Στο κέντρο μιας νέας, αδιανόητης τραγωδίας που συγκλονίζει τη χώρα βρίσκονται δύο 17χρονες μαθήτριες. Δύο κορίτσια στην πιο τρυφερή, αλλά και πιο εύθραυστη καμπή της ζωής τους, φέρονται να βρέθηκαν στο κενό εν μέσω έντονου άγχους για τις Πανελλαδικές εξετάσεις. Τα ρεπορτάζ, σε συνδυασμό με τα τραγικά ευρήματα από τα προσωπικά τους ημερολόγια και τα αποχαιρετιστήρια σημειώματα, συνθέτουν την εικόνα ενός ιστορικού καταθλιπτικών συμπτωμάτων που έμειναν στο σκοτάδι. Ωστόσο, το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί απλώς μια μεμονωμένη, ατομική τραγικότητα. Αναδεικνύει με τον πιο σκληρό τρόπο τις βαθιές, δομικές αδυναμίες –κοινωνικές, σχολικές και στο σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας– που μετατρέπουν την εφηβική πίεση σε ένα δυνητικά θανατηφόρο φορτίο.
Είναι η στιγμή που οφείλουμε, ως κοινωνία, να κοιτάξουμε πέρα από το αρχικό σοκ. Να αποδομήσουμε τους μηχανισμούς που οδηγούν ένα παιδί στο σημείο να πιστεύει ότι η ζωή του τελειώνει, αν δεν περάσει το κατώφλι ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, σε συνδυασμό με τις κοινωνικές προσδοκίες, έχει δημιουργήσει έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τους εφήβους, όπου το λάθος δεν συγχωρείται και η αποτυχία δαιμονοποιείται.
v
Η ψυχολογική λογική πίσω από την έκρηξη απελπισίας
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος, πρέπει να εμβαθύνουμε στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εφηβικός νους υπό συνθήκες ακραίας πίεσης. Όταν η αυτοαξία ταυτίζεται απόλυτα με ένα αποτέλεσμα —είτε αυτό είναι ένας καλός βαθμός, είτε η εισαγωγή σε μια συγκεκριμένη σχολή— ο φόβος της αποτυχίας παύει να είναι μια απλή ανησυχία. Μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή απειλή. Η σκέψη «αν αποτύχω, δεν αξίζω τίποτα» κυριαρχεί, δημιουργώντας ένα αίσθημα απόλυτου αδιεξόδου.
Αυτή η νοητική στρέβλωση αποτελεί το γόνιμο έδαφος για να αναπτυχθούν ή να επιταθούν συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Οι έφηβοι εγκλωβίζονται σε μια δίνη καταστροφικών προβλέψεων για το μέλλον τους. Πιστεύουν ακράδαντα ότι μια ενδεχόμενη αποτυχία στις εξετάσεις σημαίνει την αυτόματη περιθωριοποίησή τους από την κοινωνία, την οριστική διάψευση των προσδοκιών των γονιών τους και το τέλος κάθε επαγγελματικής προοπτικής. Σε αυτή την ηλικία, όπου ο εγκέφαλος βρίσκεται ακόμα σε φάση ανάπτυξης και η συναισθηματική ρύθμιση είναι έτσι κι αλλιώς μια δύσκολη διαδικασία, ο απόλυτος τρόπος σκέψης (άσπρο-μαύρο) κυριαρχεί, κάνοντας την αποτυχία να φαντάζει ως το τέλος του
κόσμου.

Η βιολογία του στρες και η αόρατη φθορά
Δεν πρόκειται όμως μόνο για μια ψυχολογική κατασκευή· υπάρχουν συγκεκριμένες βιολογικές διεργασίες που συντελούνται. Παράλληλα με την ψυχολογική επιβάρυνση, το χρόνιο στρες που συνοδεύει τη μακρόχρονη και εξαντλητική προετοιμασία για τις εξετάσεις προκαλεί συγκεκριμένες, μετρήσιμες βιολογικές αλλαγές στο σώμα των εφήβων. Η διαρκής εγρήγορση προκαλεί διαταραχή του άξονα HPA (υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων) και οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης, της κατεξοχήν ορμόνης του στρες.
