Η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση παίρνει νέες διαστάσεις – Πώς τρεις πόλεμοι εκτοξεύουν τις τιμές των καυσίμων και απειλούν την οικονομία

Οι συγκρούσεις στο Ιράν, στην Ουκρανία και στην Υεμένη προκαλούν διαδοχικά προβλήματα στην παραγωγή, τη μεταφορά και τη διύλιση πετρελαίου – Η έλλειψη ντίζελ, το αυξανόμενο κόστος των δεξαμενόπλοιων και οι επιπτώσεις σε τρόφιμα, μεταφορές και κατασκευές

Η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση παίρνει νέες διαστάσεις – Πώς τρεις πόλεμοι εκτοξεύουν τις τιμές των καυσίμων και απειλούν την οικονομία

Μια πετρελαϊκή κρίση με πολλαπλές εστίες βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία επηρεάζουν ταυτόχρονα την προσφορά αργού πετρελαίου, τις θαλάσσιες μεταφορές και την παραγωγή καυσίμων. Το αποτέλεσμα δεν περιορίζεται στην αύξηση των τιμών της βενζίνης, αλλά επεκτείνεται σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία, με ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για το ντίζελ, τις εμπορευματικές μεταφορές, τα τρόφιμα και τη βιομηχανία.

σχετικά άρθρα

Η κρίση περιγράφεται ως αποτέλεσμα τριών αλληλένδετων προβλημάτων: της μείωσης του διαθέσιμου πετρελαίου λόγω του πολέμου με το Ιράν και των επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές, της εκτόξευσης του κόστους μεταφοράς και της καταστροφής διυλιστηρίων που περιορίζει την παραγωγή έτοιμων καυσίμων.

Η παγκόσμια αγορά καταναλώνει περίπου 100 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως. Καθώς η παραγωγή και η κατανάλωση βρίσκονται σε στενή ισορροπία, μια μεγάλη διαταραχή στις εξαγωγές μπορεί να προκαλέσει ανατιμήσεις σε πολλές χώρες ταυτόχρονα.

Η πρώτη μεγάλη ανατροπή ήρθε με τον πόλεμο που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2026 ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν. Η Τεχεράνη προχώρησε στον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία περνούσαν περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως.

Για να περιοριστεί η απώλεια, ενεργοποιήθηκαν εναλλακτικές διαδρομές.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αύξησαν τις μεταφορές μέσω αγωγού μήκους περίπου 480 χιλιομέτρων, ο οποίος παρακάμπτει τα Στενά του Ορμούζ και μεταφέρει 1,5 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως.

Η Σαουδική Αραβία αξιοποίησε τον αγωγό East-West, μήκους περίπου 1.200 χιλιομέτρων, μεταφέροντας έως 5,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως προς την Ερυθρά Θάλασσα.

Παράλληλα, μικρότερα δεξαμενόπλοια άρχισαν να μεταφέρουν πετρέλαιο μέσα από περιοχές κοντά στις ακτές του Ομάν και να το παραδίδουν σε μεγαλύτερα πλοία, μέσω μεταφορτώσεων από πλοίο σε πλοίο. Με αυτόν τον τρόπο, περίπου 6,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως συνέχισαν να διέρχονται από την περιοχή, παρά τον αποκλεισμό.

Οι εναλλακτικές αυτές λύσεις επέτρεψαν τη μεταφορά περίπου 13,5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, δηλαδή σχεδόν των δύο τρίτων της ποσότητας που περνούσε προηγουμένως από το Ορμούζ.

Ωστόσο, η κατάσταση άλλαξε ξανά στα μέσα Σεπτεμβρίου.

