Η Ευρώπη φαίνεται να βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό δίλημμα που γίνεται όλο και πιο εμφανές μετά την κρίση στα Στενά του Ορμούζ. Μέσα στην ίδια εβδομάδα, το Παρίσι φιλοξένησε δύο διαφορετικές διεθνείς συναντήσεις που αποκάλυψαν δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις για το μέλλον της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας.
σχετικά άρθρα
Στις 17 Απριλίου, περισσότερες από 40 χώρες συναντήθηκαν για να οριστικοποιήσουν σχέδια μιας ναυτικής αποστολής με στόχο την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την προστασία των εμπορικών πλοίων. Πέντε ημέρες αργότερα, υπουργοί Ενέργειας από τη Δυτική Αφρική και Ευρωπαίοι επενδυτές συζήτησαν στο φόρουμ IAE τη δημιουργία ενός νέου ενεργειακού διαδρόμου από τον Ατλαντικό προς την Ευρώπη.
Οι δύο συναντήσεις έδειξαν κάτι βαθύτερο: ότι η Ευρώπη δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θέλει πραγματικά να αντικαταστήσει το σημερινό ενεργειακό της μοντέλο ή απλώς να το επαναφέρει προσωρινά σε λειτουργία.
Το φόρουμ του Παρισιού επιβεβαίωσε ότι η πολυσυζητημένη υπερπροσφορά LNG το 2026 δεν φαίνεται τελικά να έρχεται. Αντίθετα, γεωπολιτικές εντάσεις, περιορισμένη χρηματοδότηση και καθυστερήσεις σε επενδυτικές αποφάσεις δημιουργούν συνθήκες πιο «σφιχτής» αγοράς φυσικού αερίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι συνολικές επενδυτικές ανάγκες για το φυσικό αέριο εκτιμώνται πλέον στα 11 έως 12 τρισεκατομμύρια δολάρια τις επόμενες δεκαετίες.
Παράλληλα, αφρικανικές χώρες κινήθηκαν επιθετικά για να προσελκύσουν ενεργειακές επενδύσεις. Η Σιέρα Λεόνε υπέγραψε συμφωνίες με τη Shell και τη Marginal Energy για υπεράκτιες περιοχές δεκάδων χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ η Γκάμπια προσπάθησε να τοποθετηθεί ως νέα ενεργειακή ευκαιρία στην περιοχή MSGBC. Την ίδια στιγμή, η Γκαμπόν ανακοίνωσε σχέδια συμφωνιών με την ExxonMobil και τη BP.
Στο επίκεντρο βρέθηκε και ο γιγαντιαίος αγωγός Νιγηρίας–Μαρόκου, ένα project ύψους 25 δισ. δολαρίων και μήκους περίπου 6.900 χιλιομέτρων, που θα διασχίζει 13 χώρες της Δυτικής Αφρικής μέχρι να καταλήξει στην Ευρώπη. Η πρώτη ροή φυσικού αερίου αναμένεται το 2031 και πολλοί θεωρούν ότι ο αγωγός μπορεί να μετατρέψει τη Δυτική Αφρική σε εναλλακτικό ενεργειακό πνεύμονα της Ευρώπης.

Η Ευρώπη θέλει διαφοροποίηση αλλά προστατεύει το παλιό σύστημα
Την ώρα όμως που στο Παρίσι γίνονταν συζητήσεις για νέους αφρικανικούς διαδρόμους, η ευρωπαϊκή στρατηγική γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έδειχνε μια διαφορετική πραγματικότητα.
Η αποστολή που σχεδιάζεται για την προστασία του Ορμούζ δεν αποτελεί στρατηγική διαφοροποίησης. Είναι, ουσιαστικά, μια προσπάθεια διάσωσης του υπάρχοντος συστήματος ενεργειακής εξάρτησης. Η Ευρώπη οργανώνει στρατιωτική προστασία για να διατηρήσει ανοιχτή ακριβώς τη θαλάσσια αρτηρία που η ίδια η κρίση απέδειξε πόσο ευάλωτη είναι.
