Η παράδοξη περίπτωση της λεσβίας Άλις Βάιντελ (παντρεμένη με κόρη μεταναστών) στην ηγεσία της γερμανικής ομοφοβικής ακροδεξιάς
Πώς μια ομοφυλόφιλη μητέρα, που συζεί με γυναίκα μεταναστευτικής καταγωγής, ηγείται του πιο σκληρού συντηρητικού κόμματος της Γερμανίας και τι σημαίνει αυτό για τη νέα ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.
Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο, πρωτοφανές πολιτικό πρόβλημα. Η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) συγκέντρωσε πρόσφατα σχεδόν το 44% των ψήφων σε τοπικό επίπεδο, υπερδιπλασιάζοντας το προηγούμενο ποσοστό της και φτάνοντας μόλις τρεις έδρες μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία. Για όσους δεν έχουν παρακολουθήσει στενά την πορεία της AfD, πρόκειται για ένα κόμμα σφοδρά κατά της μετανάστευσης, το οποίο επιδιώκει την επιστροφή στις πιο παραδοσιακές γερμανικές αξίες.

Στα προγράμματά του αναφέρεται ρητά ότι τα παιδιά ανατρέφονται καλύτερα αποκλειστικά από έναν πατέρα και μια μητέρα. Τα στελέχη του παραπονούνται τακτικά για την προώθηση των λεγόμενων «μη αναπαραγωγικών τρόπων ζωής», χαρακτηρίζοντας μάλιστα ορισμένους από αυτούς ως σεξουαλικές αποκλίσεις. Επιπλέον, όταν η Γερμανία νομιμοποίησε τον γάμο μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών, η κοινοβουλευτική ομάδα της AfD κατέθεσε νομοσχέδιο προσπαθώντας να τον καταργήσει. Εύλογα, λοιπόν, αναρωτιέται κανείς ποιος μπορεί να ηγείται ενός τέτοιου μορφώματος. Η απάντηση είναι μάλλον η πιο απροσδόκητη: μια ομοφυλόφιλη μητέρα δύο παιδιών.
Η Άλις Βάιντελ (Alice Weidel) βρίσκεται σε σχέση με την ίδια γυναίκα εδώ και περίπου 20 χρόνια. Η σύντροφός της έχει καταγωγή από τη Σρι Λάνκα και μαζί μεγαλώνουν δύο παιδιά. Η Βάιντελ είναι η αδιαμφισβήτητη ηγέτιδα όλων όσων περιγράφηκαν παραπάνω. Το γεγονός αυτό δημιουργεί αρχικά την απορία αν η ίδια έχει μπει καν στον κόπο να διαβάσει το μανιφέστο του κόμματός της. Η αλήθεια είναι, ωστόσο, ότι έχει προσέξει την αντίφαση, απλώς δεν θεωρεί ότι πρόκειται για αντίφαση. Πιστεύει ότι η παραδοσιακή ετεροφυλόφιλη οικογένεια μπορεί να αποτελεί το κοινωνικό ιδεώδες, την ώρα που η δική της οικογένεια θα πρέπει απλώς να αντιμετωπίζεται ισότιμα. Και το πιο εντυπωσιακό; Έχει δηλώσει πως δεν εντάχθηκε στην AfD παρότι είναι ομοφυλόφιλη, αλλά ακριβώς επειδή είναι ομοφυλόφιλη. Αυτή η στάση ίσως αποκαλύπτει κάτι πολύ βαθύτερο για τη σύγχρονη ακροδεξιά: ποιος έχει δικαίωμα να ανήκει σε αυτήν, ποιος όχι, και πώς ένα κίνημα μπορεί να αλλάξει την εικόνα του χωρίς να αλλάξει τις πεποιθήσεις του.

