Γιατί οι ΗΠΑ κερδίζουν γρήγορα τις μάχες αλλά δυσκολεύονται να κερδίσουν τους πολέμους

Από την Κορέα και το Βιετνάμ μέχρι το Ιράκ και το Αφγανιστάν, η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή δεν μετατράπηκε πάντα σε πολιτική νίκη – Η εξαίρεση του Πολέμου του Κόλπου και το δίλημμα που επανέρχεται σήμερα με το Ιράν

Γιατί οι ΗΠΑ κερδίζουν γρήγορα τις μάχες αλλά δυσκολεύονται να κερδίσουν τους πολέμους

Ίσως η πιο επικίνδυνη στιγμή για τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν πόλεμο να είναι εκείνη κατά την οποία όλα φαίνεται να εξελίσσονται ακριβώς όπως είχαν σχεδιαστεί. Η εχθρική αεράμυνα καταρρέει, τα κέντρα διοίκησης καταστρέφονται και τα αμερικανικά αεροσκάφη κυριαρχούν στον ουρανό. Μέσα σε λίγες ημέρες, ένας αντίπαλος στρατός μπορεί να δείχνει ανίκανος να ανταγωνιστεί την τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ της Ουάσινγκτον.

σχετικά άρθρα

Συχνά, όμως, τότε ακριβώς αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα.

Η στρατιωτική υπεροχή δίνει στην Ουάσινγκτον μια δυνατότητα που ελάχιστες χώρες διαθέτουν: να κλιμακώνει μια επιχείρηση προτού ακόμη έχει προσδιορίσει με σαφήνεια πώς θα πρέπει να μοιάζει η τελική πολιτική νίκη.

Έτσι, μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Οι αεροπορικές επιδρομές μετατρέπονται σε αλλαγή καθεστώτος και η αλλαγή καθεστώτος δημιουργεί πολιτικά προβλήματα που δεν μπορούν να επιλυθούν με πυραύλους.

Αμυντικές δαπάνες ΗΠΑ

Αυτό αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο δίλημμα της αμερικανικής ισχύος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ΗΠΑ ξεκινούν συνήθως τις συγκρούσεις έχοντας σχεδόν κάθε υλικό πλεονέκτημα: τεράστιες αμυντικές δαπάνες, βάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη, ισχυρό Πολεμικό Ναυτικό και δυνατότητες στον κυβερνοχώρο που ελάχιστες χώρες μπορούν να ανταγωνιστούν.

Εάν η Ουάσινγκτον αποφασίσει να καταστρέψει έναν σταθμό ραντάρ, ένα στρατιωτικό συγκρότημα ή ένα πλοίο, υπάρχουν ελάχιστα σημεία στον πλανήτη που βρίσκονται πραγματικά εκτός της εμβέλειάς της.

Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η στρατιωτική καταστροφή πρέπει να μετατραπεί σε μόνιμο πολιτικό αποτέλεσμα.

Η ίδια συζήτηση επανέρχεται σήμερα με το Ιράν. Οι αμερικανικές δυνάμεις μπορούν να πλήττουν επανειλημμένα ιρανικούς στόχους από μεγάλες αποστάσεις και να προκαλούν σοβαρές ζημιές σε στρατιωτικές υποδομές. Το ερώτημα, όμως, είναι ποιο πολιτικό αποτέλεσμα πρέπει τελικά να παραγάγουν αυτά τα πλήγματα.

Όσο περισσότερο παρατείνεται ένας πόλεμος, τόσο περισσότερο η σύγκρουση παύει να αποτελεί διαγωνισμό ισχύος πυρός και μετατρέπεται σε διαγωνισμό αντοχής και πολιτικής βούλησης.

Και εκεί βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες των ΗΠΑ: ο χρόνος.

Από την Κορέα και το Βιετνάμ μέχρι το Ιράκ και το Αφγανιστάν

Ο Πόλεμος της Κορέας αποτέλεσε ένα από τα πρώτα μεγάλα παραδείγματα.

