειτουργούσε ως de facto προστάτης των ισραηλινών συμφερόντων μέσα στην ίδια την αμερικανική υπηρεσία. Ακόμα και όταν νέοι αναλυτές της εποχής προσπαθούσαν να αποτυπώσουν αντικειμενικά τα δεδομένα για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο Angleton παρενέβαινε, διαγράφοντας αναφορές και αλλοιώνοντας συμπεράσματα προκειμένου να προστατεύσει το αφήγημα του Τελ Αβίβ.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σκιώδους προστασίας αφορούσε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ισραήλ. Την εποχή της προεδρίας Κένεντι, υπήρχε τεράστια ανησυχία για την προσπάθεια του Ισραήλ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, μια διαδικασία στην οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες, φέρεται να είχε εμπλακεί μέχρι και ο ίδιος ο Μπενιαμίν Νετανιάχου στην υφαρπαγή σχετικής τεχνολογίας. Ο Angleton φρόντιζε συστηματικά να φιλτράρει το τι ακριβώς έφτανε στο Οβάλ Γραφείο, εγκαθιδρύοντας μια κουλτούρα “δημιουργικής ασάφειας” που ευνόησε το Ισραήλ εις βάρος της αμερικανικής ενημέρωσης.
Το λογισμικό Pegasus και η ψηφιακή διείσδυση
Σήμερα, οι μέθοδοι έχουν εξελιχθεί δραματικά, περνώντας από τους φακέλους και τους ανθρώπινους πράκτορες στην αιχμή του κυβερνοπολέμου. Το επίκεντρο των σύγχρονων ανησυχιών εστιάζεται στο ισραηλινής κατασκευής κακόβουλο λογισμικό Pegasus. Η δύναμη αυτού του spyware έγκειται στην ικανότητά του να παραβιάζει συσκευές (smartphones και υπολογιστές) χωρίς να απαιτείται κανενός είδους φυσική επαφή ή ενέργεια από τον χρήστη (zero-click exploit).
Από τη στιγμή που το Pegasus μολύνει μια συσκευή, αποκτά τον πλήρη έλεγχο: διαβάζει κρυπτογραφημένα μηνύματα, παρακολουθεί κλήσεις και ενεργοποιεί το μικρόφωνο και την κάμερα εν αγνοία του κατόχου. Οι αμερικανικές υπηρεσίες γνωρίζουν καλά αυτές τις δυνατότητες, καθώς και οι ίδιες διαθέτουν αντίστοιχα επιθετικά συστήματα –θυμηθείτε τις αποκαλύψεις του Τζούλιαν Ασάνζ και του WikiLeaks για το οπλοστάσιο κυβερνοπολέμου της CIA, το οποίο μπορεί να παρέμβει ακόμα και στα ηλεκτρονικά συστήματα ενός αυτοκινήτου εν κινήσει ή να μετατρέψει μια απενεργοποιημένη τηλεόραση σε κοριό.
Το πρόβλημα είναι ότι το Ισραήλ, διαθέτοντας αυτή την υπερσύγχρονη τεχνολογία, δεν έχει κανέναν δισταγμό να τη χρησιμοποιήσει. Και όταν οι Ισραηλινοί παραμένουν “κολλημένοι” πάνω στον αμερικανικό κρατικό μηχανισμό, αξιοποιούν κάθε τεχνολογικό κενό για να αντλήσουν κρίσιμες γεωπολιτικές πληροφορίες.

Κυβερνητική ανεμελιά και παραβίαση πρωτοκόλλων
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνη λόγω της τραγικής αμέλειας που επιδεικνύουν κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι. Αναφορές δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια κρίσιμων διπλωματικών ταξιδιών –ιδιαίτερα κατά την περίοδο της κυβέρνησης Τραμπ– ανώτατοι διαπραγματευτές ταξίδευαν στη Μέση Ανατολή χρησιμοποιώντας τις προσωπικές τους συσκευές αντί για τα ασφαλή κρατικά τηλέφωνα. Πετούσαν με ιδιωτικά αεροσκάφη, αγνοώντας πλήρως τα στοιχειώδη πρωτόκολλα ασφαλείας των μυστικών υπηρεσιών.
Αυτή η συμπεριφορά αποτελεί βούτυρο στο ψωμί όχι μόνο για τις ισραηλινές υπηρεσίες, αλλά και για τους Ρώσους ή οποιονδήποτε άλλον διαθέτει προηγμένα συστήματα υποκλοπής. Άνθρωποι σε θέσεις-κλειδιά λειτουργούν ως κινούμενοι στόχοι συλλογής δεδομένων, προσφέροντας απλόχερα κρατικά μυστικά μέσω των незащищенных προσωπικών τους smartphones.
Είναι χαρακτηριστικό των πολιτικών αντιφάσεων στην Ουάσιγκτον το γεγονός ότι ενώ η διοίκηση Μπάιντεν είχε ουσιαστικά απαγορεύσει τη χρήση του Pegasus λόγω παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η επερχόμενη κυβέρνηση δείχνει διατεθειμένη να ανατρέψει αυτούς τους περιορισμούς. Δημιουργείται έτσι ένα χαοτικό τοπίο: από τη μία το Πεντάγωνο και οι υπηρεσίες πληροφοριών χτυπούν καμπανάκι κινδύνου για το ισραηλινό spyware, και από την άλλη ο Λευκός Οίκος υποβαθμίζει το θέμα, την ώρα που το Κογκρέσο προωθεί νομοσχέδια για ακόμα βαθύτερη ενσωμάτωση του αμερικανικού με τον ισραηλινό στρατό.
Ένα σκόπιμο φρένο στη διπλωματική τύφλωση
Μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο αντιφατικών πολιτικών, η διαρροή της DIA αποκτά τον πραγματικό της ρόλο. Δεν είναι μια απλή είδηση, αλλά μια κραυγή απόγνωσης και ταυτόχρονα μια τακτική κίνηση από τον πυρήνα του αμερικανικού κατεστημένου εθνικής ασφάλειας. Οι άνθρωποι που έδωσαν αυτά τα στοιχεία στη δημοσιότητα επιδιώκουν να εκθέσουν την υποκρισία μιας συμμαχίας που λειτουργεί ετεροβαρώς.
Είναι μια σαφής προειδοποίηση προς την πολιτική ηγεσία ότι η ανοχή στην κατασκοπεία εις βάρος των αμερικανικών συμφερόντων έχει όρια. Όταν ένας σύμμαχος αναπτύσσει επιθετική δράση μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, εκμεταλλευόμενος την τεχνολογική του υπεροχή στο λογισμικό παρακολούθησης και την πολιτική αφέλεια των διαπραγματευτών σου, η σιωπή παύει να είναι διπλωματία και μετατρέπεται σε συννοχή. Η διαρροή αυτή είναι, τελικά, η απόδειξη ότι πίσω από τις κλειστές πόρτες της Ουάσιγκτον, ο “μήνας του μέλιτος” με το Τελ Αβίβ αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη κρίση εμπιστοσύνης των τελευταίων δεκαετιών.