Η ιδεολογική μεταστροφή της εναλλακτικής για τη γερμανία
Η Άλις Βάιντελ εντάχθηκε στην AfD πριν αυτή μετατραπεί στο σκληρό κόμμα που γνωρίζουμε σήμερα. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία ιδρύθηκε το 2013, αρχικά ως ένας ευρωσκεπτικιστικός σχηματισμός, ο οποίος είχε εμμονή σχεδόν αποκλειστικά με την κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Εκείνη την περίοδο, η ρητορική του κόμματος δεν αφορούσε πολιτισμικούς πολέμους, αλλά θύμιζε περισσότερο μια ακαδημαϊκή συζήτηση γύρω από τη νομισματική πολιτική.
Η Βάιντελ, όντας οικονομολόγος που είχε εργαστεί στον τραπεζικό τομέα και έχοντας ζήσει για χρόνια στην Κίνα, εντάχθηκε την ίδια χρονιά, εστιάζοντας σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική πολιτική. Όμως, καθώς η Γερμανία άλλαζε, άλλαζε και η AfD. Το μεγάλο σημείο καμπής ήταν το 2015, όταν περίπου 890.000 αιτούντες άσυλο έφτασαν στη χώρα, πολλοί εξ αυτών προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους πολέμους στη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Η τότε καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ υπερασπίστηκε την ανταπόκριση της Γερμανίας με την πλέον ιστορική φράση: «Μπορούμε να τα καταφέρουμε» (Wir schaffen das).

Η μεταναστευτική κρίση και η ριζοσπαστικοποίηση
Ο τεράστιος όγκος των αφίξεων πυροδότησε μια ανεξέλεγκτη πολιτική αντίδραση. Η συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι ευνοϊκότερη για την AfD. Ο οικονομικά φιλελεύθερος ιδρυτής της είχε μόλις χάσει μια εσωτερική μάχη εξουσίας και είχε αποχωρήσει από το κόμμα. Πολύ γρήγορα, το μεταναστευτικό έγινε το νέο καθοριστικό ζήτημα της παράταξης. Το κόμμα που ξεκίνησε όντας οργισμένο με το ευρώ, ήταν πλέον οργισμένο με τους μετανάστες. Καθώς η δημοτικότητά του άρχισε να ανεβαίνει, η πολιτική καριέρα της Άλις Βάιντελ ανέβαινε μαζί του.
Την επόμενη δεκαετία, η AfD μετακινήθηκε πολύ πιο δεξιά. Ενστερνίστηκε την ιδέα της «παλιννόστησης» (remigration), ουσιαστικά πιέζοντας για την μαζική απέλαση ξένων υπηκόων από τη Γερμανία. Παράλληλα, ορισμένες τοπικές οργανώσεις του κόμματος άρχισαν να προτείνουν μέτρα όπως ξεχωριστές τάξεις για τα παιδιά των προσφύγων και σχολεία που θα διδάσκουν ρητά στα παιδιά την αγάπη για την πατρίδα και τον γερμανικό λαό.
Τελικά, οι θέσεις αυτές κινητοποίησαν την εγχώρια υπηρεσία πληροφοριών της Γερμανίας. Το 2024, η υπηρεσία κατέταξε την εθνική AfD ως μια επιβεβαιωμένη ακροδεξιά εξτρεμιστική οργάνωση, σημειώνοντας ότι τμήματα της ιδεολογίας της αντιμετωπίζουν τους εθνοτικά Γερμανούς ως «πιο αυθεντικά Γερμανούς» σε σχέση με τους πολίτες μεταναστευτικού υπόβαθρου. Η μετατόπιση του κόμματος προς τα δεξιά δεν ήταν απλώς μια συντηρητική στροφή· ήταν μια ξεκάθαρη βουτιά στον ακραίο εθνικισμό.