Όταν οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας εισέβαλαν στον Νότο το 1950, οι ΗΠΑ είχαν σημαντικά συμφέροντα στην περιοχή. Μια κομμουνιστική επικράτηση σε ολόκληρη την κορεατική χερσόνησο μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην Ασία στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.

Οι αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις απώθησαν τελικά τους Βορειοκορεάτες και κινήθηκαν προς την Κίνα.

Για την Ουάσινγκτον, η Κορέα αποτελούσε ένα σημαντικό κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Για το Πεκίνο, όμως, η παρουσία εχθρικών δυνάμεων που πλησίαζαν στα κινεζικά σύνορα αντιμετωπιζόταν ως άμεση στρατηγική απειλή.

Η Κίνα έστειλε τεράστιο αριθμό στρατιωτών στον πόλεμο. Τουλάχιστον 200.000 Κινέζοι στρατιώτες σκοτώθηκαν, με ορισμένες εκτιμήσεις να ανεβάζουν ακόμη περισσότερο τον αριθμό.

Τρία χρόνια αργότερα, η γραμμή του μετώπου βρισκόταν περίπου εκεί όπου είχε ξεκινήσει.

Οι ΗΠΑ διέθεταν πολύ μεγαλύτερους οικονομικούς και τεχνολογικούς πόρους. Η Κίνα, όμως, ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί ένα εξαιρετικά υψηλό κόστος επειδή θεωρούσε ότι το διακύβευμα το δικαιολογούσε.

Στο Βιετνάμ, αυτή η ανισορροπία πολιτικής βούλησης έγινε ακόμη εντονότερη.

Οι Βιετναμέζοι κομμουνιστές είχαν ήδη πολεμήσει εναντίον της γαλλικής αποικιοκρατίας. Για εκείνους, η σύγκρουση συνδεόταν με τον εθνικισμό, την επανένωση και τον έλεγχο της ίδιας τους της χώρας.

Οι ΗΠΑ έβλεπαν το Βιετνάμ μέσα από το πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Η Ουάσινγκτον φοβόταν το λεγόμενο «φαινόμενο του ντόμινο»: εάν έπεφτε το Νότιο Βιετνάμ, υπήρχε φόβος ότι θα ακολουθούσαν και άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.

Υπήρχε επίσης το ζήτημα της αμερικανικής αξιοπιστίας. Από τη στιγμή που οι ΗΠΑ είχαν δεσμευτεί δημόσια, η αποχώρηση μπορούσε να παρουσιαστεί ως ένδειξη αδυναμίας.

Για το Βιετκόνγκ, όμως, ο στόχος ήταν πολύ απλούστερος: έπρεπε απλώς να επιβιώσει.

Δεν χρειαζόταν να καταστρέψει τον αμερικανικό στρατό ή να απειλήσει τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρκούσε να κάνει το κόστος της συνέχισης του πολέμου μεγαλύτερο από την αξία που απέδιδε η αμερικανική κοινωνία στη νίκη.

Τελικά η δημόσια υποστήριξη στις ΗΠΑ κατέρρευσε, οι αμερικανικές δυνάμεις αποχώρησαν και δύο χρόνια αργότερα οι κομμουνιστικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Σαϊγκόν.

Η ίδια λογική εμφανίστηκε ξανά δεκαετίες αργότερα στο Ιράκ.

Το 2003 ο Σαντάμ Χουσεΐν βρισκόταν ήδη για περισσότερο από μία δεκαετία αντιμέτωπος με κυρώσεις, επιθεωρήσεις και στρατιωτικό περιορισμό. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράκ είχε διαλυθεί και ο Σαντάμ δεν είχε εμπλοκή στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

Όταν όμως οι αμερικανικές δυνάμεις εισέβαλαν, ο στόχος ξεπέρασε γρήγορα τον περιορισμό του Ιράκ. Η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους επιδίωξε την ανατροπή του Σαντάμ, την κατοχή της χώρας και τη δημιουργία νέων πολιτικών θεσμών, ενώ υπήρχε και η πολύ ευρύτερη φιλοδοξία μιας δημοκρατικής μεταμόρφωσης της Μέσης Ανατολής.