Οι επιθέσεις των Χούθι και η εκτόξευση του κόστους μεταφοράς

Οι Χούθι της Υεμένης, οι οποίοι βρίσκονται σε σύγκρουση με τη Σαουδική Αραβία και διατηρούν στενούς δεσμούς με το Ιράν, επέκτειναν τον έλεγχό τους σε παράκτιες περιοχές της χώρας, αποκτώντας μεγαλύτερη επιρροή στο στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Το συγκεκριμένο πέρασμα συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό και είχε αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τον αποκλεισμό του Ορμούζ.

Οι Χούθι προχώρησαν στον αποκλεισμό του περάσματος, ενώ πυραυλική επίθεση έπληξε σημαντική εγκατάσταση διύλισης της Σαουδικής Αραβίας, κοντά στο δυτικό άκρο του αγωγού East-West.

Ακολούθησαν επιθέσεις με drones από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ εναντίον τριών σταθμών άντλησης του αγωγού, προκαλώντας σοβαρές καταστροφές και διακόπτοντας τη λειτουργία του.

Έτσι, χάθηκαν προσωρινά από τις διαθέσιμες εξαγωγικές διαδρομές άλλα 5,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Οι ποσότητες πετρελαίου που μπορούσαν να μεταφερθούν από την περιοχή περιορίστηκαν πλέον σε περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, έναντι 20 εκατομμυρίων πριν από τον πόλεμο.

Την ίδια στιγμή, η Κίνα άρχισε να αυξάνει τις αγορές της.

Κατά τους προηγούμενους μήνες, το Πεκίνο είχε περιορίσει τις εισαγωγές του κατά περίπου 5,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, συμβάλλοντας στη συγκράτηση της διεθνούς ζήτησης. Από τις αρχές Σεπτεμβρίου, όμως, η μείωση περιορίστηκε στα 2,5 εκατομμύρια βαρέλια.

Η αλλαγή αποτυπώθηκε στις τιμές. Ενώ το πετρέλαιο στις διεθνείς αγορές διαπραγματευόταν γύρω στα 105 δολάρια το βαρέλι, οι τιμές των κινεζικών συμβολαίων έφτασαν περίπου τα 135 δολάρια.

Η αιτία της αλλαγής δεν έχει αποσαφηνιστεί. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τα αποθέματά της ενόψει μεγαλύτερων ελλείψεων.

Μετά τις νέες εξελίξεις, το παγκόσμιο έλλειμμα προσφοράς εκτιμάται στο υλικό σε περίπου 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ποσότητα του διαθέσιμου πετρελαίου.

Η κρίση έχει προκαλέσει και μια πρωτοφανή αναστάτωση στις θαλάσσιες μεταφορές.

Πριν από τον πόλεμο, η μεταφορά πετρελαίου από τον τόπο παραγωγής μέχρι τον τελικό προορισμό κόστιζε περίπου 3 δολάρια ανά βαρέλι. Το χαμηλό κόστος βασιζόταν στη λειτουργία τεράστιων δεξαμενόπλοιων, τα οποία μετέφεραν μεγάλες ποσότητες μέσω καθιερωμένων διαδρομών.

Οι επιθέσεις εναντίον πλοίων, ο εγκλωβισμός δεξαμενόπλοιων κοντά στο Ορμούζ και ο αποκλεισμός του Μπαμπ ελ Μαντέμπ έχουν περιορίσει σημαντικά τη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα.

Πλοία που προηγουμένως ταξίδευαν απευθείας από τη Μέση Ανατολή προς την Ασία αναγκάζονται πλέον να ακολουθούν πολύ μεγαλύτερες διαδρομές.

Για παράδειγμα, ένα ταξίδι προς την Κίνα ή την Ταϊβάν, που προηγουμένως διαρκούσε περίπου 19 ημέρες, μπορεί πλέον να απαιτεί 48 ημέρες, με τα δεξαμενόπλοια να περνούν από τη Διώρυγα του Σουέζ, να διασχίζουν τη Μεσόγειο και να κάνουν τον γύρο της Αφρικής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε πλοίο πραγματοποιεί πολύ λιγότερα δρομολόγια μέσα στον ίδιο χρόνο.