Ο πόλεμος κατά του ομόφυλου γάμου
Μέχρι το 2017, η Άλις Βάιντελ είχε αναδειχθεί σε μία εκ των δύο βασικών υποψηφίων της AfD για τις ομοσπονδιακές εκλογές, μπαίνοντας τελικά στο κοινοβούλιο ως συμπρόεδρος της κοινοβουλευτικής της ομάδας. Ενώ όμως το κόμμα της κινούνταν προς μια άκρως συντηρητική κατεύθυνση, οι νόμοι της Γερμανίας για τις ομόφυλες σχέσεις εκσυγχρονίζονταν. Παρότι η Γερμανία επέτρεπε τα σύμφωνα συμβίωσης μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών από το 2001, μόλις το 2017 θεσπίστηκε νομικά ο γάμος.
Την εποχή εκείνη, η AfD δεν βρισκόταν στην κυβέρνηση και δεν μπορούσε να καταψηφίσει τον νόμο. Ωστόσο, το υφιστάμενο πρόγραμμα του κόμματος περιέγραφε την παραδοσιακή οικογένεια ως κατευθυντήρια αρχή του και κατήγγειλε αυτό που θεωρούσε ως «υπερβολική εστίαση στην ομοφυλοφιλία και την τρανς εκπαίδευση στα σχολεία». Όταν η AfD μπήκε για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο το 2017, βρήκε την ευκαιρία να δράσει ενάντια στην ισότητα στον γάμο.
Η κοινοβουλευτική ομάδα, της οποίας συν-ηγείτο η Βάιντελ, κατέθεσε νομοσχέδιο με έναν απολύτως ξεκάθαρο τίτλο: «Σχέδιο νόμου για την κατάργηση του νόμου που εισάγει το δικαίωμα σύναψης γάμου για πρόσωπα του ιδίου φύλου». Η πρόταση αυτή υποστήριζε ότι ο γάμος μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου ήταν ασυμβίβαστος με την ειδική συνταγματική προστασία που παρέχεται στον γάμο και την οικογένεια βάσει του γερμανικού Συντάγματος. Αναμενόμενα, η προσπάθεια απέτυχε, καθώς όλα τα υπόλοιπα κόμματα την απέρριψαν. Όμως, αυτό ακριβώς το γεγονός καθιστά τον ρόλο της Βάιντελ απόλυτα σουρεαλιστικό. Δεν ήταν ένας πολιτικός που βρισκόταν «στην ντουλάπα» και βρέθηκε παγιδευμένος σε ένα κόμμα που ξαφνικά ανακάλυψε τον κοινωνικό συντηρητισμό. Η οικογενειακή της κατάσταση ήταν γνωστή στο ευρύ κοινό.
Ομοφυλόφιλη, αλλά αποστασιοποιημένη από την κοινότητα
Το ενδιαφέρον δεν είναι αν η ίδια εντοπίζει την αντίφαση, αλλά το πώς καταφέρνει να την εναρμονίσει με την προσωπική της ζωή. Το πρώτο στοιχείο που εξηγεί τη στάση της είναι ότι η Βάιντελ δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Σε μια τηλεοπτική συνέντευξη το 2023, όταν ρωτήθηκε για την εχθρότητα απέναντι στα queer άτομα μέσα στους κόλπους της AfD, απάντησε με μια φράση που έγινε αμέσως viral: «Δεν είμαι queer. Είμαι παντρεμένη με μια γυναίκα που γνωρίζω εδώ και 20 χρόνια».
Πίσω από αυτή τη δήλωση κρύβεται μια κρίσιμη πολιτική διάκριση. Για τη Βάιντελ, η έλξη προς τις γυναίκες είναι απλώς ένα γεγονός της προσωπικής της ζωής. Το να είναι κανείς «queer», από την άλλη πλευρά, αποτελεί γι’ αυτήν μια πολιτική ταυτότητα την οποία επιλέγει να μην υιοθετήσει. Στην ίδια συνέντευξη, μάλιστα, επέκρινε αυτό που αποκάλεσε «τρανς ποπ κουλτούρα», η οποία προωθείται υπό τη σημαία του ουράνιου τόξου, ιδιαίτερα στα σχολεία και τους παιδικούς σταθμούς.