Αυτή η παρατεταμένη έκθεση στην κορτιζόλη λειτουργεί τοξικά για τον εφηβικό εγκέφαλο. Μειώνει δραματικά την ικανότητα ρύθμισης των συναισθημάτων και αυξάνει κατακόρυφα την ευαλωτότητα στην κατάθλιψη. Με απλά λόγια, το σώμα του εφήβου βρίσκεται σε μια συνεχή κατάσταση «μάχης ή φυγής» (fight or flight) για μήνες, ίσως και χρόνια. Όταν σε αυτή την ήδη εκρηκτική βιολογική και ψυχολογική εξίσωση προστεθεί η υπέρμετρη κοινωνική πίεση —είτε άμεσα από το οικογενειακό περιβάλλον, είτε έμμεσα από τον μικρόκοσμο του σχολείου και του φροντιστηρίου— το αποτέλεσμα είναι οδυνηρό. Ο έφηβος οδηγείται στην απομόνωση, νιώθει το στίγμα της ενδεχόμενης ανεπάρκειας και, το πιο επικίνδυνο από όλα, αποφεύγει να αναζητήσει βοήθεια.

Διεθνή παραδείγματα: Ένα παγκόσμιο μοτίβο απόγνωσης
Αν νομίζουμε ότι αυτή η παθογένεια είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, πλανώμεθα πλάνην οικτρά. Οι ιστορίες συγκρούονται συνεχώς μεταξύ της τοπικής ιδιαιτερότητας και της παγκόσμιας επαναληψιμότητας. Σε χώρες με εξαιρετικά ανταγωνιστικά συστήματα εισαγωγικών εξετάσεων, τα δεδομένα είναι ανατριχιαστικά. Στη Νότια Κορέα (με τις περιβόητες εξετάσεις Suneung) και στην Κίνα (με το Gaokao), έχουν καταγραφεί πολυάριθμες τραγωδίες. Μαθητές υπό κατάρρευση, έφηβοι που αποπειράθηκαν ή έβαλαν τέλος στη ζωή τους στο πλαίσιο της ασφυκτικής εξεταστικής πίεσης.
Πρόκειται για ένα μοτίβο που συνδέει με τον πιο τραγικό τρόπο το κοινωνικό στίγμα, την έλλειψη εναλλακτικών εκπαιδευτικών δρόμων και την περιορισμένη, έως ανύπαρκτη, πρόσβαση σε επαρκείς υπηρεσίες ψυχικής υγείας για εφήβους. Ωστόσο, η ψευδαίσθηση ότι η Δύση τα έχει καταφέρει καλύτερα διαλύεται γρήγορα. Αντίστοιχα περιστατικά σε ευρωπαϊκά και αγγλόφωνα περιβάλλοντα δείχνουν ότι, ακόμα και σε χώρες όπου το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι πιο ευέλικτο και ορθολογικό, η έντονη πολιτισμική αξία της ακαδημαϊκής επιτυχίας λειτουργεί το ίδιο καταπιεστικά. Η έλλειψη έγκαιρης υποστήριξης σε ένα περιβάλλον υπερ-ανταγωνισμού μπορεί να οδηγήσει σε παρόμοιες, θανατηφόρες εκβάσεις, αποδεικνύοντας ότι το πρόβλημα είναι βαθιά ριζωμένο στις αξίες των σύγχρονων κοινωνιών.