Η ημερήσια ναύλωση ενός μεγάλου δεξαμενόπλοιου, που πριν από τον πόλεμο κόστιζε περίπου 30.000 δολάρια, παρουσιάζεται πλέον να έχει φτάσει τα 1,2 εκατομμύρια δολάρια.

Το κόστος μεταφοράς πετρελαίου υπολογίζεται ότι αυξήθηκε από 3 σε 26 δολάρια ανά βαρέλι.

Η αύξηση αυτή επιβαρύνει την τιμή του πετρελαίου κατά επιπλέον 23 δολάρια το βαρέλι, ανεξάρτητα από την ίδια την άνοδο της τιμής του αργού.

Η κρίση του ντίζελ και οι επιπτώσεις σε τρόφιμα, μεταφορές και κατασκευές

Το τρίτο και ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα αφορά τα διυλιστήρια.

Το αργό πετρέλαιο πρέπει να υποστεί επεξεργασία για να μετατραπεί σε βενζίνη, καύσιμα αεροσκαφών, ντίζελ και άλλα προϊόντα.

Η παγκόσμια κατανάλωση υπολογίζεται σε περίπου 25 εκατομμύρια βαρέλια βενζίνης, 8 εκατομμύρια βαρέλια καυσίμων αεροσκαφών και 30 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ ημερησίως. Άλλα 37 εκατομμύρια βαρέλια αντιστοιχούν σε διαφορετικά προϊόντα πετρελαίου.

Το ντίζελ έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς χρησιμοποιείται στα φορτηγά, στα γεωργικά μηχανήματα, στις κατασκευές, στους σιδηροδρόμους, στη ναυτιλία και στις γεννήτριες.

Σε αντίθεση με τη βενζίνη, η ζήτησή του δεν μπορεί εύκολα να περιοριστεί όταν αυξάνονται οι τιμές. Ένα φορτηγό πρέπει να ολοκληρώσει τη μεταφορά του και ένας αγρότης δεν μπορεί να σταματήσει τη συγκομιδή επειδή το καύσιμο έγινε ακριβότερο.

Αυτή η περιορισμένη δυνατότητα μείωσης της κατανάλωσης κάνει το ντίζελ ιδιαίτερα ευάλωτο σε ελλείψεις.

Στη Ρωσία, οι ουκρανικές επιθέσεις με drones έχουν πλήξει μεγάλο αριθμό διυλιστηρίων. Το υλικό αναφέρει ότι έχουν χτυπηθεί 28 από τις 32 μεγαλύτερες εγκαταστάσεις της χώρας, περιορίζοντας σημαντικά την παραγωγή καυσίμων.

Η μείωση της ρωσικής παραγωγής υπολογίζεται ότι έχει στερήσει από την παγκόσμια αγορά περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια ντίζελ ημερησίως.

Παράλληλα, οι αμοιβαίες επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων στο Ιράν και στις χώρες του Κόλπου εκτιμάται ότι έχουν αφαιρέσει άλλα 1,5 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως.

Η Κίνα, αντί να αυξήσει τις εξαγωγές διυλισμένων καυσίμων, τις περιόρισε, μειώνοντας τη διεθνή προσφορά ντίζελ κατά περίπου 500.000 βαρέλια ημερησίως.

Συνολικά, η παγκόσμια αγορά εκτιμάται ότι έχει χάσει περίπου 3 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ ημερησίως, δηλαδή το 10% της κανονικής κατανάλωσης.

Η έλλειψη έχει οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση της διαφοράς ανάμεσα στην τιμή του αργού πετρελαίου και στην τιμή των διυλισμένων καυσίμων. Η διαφορά αυτή είναι γνωστή ως crack spread και αποτελεί βασικό δείκτη της αγοράς διύλισης.

Πριν από έναν χρόνο, με το πετρέλαιο περίπου στα 65 δολάρια και τη διαφορά τιμής κοντά στα 20 δολάρια, ένα βαρέλι ντίζελ κόστιζε περίπου 85 δολάρια.

