Η «Κωνσταντινούπολη» του Τραμπ που βρίσκεται στο Ορμούζ και το δίλημμα που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο
Η διαμάχη γύρω από το Στενό του Ορμούζ, η στάση του Ντόναλντ Τραμπ και οι συνέπειες για την αμερικανική επιρροή βρίσκονται στο επίκεντρο ανάλυσης που εξετάζει τις πιθανές γεωπολιτικές επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν
Η εξέλιξη του πολέμου με το Ιράν και οι διαπραγματεύσεις γύρω από το Στενό του Ορμούζ ενδέχεται να αποτελέσουν σημείο καμπής για τη διεθνή ισορροπία ισχύος, σύμφωνα με ανάλυση του GM που υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο για τις επόμενες δεκαετίες.
Η ανάλυση επιχειρεί έναν ιστορικό παραλληλισμό με το 1453, όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη και απέκτησε τον έλεγχο του Βοσπόρου, γεγονός που επέτρεψε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να εξελιχθεί σε κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και ευρύτερα στην Ευρασία.
Κατά τον αρθρογράφο, το σημερινό γεωπολιτικό διακύβευμα είναι αντίστοιχης σημασίας, με το Στενό του Ορμούζ να χαρακτηρίζεται εξίσου κρίσιμο για το παγκόσμιο εμπόριο και την ενεργειακή ασφάλεια. Υποστηρίζει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ιστορική επιλογή, ωστόσο εμφανίζεται απρόθυμος να αναλάβει το κόστος μιας μεγάλης χερσαίας στρατιωτικής επιχείρησης προκειμένου να επιβάλει αμερικανικό έλεγχο στην περιοχή.

Σύμφωνα με την ανάλυση, εάν τεθεί σε ισχύ το υπό διαμόρφωση Μνημόνιο Κατανόησης (MOU) ανάμεσα στις δύο πλευρές, το Ιράν θα μπορούσε να εξέλθει από τη σύγκρουση με ενισχυμένο ρόλο στη Μέση Ανατολή και με αυξημένη επιρροή γύρω από έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του κόσμου.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι μεταξύ των πιθανών προβλέψεων της συμφωνίας περιλαμβάνονται η άρση κυρώσεων, η αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, αποζημιώσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να δώσουν στην Τεχεράνη αυξημένο ρόλο στη διαχείριση του Στενού του Ορμούζ, ακόμη και τη δυνατότητα επιβολής τελών διέλευσης.
Κατά την ανάλυση, ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα συνιστούσε σημαντική αναβάθμιση της θέσης του Ιράν, μετατρέποντάς το από περιφερειακό παίκτη σε παράγοντα με δυνατότητα επιρροής σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι συνέπειες για τις ΗΠΑ και τα μηνύματα προς Ρωσία και Κίνα
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή μιας ευρύτερης υποχώρησης της αμερικανικής ισχύος, η οποία κυριαρχεί στο διεθνές σύστημα από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η απώλεια επιρροής στη Μέση Ανατολή θα αποτελούσε σημαντικό πλήγμα για την Ουάσιγκτον, μετά από δεκαετίες στρατιωτικών επεμβάσεων, πολιτικών παρεμβάσεων, συμμαχιών και στρατηγικών συνεργασιών στην περιοχή.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι η στάση της αμερικανικής ηγεσίας παρακολουθείται στενά από τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες ενδέχεται να εξαγάγουν συμπεράσματα για το πώς αντιδρά η Ουάσιγκτον όταν τίθεται το ενδεχόμενο σημαντικών αμερικανικών απωλειών σε μια στρατιωτική σύγκρουση.
Η ανάλυση υποστηρίζει ότι μελλοντικά στρατηγικά σχέδια στη Νοτιοανατολική Ασία, στη Νότια Σινική Θάλασσα ή ακόμη και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης θα μπορούσαν να λάβουν υπόψη αυτή την παράμετρο.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην εμπειρία της Ουκρανίας, όπου η Ρωσία έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να απορροφήσει μεγάλες απώλειες προσωπικού, αλλά και στην περίπτωση της Ταϊβάν, την οποία η Κίνα θεωρεί μέρος της επικράτειάς της. Σύμφωνα με την ανάλυση, ορισμένοι στρατηγικοί σχεδιαστές ενδέχεται να θεωρήσουν ότι η πρόκληση αμερικανικών απωλειών θα μπορούσε να επηρεάσει τη βούληση της Ουάσιγκτον να συνεχίσει μια σύγκρουση.

Οι ιστορικές αναλογίες και το σενάριο των «σφαιρών επιρροής»
Το δημοσίευμα υπενθυμίζει ότι παρόμοιες εκτιμήσεις είχαν γίνει και πριν από την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ το 1941. Τότε, η ιαπωνική ηγεσία πίστευε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είχαν τη διάθεση να εμπλακούν σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο στον Ειρηνικό. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική, καθώς η επίθεση οδήγησε τελικά σε πλήρη αμερικανική κινητοποίηση.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ο κίνδυνος σήμερα είναι ότι ανταγωνιστικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα ενδέχεται να αισθανθούν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες εάν θεωρήσουν ότι η Ουάσιγκτον δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει υψηλό στρατιωτικό κόστος για τη διατήρηση της παγκόσμιας επιρροής της.
Η ανάλυση δεν υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να προχωρήσουν σε μια μεγάλης κλίμακας χερσαία εισβολή για τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ, αλλά θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: αν η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να επιδιώκει τον ρόλο της παγκόσμιας υπερδύναμης ή αν θα πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα πολυπολικό σύστημα ισχύος.
Ως πιθανό μοντέλο αναφέρεται το σύστημα των «σφαιρών επιρροής» που επικράτησε στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα, ανάμεσα στους Ναπολεόντειους Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι μεγάλες δυνάμεις επικεντρώνονταν κυρίως στις δικές τους γεωγραφικές περιοχές επιρροής και επιχειρούσαν να επιλύουν τις διαφορές τους μέσω διπλωματικών διαπραγματεύσεων.
Το κείμενο καταλήγει ότι το βασικό ερώτημα για τους Αμερικανούς στρατηγικούς σχεδιαστές είναι κατά πόσο μπορούν να αποδεχθούν έναν κόσμο στον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα λειτουργούν πλέον ως η μοναδική κυρίαρχη δύναμη του διεθνούς συστήματος, αλλά ως μία από τις μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις ενός περισσότερο πολυπολικού κόσμου.
