Ο αόρατος πόλεμος των υποθαλάσσιων καλωδίων: Πώς ΗΠΑ και Κίνα δίνουν μάχη για τον έλεγχο των παγκόσμιων δεδομένων
Στα τέλη Απριλίου, ο Αμερικανός γερουσιαστής Τζιμ Ρις επανέφερε στο προσκήνιο τις ανησυχίες της Ουάσιγκτον για πιθανές δολιοφθορές σε υποθαλάσσια καλώδια
Τα υποθαλάσσια καλώδια τηλεπικοινωνιών, από τα οποία διέρχεται το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας διαδικτυακής κίνησης και των διεθνών δεδομένων, μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Παρότι καμία από τις περίπου 200 ετήσιες βλάβες ή περιστατικά σε υποθαλάσσια καλώδια δεν έχει αποδειχθεί επισήμως ότι αποτελεί κρατικά οργανωμένη δολιοφθορά, οι ανησυχίες για επιχειρήσεις «γκρίζας ζώνης» και για την ασφάλεια κρίσιμων υποδομών επηρεάζουν ήδη τον σχεδιασμό των ψηφιακών δικτύων στον Ινδο-Ειρηνικό.
Στα τέλη Απριλίου, ο Αμερικανός γερουσιαστής Τζιμ Ρις επανέφερε στο προσκήνιο τις ανησυχίες της Ουάσιγκτον για πιθανές δολιοφθορές σε υποθαλάσσια καλώδια και για την κινεζική συμμετοχή σε κρίσιμες ψηφιακές υποδομές. Οι δηλώσεις του επιβεβαίωσαν μια πολιτική που αναπτύσσεται εδώ και χρόνια και αντιμετωπίζει τους λεγόμενους «ξένους αντιπάλους» ως ανεπιθύμητους παράγοντες σε έργα στρατηγικής σημασίας.
Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί ένα νέο δίλημμα για πολλές χώρες της περιοχής: δεν καλούνται πλέον μόνο να αποφασίσουν πού θα καταλήγουν τα νέα καλώδια, αλλά και σε ποια γεωπολιτική αρχιτεκτονική θα στηρίζονται οι ψηφιακές τους επικοινωνίες για τις επόμενες δεκαετίες.

Ο Ρις αναφέρθηκε σε τουλάχιστον οκτώ περιστατικά ύποπτων δολιοφθορών στη Βαλτική Θάλασσα από το 2022, τα οποία θεωρεί πιθανόν συνδεδεμένα με τη Ρωσία, καθώς και σε πέντε περιστατικά που καταγράφηκαν στην Ταϊβάν και αποδίδονται από αμερικανικής πλευράς στην Κίνα. Ωστόσο, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου έχουν ασκηθεί διώξεις, η απόδοση κρατικής ευθύνης παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του Κινέζου πλοιάρχου του πλοίου Hong Tai 58, ο οποίος κατηγορήθηκε μετά από βλάβη σε καλώδιο μεταξύ της Πενγκού και της Ταϊβάν τον Φεβρουάριο του 2025. Η υπόθεση τεκμηρίωσε ατομική ευθύνη για τη ζημιά, όχι όμως κρατική εμπλοκή.
Οι αποκλεισμοί που αλλάζουν τον χάρτη των υποθαλάσσιων δικτύων
Οι αμερικανικοί περιορισμοί γίνονται πλέον αισθητοί σε ολόκληρη την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Νέοι κανόνες της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών των ΗΠΑ (FCC), που ανακοινώθηκαν τον Αύγουστο του 2025, προβλέπουν ουσιαστικά την απόρριψη αδειών προσαιγιάλωσης καλωδίων όταν εμπλέκονται εταιρείες που συνδέονται με χώρες οι οποίες θεωρούνται αντίπαλοι των ΗΠΑ. Παράλληλα, απαγορεύεται η χρήση εξοπλισμού προμηθευτών που βρίσκονται στη λίστα απαγορευμένων εταιρειών σε κάθε υποθαλάσσιο σύστημα που συνδέεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις καταδεικνύουν την επιρροή αυτής της πολιτικής. Το έργο Pacific Light Cable Network, που αρχικά σχεδιαζόταν να συνδέει το Χονγκ Κονγκ, την Ταϊβάν, τις Φιλιππίνες και το Λος Άντζελες, τροποποιήθηκε σημαντικά ύστερα από αμερικανικές αντιρρήσεις και τελικά εγκαταλείφθηκε η σύνδεση με το Χονγκ Κονγκ. Αντίστοιχα, το East Micronesia Cable, το οποίο προοριζόταν να βελτιώσει τις επικοινωνίες σε απομακρυσμένα νησιωτικά κράτη του Ειρηνικού, πάγωσε όταν εκφράστηκαν αμερικανικές ανησυχίες για κινεζική συμμετοχή και στη συνέχεια ανασχεδιάστηκε με τη στήριξη των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Αυστραλίας.