Η ομοκανονικότητα ως πολιτική ιδεολογία
Οι ακαδημαϊκοί χρησιμοποιούν συχνά τον όρο «ομοκανονικότητα» (homonormativity) για να περιγράψουν πώς οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις μπορούν να ταιριάξουν άνετα μέσα σε κατά τα άλλα παραδοσιακές ιδέες για την κοινωνία. Το να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος δεν σημαίνει αυτόματα ότι απορρίπτει τον γάμο, τη μονογαμία, τα παιδιά, τη συμβατική οικογενειακή ζωή ή τη συντηρητική πολιτική. Και η αλήθεια είναι ότι η ζωή της Βάιντελ είναι αρκετά συμβατική και συντηρητική, με τη μόνη διαφορά ότι η σύντροφός της είναι γυναίκα.
Φέτος, η AfD υποστήριξε εκ νέου ότι μια «άθικτη οικογένεια» –αποτελούμενη από μητέρα, πατέρα και παιδιά– παρέχει τις καλύτερες συνθήκες για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών. Το κόμμα απέδωσε επίσης το δημογραφικό πρόβλημα της Γερμανίας στη μεγαλύτερη αποδοχή αυτού που ονόμασε «μη αναπαραγωγικούς τρόπους ζωής», ζητώντας από το κράτος να σταματήσει να προωθεί «εναλλακτικά οικογενειακά μοντέλα». Όταν η Βάιντελ ήρθε αντιμέτωπη με αυτή την αντίφαση, δήλωσε: «Εκεί είναι που διαφωνώ μαζί τους, επειδή είμαι πολύ πιο κοινωνικά φιλελεύθερη, ακριβώς επειδή το ζω».
Υπερασπίστηκε τη δική της οικογένεια, τονίζοντας ότι τα παιδιά της έχουν την καλύτερη ανατροφή και πως οι ομόφυλες σχέσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα. Ωστόσο, προσέθεσε το εξής καθοριστικό: «Εάν εγώ, ως πολιτικός, μιλήσω για ένα κοινωνικό ιδεώδες, και αυτό είναι η παραδοσιακή οικογένεια, τότε μπορώ να το υποστηρίξω και δεν αποτελεί αντίφαση». Ουσιαστικά, η Βάιντελ τραβάει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην προσωπική νομική προστασία και το πρότυπο που το κράτος οφείλει να πριμοδοτεί.
Ο εθνικισμός ως ασπίδα προστασίας των γκέι
Το πιο κρίσιμο στοιχείο στην πολιτική ρητορική της Βάιντελ είναι ότι δεν υποστηρίζει απλώς πως το να είναι κανείς γκέι είναι συμβατό με την AfD. Υποστηρίζει ότι είναι ένας από τους βασικούς λόγους για να στηρίξει την AfD. Το 2017, όταν ρωτήθηκε γιατί μια λεσβία να ενταχθεί σε ένα τέτοιο κόμμα, η απάντησή της μετέφερε το βάρος αλλού. Ισχυρίστηκε ότι οι ομοφυλόφιλοι ανησυχούν λιγότερο για το αν η σχέση τους ονομάζεται «γάμος» και περισσότερο για το αν μπορούν να περπατήσουν με ασφάλεια στη γειτονιά τους κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου.
Εντόπισε ως τη μεγαλύτερη απειλή τους μουσουλμάνους μετανάστες, υποστηρίζοντας –με δόσεις υπερβολής– ότι οι ομοφυλόφιλοι αντιμετωπίζουν αυξανόμενη βία και πως κυριολεκτικά «διώκονται» από συμμορίες μεταναστών. Αυτός ο μηχανισμός είναι γνωστός στις πολιτικές επιστήμες ως «ομοεθνικισμός» (homonationalism). Μια χώρα (ή ένα κόμμα) μπορεί να προβάλει την αποδοχή των ομοφυλοφίλων ως απόδειξη ότι είναι σύγχρονη και ανεκτική, και στη συνέχεια να την αντιπαραβάλει με μια εξωτερική ομάδα που παρουσιάζεται ως επικίνδυνη για αυτές τις ελευθερίες. Στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά, η ομάδα αυτή είναι συνήθως οι μουσουλμάνοι. Έτσι, τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων δεν αποτελούν πλέον επιχείρημα για προοδευτικές πολιτικές, αλλά εργαλείο για αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική.