Η στρατιωτική επιχείρηση ήταν εξαιρετικά γρήγορη. Μέσα σε λίγες εβδομάδες το καθεστώς του Σαντάμ κατέρρευσε.

Αυτό αποδείχθηκε το εύκολο κομμάτι.

Οι αμερικανικές δυνάμεις έπρεπε πλέον να διαχειριστούν μια βαθιά διαιρεμένη χώρα, μέσα στην οποία ένοπλες οργανώσεις είχαν κάθε κίνητρο να αντισταθούν στην ξένη κατοχή. Παράλληλα, το Ιράν υποστήριζε ομάδες εχθρικές προς την αμερικανική παρουσία, ενώ η Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ επέτρεπε να φτάνει βοήθεια προς την εξέγερση.

Η στρατιωτική επιχείρηση είχε ανατρέψει την ιρακινή κυβέρνηση, αλλά η πολιτική επιχείρηση δημιούργησε μια πολύ ευρύτερη σύγκρουση.

Στο Αφγανιστάν, η ίδια διαδικασία κράτησε ακόμη περισσότερο.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ είχαν έναν ξεκάθαρο λόγο να κινηθούν εναντίον του Οσάμα μπιν Λάντεν και των Ταλιμπάν, οι οποίοι είχαν προσφέρει καταφύγιο στην Αλ Κάιντα.

Σταδιακά όμως η αποστολή διευρύνθηκε. Η καταστροφή των βάσεων της Αλ Κάιντα έγινε ανατροπή των Ταλιμπάν. Η ανατροπή των Ταλιμπάν μετατράπηκε σε προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου αφγανικού κράτους, με εκλογές, θεσμούς και δυνάμεις ασφαλείας.

Μια επιχείρηση που είχε ξεκινήσει ως απάντηση στην 11η Σεπτεμβρίου εξελίχθηκε σε ένα τεράστιο πρόγραμμα nation building σε μία από τις φτωχότερες και περισσότερο κατακερματισμένες χώρες του κόσμου.

Οι Ταλιμπάν είχαν ξανά ένα πολύ απλούστερο σχέδιο: να περιμένουν μέχρι να φύγουν οι Αμερικανοί.

Οι Αμερικανοί πρόεδροι λειτουργούν σε εκλογικούς κύκλους τεσσάρων ετών. Οι στρατιωτικές αποστολές εξαρτώνται από προϋπολογισμούς, η κοινή γνώμη μεταβάλλεται και κάποια στιγμή οι στρατιώτες επιστρέφουν στην πατρίδα τους.

Οι Ταλιμπάν, αντίθετα, βρίσκονταν στη δική τους χώρα.

Έπειτα από δύο δεκαετίες πολέμου, ο Ντόναλντ Τραμπ διαπραγματεύθηκε συμφωνία αποχώρησης κατά την πρώτη προεδρική θητεία του και ο Τζο Μπάιντεν ολοκλήρωσε την αποχώρηση το 2021. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι Ταλιμπάν είχαν επιστρέψει στην Καμπούλ.

Αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό του ασύμμετρου πολέμου: ο ασθενέστερος αντίπαλος δεν χρειάζεται πάντα να νικήσει στρατιωτικά. Μερικές φορές αρκεί να μην ηττηθεί μέχρι ο ισχυρότερος να αποφασίσει ότι δεν αξίζει πλέον να συνεχίσει.

Η εξαίρεση του Πολέμου του Κόλπου και το σημερινό δίλημμα με το Ιράν

Υπάρχει όμως μια σημαντική εξαίρεση σε αυτή την πορεία: ο Πόλεμος του Κόλπου.