Το ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι η αποστολή αυτή σχεδιάζεται χωρίς άμεση αμερικανική συμμετοχή, ως ένδειξη «στρατηγικής αυτονομίας» από την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, ο στόχος της παραμένει η προστασία ενός ενεργειακού μοντέλου που βασίζεται ακριβώς στη σταθερότητα του Ορμούζ.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη επιχειρεί ταυτόχρονα δύο αντίθετες κινήσεις: να δημιουργήσει νέες πηγές προμήθειας στην Αφρική και παράλληλα να διασώσει το παλιό σύστημα εξάρτησης από τον Περσικό Κόλπο.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο λόγω της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής για την πράσινη μετάβαση. Οι αφρικανικές χώρες ζητούν πολυετείς δεσμεύσεις αγοράς φυσικού αερίου ώστε να δικαιολογηθούν οι τεράστιες επενδύσεις σε αγωγούς και υποδομές. Όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του Green Deal και των στόχων απανθρακοποίησης, κινείται θεωρητικά προς μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου τα επόμενα χρόνια.
Αυτό δημιουργεί μια βαθιά αντίφαση: η Ευρώπη ζητά από αφρικανικές χώρες να επενδύσουν δισεκατομμύρια σε έργα που απαιτούν δεκαετίες λειτουργίας, την ώρα που η ίδια νομοθετεί υπέρ της σταδιακής απομάκρυνσης από τα ορυκτά καύσιμα.
Ο νέος αγωγός και ο φόβος μιας νέας εξάρτησης
Ο αγωγός Νιγηρίας–Μαρόκου θεωρείται το πιο φιλόδοξο ενεργειακό σχέδιο της περιοχής, αλλά δημιουργεί και νέους γεωπολιτικούς φόβους.
Το Μαρόκο θα μετατραπεί σε κομβικό σημείο διέλευσης φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, αποκτώντας σημαντική επιρροή πάνω στις ροές ενέργειας. Πολλοί αναλυτές βλέπουν τον κίνδυνο να δημιουργηθεί μια νέα μορφή εξάρτησης, αντίστοιχη με εκείνη που ήδη υπάρχει γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
Επιπλέον, ο αγωγός θα περνά από 13 χώρες, αρκετές από τις οποίες έχουν βιώσει πραξικοπήματα ή σοβαρή πολιτική αστάθεια τα τελευταία χρόνια. Το παράδειγμα του Νίγηρα το 2023, όπου το πραξικόπημα «πάγωσε» τον σχεδιασμό του αγωγού Trans-Saharan, έδειξε πόσο εύκολα μπορούν να τιναχθούν στον αέρα τεράστια ενεργειακά projects.
Παράλληλα, η Ευρώπη απαιτεί από τους αφρικανικούς παραγωγούς να συμμορφωθούν με αυστηρούς κανονισμούς εκπομπών μεθανίου και νέους μηχανισμούς ελέγχου άνθρακα από το 2027 και μετά. Από την άλλη πλευρά, αρκετές αφρικανικές κυβερνήσεις δηλώνουν ότι δεν σκοπεύουν να αποδεχθούν ευρωπαϊκές «υπαγορεύσεις» για το πώς θα αξιοποιήσουν τους φυσικούς τους πόρους.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι η Ευρώπη θέλει τα οφέλη της ενεργειακής διαφοροποίησης χωρίς να αποδεχθεί πλήρως το πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό κόστος που απαιτεί μια πραγματική αλλαγή πορείας.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν η κρίση στο Ορμούζ θα διαρκέσει αρκετά ώστε να αναγκάσει την Ευρώπη να προχωρήσει σε βαθιές και μόνιμες ενεργειακές δεσμεύσεις με την Αφρική ή αν, μόλις η κατάσταση αποκλιμακωθεί, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα επιστρέψουν ξανά στο παλιό μοντέλο εξάρτησης που προσπαθούν σήμερα να διαχειριστούν.