Το τέλειο πολιτικό άλλοθι
Αυτό που κατάφερε η Βάιντελ ήταν να συνδέσει μια υπαρκτή ανησυχία με ένα ευρύτερο αντιμεταναστευτικό αφήγημα. Το κόμμα μπορεί να αντιτίθεται στον γάμο των ομοφυλοφίλων, στις σημαίες υπερηφάνειας και στη σύγχρονη πολιτική για τα δικαιώματα των τρανς, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται ως προστάτης των γκέι. Όπως το έθεσε η ίδια: «Χωρίς εσωτερική ασφάλεια, δεν υπάρχει ελευθερία, ούτε για τον δικό μου τρόπο ζωής ούτε για τον δικό σας».
Η Άλις Βάιντελ είναι επίσης ένα εξαιρετικά βολικό πρόσωπο για την ηγεσία. Πολιτικοί αναλυτές την περιγράφουν ως τον απόλυτο «φερετζέ» της AfD (fig leaf). Είναι το πρόσωπο που προβάλλεται κάθε φορά που κάποιος κατηγορεί το κόμμα για μισαλλοδοξία. Η πιο ξεκάθαρη απόδειξη αυτής της λειτουργίας ήρθε πρόσφατα από τον Έλον Μασκ. Ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος, ο οποίος έχει αναδειχθεί σε επιφανή υποστηρικτή της AfD, υπερασπίστηκε το κόμμα δείχνοντας τη Βάιντελ, γράφοντας στα κοινωνικά δίκτυα: «Έχει σύντροφο από τη Σρι Λάνκα. Σας ακούγεται αυτό για Χίτλερ;».
Το γκρέμισμα του τείχους προστασίας
Επί σειρά ετών, τα υπόλοιπα γερμανικά κόμματα είχαν μια απλή λύση για την AfD: το περιβόητο «τείχος προστασίας» (Brandmauer), μια άτυπη πολιτική συμφωνία μεταξύ των κυρίαρχων κομμάτων να μην συνεργάζονται ποτέ με την ακροδεξιά. Αυτό το σύστημα λειτουργεί εξαιρετικά όταν η AfD συγκεντρώνει 15%. Γίνεται όμως αφόρητα δύσκολο όταν αγγίζει το 44% στις τοπικές κάλπες. Πλέον, το κόμμα αναζητά ανοιχτά πρόθυμους πολιτικούς για να σπάσουν αυτόν τον αποκλεισμό, ενώ η διεθνής alt-right σκηνή πιέζει ανοιχτά προς αυτή την κατεύθυνση.
Και εδώ κρύβεται ίσως το μεγαλύτερο μάθημα από την περίπτωση της Βάιντελ. Ένα ακροδεξιό κόμμα στη σύγχρονη Ευρώπη δεν χρειάζεται απαραίτητα όλα τα μέλη της ηγεσίας του να αποτελούν πιστά αντίγραφα της συντηρητικής κοινωνίας που ευαγγελίζεται. Μπορεί κάλλιστα να έχει μια ομοφυλόφιλη ηγέτιδα, να τη χρησιμοποιεί ως απόδειξη συμπερίληψης, και την ίδια ακριβώς στιγμή να υποστηρίζει θεσμικά ότι ορισμένοι τρόποι ζωής αξίζουν μεγαλύτερη κρατική αναγνώριση από άλλους. Η σύγχρονη ακροδεξιά δεν λέει πάντα στις μειονότητες ότι δεν ανήκουν. Μερικές φορές τους λέει ότι μπορούν να ανήκουν, αρκεί να συμφωνήσουν στο ποιοι πρέπει να μείνουν απ’ έξω.