Στο σημερινό παράδειγμα που παρουσιάζεται, το αργό πετρέλαιο βρίσκεται περίπου στα 100 δολάρια, ενώ το crack spread του ντίζελ έχει εκτοξευθεί στα 110 δολάρια.

Έτσι, η τιμή του ντίζελ φτάνει περίπου τα 210 δολάρια το βαρέλι, έναντι 85 δολαρίων προηγουμένως.

Η αύξηση αυτή μεταφέρεται σε ολόκληρη την οικονομία.

Οι οδικές εμπορευματικές μεταφορές αντιπροσωπεύουν περίπου το μισό της παγκόσμιας κατανάλωσης ντίζελ. Όταν το καύσιμο ακριβαίνει, αυξάνεται το κόστος μεταφοράς σχεδόν κάθε προϊόντος.

Οι κατασκευές επηρεάζονται διπλά, καθώς ακριβαίνει τόσο η μεταφορά υλικών όσο και η λειτουργία των βαρέων μηχανημάτων. Αυτό μπορεί να αυξήσει το κόστος ανέγερσης κατοικιών και να περιορίσει τη νέα οικοδομική δραστηριότητα.

Αντίστοιχα, οι τιμές των τροφίμων πιέζονται από το κόστος μεταφοράς και την κατανάλωση ντίζελ στη γεωργική παραγωγή. Η εκτίμηση που παρουσιάζεται είναι ότι οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα θα μπορούσαν να προσεγγίσουν το 20%, χωρίς να αποκλείονται μεγαλύτερες αυξήσεις.

Στις αερομεταφορές, η αύξηση του κόστους των καυσίμων δημιουργεί πιέσεις στις εταιρείες, με ενδεχόμενες συνέπειες στις τιμές των εισιτηρίων, στη συχνότητα των πτήσεων και στην οικονομική βιωσιμότητα ορισμένων αεροπορικών επιχειρήσεων.

Η ναυτιλία επηρεάζεται επίσης, καθώς η άνοδος των καυσίμων προστίθεται στο ήδη αυξημένο κόστος ναύλωσης πλοίων.

Η κρίση γίνεται ιδιαίτερα περίπλοκη για χώρες που εισάγουν έτοιμα καύσιμα. Η Αυστραλία, για παράδειγμα, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από διυλισμένα προϊόντα που φτάνουν από άλλες χώρες, όπως η Νότια Κορέα. Έτσι, το πετρέλαιο μπορεί να χρειαστεί να διανύσει τεράστιες αποστάσεις πριν φτάσει στον τελικό καταναλωτή ως ντίζελ.

Αντίστοιχες εξαρτήσεις υπάρχουν σε περιοχές της Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας.

Η αλληλεπίδραση των τριών κρίσεων δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: η έλλειψη πετρελαίου αυξάνει τις τιμές, οι ακριβότερες μεταφορές επιβαρύνουν την τροφοδοσία της αγοράς και η περιορισμένη παραγωγή διυλισμένων καυσίμων προκαλεί νέες ανατιμήσεις.

Στις ΗΠΑ έχει τεθεί ως ενδεχόμενο ακόμη και η απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ, με στόχο τη συγκράτηση των εγχώριων τιμών. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω τη διεθνή προσφορά και να ενισχύσει τις πιέσεις στην παγκόσμια αγορά.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο πετρέλαιο παράγεται, αλλά εάν μπορεί να μεταφερθεί εγκαίρως, να διυλιστεί και να φτάσει εκεί όπου χρειάζεται.

Όσο οι πολεμικές συγκρούσεις συνεχίζουν να επηρεάζουν και τα τρία στάδια, η ενεργειακή κρίση απειλεί να μετατραπεί σε μια ευρύτερη οικονομική αναταραχή, με συνέπειες που φτάνουν πολύ πέρα από τις αντλίες των πρατηρίων καυσίμων.