Τον Αύγουστο του 1990, ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Κουβέιτ. Το Ιράκ απέκτησε έτσι τον έλεγχο όχι μόνο των δικών του τεράστιων ενεργειακών αποθεμάτων, αλλά και εκείνων του πολύ μικρότερου γείτονά του.

Εάν ο Σαντάμ διατηρούσε το Κουβέιτ, η Βαγδάτη θα αποκτούσε μεγαλύτερη επιρροή στον Περσικό Κόλπο και θα μπορούσε δυνητικά να απειλήσει τη Σαουδική Αραβία. Παράλληλα, θα δημιουργούνταν το προηγούμενο ότι μια χώρα μπορούσε να εισβάλει σε έναν γείτονά της, να καταλάβει το έδαφός του και να το διατηρήσει.

Ο πρόεδρος Τζορτζ Χ. Ου. Μπους συγκρότησε έναν μεγάλο διεθνή συνασπισμό και στις αρχές του 1991 ξεκίνησε η στρατιωτική επιχείρηση.

Η σύγκρουση ήταν εξαιρετικά άνιση. Ο ιρακινός στρατός υπέστη συντριπτικά πλήγματα, το Κουβέιτ απελευθερώθηκε και οι δυνάμεις του Σαντάμ επέστρεψαν πίσω από τα σύνορα.

Και τότε η Ουάσινγκτον έκανε κάτι κρίσιμο: σταμάτησε.

Οι αμερικανικές δυνάμεις δεν συνέχισαν προς τη Βαγδάτη. Ο Σαντάμ παρέμεινε στην εξουσία, ενώ ακολούθησαν αυστηρές επιθεωρήσεις του ΟΗΕ και περιορισμοί στο Ιράκ.

Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις από όσους θεωρούσαν ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να ανατρέψουν τον Σαντάμ. Όμως αυτό δεν αποτελούσε τον αρχικό σκοπό της επιχείρησης, θα ξεπερνούσε την εντολή του ΟΗΕ και θα άφηνε τις αμερικανικές δυνάμεις υπεύθυνες για την κατοχή και τη διακυβέρνηση του Ιράκ.

Δώδεκα χρόνια αργότερα, οι ΗΠΑ θα διαπίστωναν πόσο δύσκολο ήταν ακριβώς αυτό.

Ο Πόλεμος του Κόλπου ξεχωρίζει επομένως επειδή ο πολιτικός στόχος ήταν συγκεκριμένος και συμβάδιζε με το στρατηγικό συμφέρον: απελευθέρωση του Κουβέιτ, αποδυνάμωση του ιρακινού στρατού, αποτροπή της κυριαρχίας του Σαντάμ στον Κόλπο και στη συνέχεια αποχώρηση.

Οι ΗΠΑ πέτυχαν και τους τέσσερις στόχους.

Η γεωγραφική και στρατιωτική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργεί ταυτόχρονα ένα παράδοξο. Οι ΗΠΑ προστατεύονται από δύο ωκεανούς, διαθέτουν φιλικούς γείτονες, πυρηνικά όπλα και τεράστιους οικονομικούς πόρους. Ελάχιστοι πόλεμοι στο εξωτερικό αποτελούν πραγματικά υπαρξιακές συγκρούσεις για την Ουάσινγκτον.

Ταυτόχρονα, η στρατιωτική της ισχύς κάνει μια επέμβαση να φαίνεται σχετικά εύκολη. Ένας πρόεδρος μπορεί να στείλει αεροσκάφη σε μια μακρινή χώρα χωρίς να κινητοποιήσει εκατομμύρια στρατιώτες. Πύραυλοι μπορούν να εκτοξευθούν από εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, αεροπλανοφόρα μπορούν να αναπτυχθούν στις ακτές και ειδικές δυνάμεις να επιχειρήσουν με περιορισμένη παρουσία.

Έτσι δημιουργείται μια αντίφαση: οι ΗΠΑ είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να μπουν σε πολλούς πολέμους, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι αρκετά σημαντικοί ώστε να είναι διατεθειμένες να πολεμήσουν με οποιοδήποτε κόστος και για απεριόριστο χρονικό διάστημα.

