Η Αυστραλία κοστολογεί το «όχι» των Big Tech: Πληρώνετε τον Τύπο ή πληρώνετε το κράτος

Η κυβέρνηση αυξάνει την επιβάρυνση για τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες που δεν συνάπτουν συμφωνίες με εκδότες, ωστόσο, η νέα φόρμουλα προκαλεί αντιδράσεις, καθώς αρκετοί θεωρούν ότι μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο αυστηρή από όσο δείχνει

Η Αυστραλία κοστολογεί το «όχι» των Big Tech: Πληρώνετε τον Τύπο ή πληρώνετε το κράτος

Για περισσότερα από πέντε χρόνια, η Αυστραλία αποτελεί το μεγαλύτερο διεθνές εργαστήριο για τη σχέση ανάμεσα στις ψηφιακές πλατφόρμες και τη χρηματοδότηση της δημοσιογραφίας. Η χώρα ήταν η πρώτη που επιχείρησε να υποχρεώσει τις Big Tech να διαπραγματεύονται οικονομικές συμφωνίες με ειδησεογραφικούς οργανισμούς, ανοίγοντας μια συζήτηση που στη συνέχεια επηρέασε κυβερνήσεις σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική.

σχετικά άρθρα

Τώρα, η κυβέρνηση της Καμπέρας επιχειρεί ένα νέο βήμα. Παρουσίασε την τελική μορφή του News Bargaining Incentive, ενός μηχανισμού που επιβάλλει οικονομική επιβάρυνση στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες όταν δεν συνάπτουν συμφωνίες με εκδότες για τη χρήση δημοσιογραφικού περιεχομένου. Το μέτρο θα αφορά εταιρείες με ετήσια έσοδα στην Αυστραλία άνω των 250 εκατ. δολαρίων Αυστραλίας, μεταξύ των οποίων αναμένεται να περιλαμβάνονται η Google, η Meta, η TikTok και το LinkedIn. Παράλληλα, αυξάνει τον συντελεστή της επιβάρυνσης από 2,25% σε 2,5%, ενώ για να αποφύγουν την εισφορά οι εταιρείες θα πρέπει να έχουν συνάψει συμφωνίες με τουλάχιστον έξι ειδησεογραφικούς οργανισμούς.

Η φιλοσοφία του σχεδίου είναι απλή, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από επιχειρηματική σκοπιά. Η κυβέρνηση δεν επιβάλλει άμεσα στις πλατφόρμες να πληρώσουν τους εκδότες. Αντίθετα, δημιουργεί ένα οικονομικό δίλημμα: είτε θα συνάψουν εμπορικές συμφωνίες με τα μέσα ενημέρωσης είτε θα καταβάλουν αντίστοιχη επιβάρυνση στο Δημόσιο. Στόχος είναι να γίνει οικονομικά συμφερότερο να χρηματοδοτήσουν τη δημοσιογραφία παρά να αποφύγουν οποιαδήποτε συνεργασία.

Η αύξηση του συντελεστή κρύβει μια σημαντική αλλαγή

Παρότι η αύξηση από το 2,25% στο 2,5% μπορεί να δίνει την εντύπωση αυστηρότερου πλαισίου, η ουσιαστική αλλαγή βρίσκεται αλλού. Σε αντίθεση με προηγούμενες προτάσεις, η επιβάρυνση δεν θα υπολογίζεται επί του συνόλου των εσόδων μιας εταιρείας στην Αυστραλία, αλλά μόνο επί των ψηφιακών διαφημιστικών εσόδων που αποδίδονται στην τοπική αγορά.

Αυτό σημαίνει ότι, παρά τον υψηλότερο συντελεστή, η πραγματική οικονομική επιβάρυνση ενδέχεται να αποδειχθεί μικρότερη. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί μεγάλοι εκδότες εξέφρασαν επιφυλάξεις αμέσως μετά την ανακοίνωση του σχεδίου. Υποστηρίζουν ότι η στενότερη βάση υπολογισμού μπορεί να περιορίσει σημαντικά τα ποσά που τελικά θα διακυβεύονται, μειώνοντας το κίνητρο των πλατφορμών να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Παράλληλα, προειδοποιούν ότι η νέα μεθοδολογία ίσως επιτρέψει μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο με τον οποίο οι πολυεθνικές θα κατανέμουν λογιστικά τα διαφημιστικά τους έσοδα.

Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια αρκετές πλατφόρμες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Meta, απομακρύνθηκαν από τις συμφωνίες χρηματοδότησης ειδησεογραφικού περιεχομένου που είχαν υπογράψει στο παρελθόν. Η αυστραλιανή κυβέρνηση επιχειρεί τώρα να περιορίσει αυτή τη δυνατότητα, μετατρέποντας την αποχώρηση από τέτοιες συμφωνίες σε επιλογή με οικονομικό κόστος.

Το διακύβευμα ξεπερνά τα όρια της χώρας

Η σημασία της πρωτοβουλίας δεν περιορίζεται στην αυστραλιανή αγορά. Πολλές χώρες αναζητούν τρόπους να αντιμετωπίσουν το ίδιο πρόβλημα: οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της διαφημιστικής δαπάνης, ενώ οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν την παραγωγή πρωτογενούς δημοσιογραφίας.

Το νέο μοντέλο της Αυστραλίας επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το δίλημμα όχι μέσω άμεσης φορολόγησης ούτε μέσω υποχρεωτικών συμβάσεων, αλλά δημιουργώντας ένα οικονομικό κίνητρο που καθιστά τις συμφωνίες με τους εκδότες πιο συμφέρουσες από την καταβολή εισφοράς στο κράτος. Αν το μοντέλο αποδειχθεί αποτελεσματικό, είναι πιθανό να αποτελέσει σημείο αναφοράς και για άλλες κυβερνήσεις που εξετάζουν παρόμοιες παρεμβάσεις.

Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο. Το νομοσχέδιο δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί στην πράξη και η αποτελεσματικότητά του θα κριθεί από το αν η οικονομική επιβάρυνση είναι αρκετά ισχυρή ώστε να οδηγήσει τις πλατφόρμες σε νέες συμφωνίες με τους εκδότες. Αν οι εταιρείες θεωρήσουν ότι μπορούν να απορροφήσουν το κόστος ή να το περιορίσουν μέσω της νέας μεθόδου υπολογισμού, τότε η φιλοδοξία της κυβέρνησης να ενισχύσει τη χρηματοδότηση της δημοσιογραφίας ίσως αποδειχθεί μικρότερη από τις αρχικές προσδοκίες.