Το αποτέλεσμα ήταν κοινό και στις δύο περιπτώσεις: ο αποκλεισμός κινεζικών εταιρειών από τα έργα και η υλοποίησή τους υπό δυτική επιρροή.
Το οικονομικό κόστος και ο νέος ανταγωνισμός
Η μετατροπή των υποθαλάσσιων καλωδίων σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας έχει και οικονομικές συνέπειες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, επενδύσεις σχεδόν 11 δισ. δολαρίων σε νέα καλώδια αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία την περίοδο 2024-2026, με τη συντριπτική πλειονότητα των έργων να κατασκευάζεται από τις εταιρείες SubCom, ASN και NEC. Αντίθετα, η κινεζική HMN Tech, παρά το χαμηλότερο κόστος των προσφορών της, διατηρεί μερίδιο αγοράς περίπου 5%.
Οι περιορισμοί στη συμμετοχή κινεζικών εταιρειών μειώνουν τον αριθμό των διαθέσιμων κατασκευαστών, αυξάνουν τους χρόνους υλοποίησης και περιορίζουν τον ανταγωνισμό στις τιμές. Παράλληλα, οι εναλλακτικές διαδρομές που επιλέγονται για να παρακάμπτουν τη Νότια Σινική Θάλασσα συνεπάγονται μεγαλύτερο μήκος καλωδίων και υψηλότερα κόστη κατασκευής. Εκτιμάται ότι μια παράκαμψη μόλις 100 χιλιομέτρων μπορεί να αυξήσει το κόστος ενός έργου από 600.000 έως 2 εκατ. δολάρια.

Η πολιτική αυτή οδηγεί επίσης σε αυξημένη συγκέντρωση καλωδίων σε ορισμένους κόμβους. Οι Φιλιππίνες, για παράδειγμα, φιλοξενούν ήδη 11 διεθνή καλώδια, ενώ άλλα έξι βρίσκονται υπό κατασκευή. Η γεωγραφική τους θέση τις καθιστά φυσικό κόμβο, ωστόσο η αποφυγή άλλων περιοχών ενισχύει περαιτέρω αυτή τη συγκέντρωση, δημιουργώντας νέους κινδύνους σε περίπτωση βλάβης ή διακοπής λειτουργίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η υπόθεση του καλωδίου SeaMeWe-6. Η κοινοπραξία που το σχεδίαζε είχε αρχικά επιλέξει την HMN Tech, καθώς η προσφορά της ήταν περίπου τρεις φορές φθηνότερη από εκείνη της αμερικανικής SubCom. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών προειδοποίησε ότι ενδεχόμενες μελλοντικές κυρώσεις κατά της κινεζικής εταιρείας θα μπορούσαν να καταστήσουν αδύνατη τη χρήση του καλωδίου από αμερικανικές επιχειρήσεις. Τελικά, η απόφαση ανατράπηκε και η σύμβαση ανατέθηκε στη SubCom.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ενδεικτική της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται στον χώρο των υποθαλάσσιων τηλεπικοινωνιών. Για πολλές χώρες του Ινδο-Ειρηνικού, η επιλογή ενός καλωδίου δεν αφορά πλέον μόνο το κόστος ή τις τεχνικές προδιαγραφές, αλλά και το γεωπολιτικό στρατόπεδο με το οποίο θα συνδεθούν. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα εκτιμάται ότι θα επηρεάσουν τις ψηφιακές υποδομές και τη συνδεσιμότητα της περιοχής έως και τη δεκαετία του 2040.