Οι αντίπαλοί τους συχνά βρίσκονται στην ακριβώς αντίθετη θέση.

Το Βιετκόνγκ δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το Βιετνάμ. Οι Ταλιμπάν δεν μπορούσαν απλώς να φύγουν από το Αφγανιστάν. Οι Ιρακινοί αντάρτες πολεμούσαν μέσα στο Ιράκ, ενώ η Κίνα αντιμετώπιζε την προσέγγιση εχθρικών δυνάμεων στον ποταμό Γιαλού ως απειλή δίπλα στα σύνορά της.

Η Ουάσινγκτον, αντίθετα, μπορούσε πάντα κάποια στιγμή να επιστρέψει στην πατρίδα της.

Γι’ αυτό και οι αριθμοί των αεροσκαφών, των πλοίων, των πυραύλων ή των δισεκατομμυρίων που δαπανώνται για την άμυνα δεν εξηγούν μόνοι τους την έκβαση ενός πολέμου. Ο πόλεμος είναι σύγκρουση όχι μόνο ισχύος πυρός, αλλά και πολιτικής βούλησης και αντοχής στον χρόνο.

Αυτή ακριβώς η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του Ιράν.

Ο αμερικανικός στρατός μπορεί να προκαλέσει τεράστιες ζημιές. Μπορεί να καταστρέψει ιρανικές στρατιωτικές υποδομές και να εξουδετερώσει διοικητές. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο πολιτικό αποτέλεσμα επιδιώκουν αυτά τα πλήγματα.

Εάν ο στόχος παραμείνει περιορισμένος, η στρατιωτική ισχύς μπορεί να είναι αρκετή. Εάν όμως επεκταθεί στην αναμόρφωση του ιρανικού καθεστώτος, στη μόνιμη εξάλειψη των στρατιωτικών δυνατοτήτων του ή στην πολιτική υποταγή μιας χώρας σχεδόν 90 εκατομμυρίων κατοίκων, τότε αυξάνεται ο κίνδυνος μιας ακόμη μακροχρόνιας σύγκρουσης.

Υπάρχει, τέλος, και ένα βαθύτερο πρόβλημα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ουάσινγκτον: η δυσκολία αναγνώρισης ότι μια προηγούμενη στρατηγική απέτυχε.

Στις συζητήσεις για την εξωτερική πολιτική, η διστακτικότητα συχνά τιμωρείται περισσότερο από την υπερβολική αυτοπεποίθηση. Αναλυτές και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μπορούν να μετακινούνται από τη μία κρίση στην επόμενη ακόμη και όταν προηγούμενες προβλέψεις τους έχουν αποδειχθεί λανθασμένες.

Οι αμερικανικοί στρατιωτικοί θεσμοί αφιερώνουν τεράστιους πόρους στη μελέτη προηγούμενων αποτυχιών, εξετάζοντας επιχειρήσεις, logistics, οπλικά συστήματα και τακτικές. Πολύ μικρότερη προσοχή, όμως, δίνεται στις πολιτικές αποφάσεις που οδήγησαν εξαρχής σε αυτές τις συγκρούσεις.

Και εκεί βρίσκεται το βασικό δίδαγμα που επανέρχεται από την Κορέα μέχρι το Αφγανιστάν: η στρατιωτική υπεροχή μπορεί να κερδίσει γρήγορα μια μάχη και ακόμη και να ανατρέψει μέσα σε εβδομάδες έναν αντίπαλο στρατό ή μια κυβέρνηση. Δεν μπορεί όμως από μόνη της να δημιουργήσει το πολιτικό αποτέλεσμα που θα ακολουθήσει.

Σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, η ισχυρότερη χώρα δεν είναι απαραίτητα εκείνη που θα επικρατήσει. Μερικές φορές, το καθοριστικό πλεονέκτημα βρίσκεται απλώς σε εκείνον που μπορεί να αντέξει περισσότερο.