Προειδοποιητικά σημάδια: Η σιωπή που πρέπει να ακούσουμε
Μία από τις πιο σκληρές αλήθειες που προκύπτουν μετά από τέτοια τραγικά περιστατικά, είναι η διαπίστωση ότι τα σημάδια ήταν εκεί, αλλά κανείς δεν κατάφερε να τα αποκωδικοποιήσει εγκαίρως. Σε πολλές περιπτώσεις που έχουν μελετηθεί διεθνώς, αποδείχθηκε ότι προηγήθηκαν σημαντικές συμπεριφορικές αλλαγές. Οι έφηβοι συχνά καταφεύγουν στην απομόνωση από φίλους και στην εγκατάλειψη δραστηριοτήτων που παλαιότερα τους έδιναν χαρά. Παρατηρούνται απότομες μεταβολές στον ύπνο (αϋπνία ή υπερυπνία) ή στην όρεξη.

Συχνά ακούγονται, έστω και ψιθυριστά, εκφράσεις απελπισίας ή μηδενισμού για το μέλλον. Η απόκρυψη προσωπικών σημειώσεων ή ημερολογίων με βαθιά απαισιόδοξα μηνύματα είναι επίσης ένας δείκτης κινδύνου. Όλα αυτά αποτελούν συμπτώματα που πρέπει να κινητοποιούν άμεσα τόσο τους γονείς όσο και τους εκπαιδευτικούς, οδηγώντας τους στην αναζήτηση επαφής με κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.
Εξίσου σημαντικά, όμως, είναι και τα λεγόμενα «σιωπηρά» σημεία, τα οποία συχνά τα μπερδεύουμε με τον καλό χαρακτήρα ή την αφοσίωση στον στόχο. Η υπερβολική τελειοθηρία, η εμμονή με το διάβασμα χωρίς κανένα διάλειμμα, η αποφευκτική συμπεριφορά απέναντι σε κάθε άλλη πτυχή της ζωής και οι κρίσεις πανικού λίγο πριν από τα διαγωνίσματα, αποτελούν καμπανάκια κινδύνου. Ακόμη και μια απότομη πτώση της απόδοσης, η οποία συνήθως αποδίδεται σε τεμπελιά, είναι πολλές φορές το τελικό αποτέλεσμα του παραλυτικού άγχους.
Τι δείχνει η επιστήμη: Πρόληψη και πολυεπίπεδη παρέμβαση
Η απάντηση απέναντι σε αυτό το φαινόμενο δεν μπορεί να είναι ούτε οι ευχολόγια, ούτε οι κενές υποσχέσεις μετά από κάθε εθνική τραγωδία. Η επιστημονική κοινότητα έχει πλέον σαφή δεδομένα για το τι λειτουργεί. Ερευνητικά, έχει αποδειχθεί ότι τα πιο αποτελεσματικά μέτρα είναι τα πολυεπίπεδα. Στο επίκεντρο αυτών των παρεμβάσεων πρέπει να βρίσκεται το ίδιο το σχολείο, το οποίο δεν μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά ως εξεταστικό κέντρο.
Απαιτείται η άμεση εισαγωγή σχολικών προγραμμάτων δεξιοτήτων, βασισμένων στις αρχές της Γνωσιακής Συμπεριφορικής Θεραπείας (CBT) και στη διαχείριση του στρες (stress-management). Επιπλέον, κρίνεται απολύτως αναγκαίο το συστηματικό screening (έλεγχος) εντός της σχολικής κοινότητας για την ανίχνευση συμπτωμάτων κατάθλιψης και αυτοκτονικού ιδεασμού, με άμεση παραπομπή σε οργανωμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Όταν αυτές οι πρακτικές εφαρμόζονται πρόωρα και συνεκτικά, χωρίς εκπτώσεις, μειώνουν αισθητά τόσο τη συμπτωματολογία όσο και τον κίνδυνο σοβαρών, μη αναστρέψιμων εκβάσεων.
Επαναπροσδιορίζοντας την επιτυχία: Ο ρόλος της κοινωνίας
Παράλληλα με την ψυχιατρική και ψυχολογική παρέμβαση, απαιτούνται γενναίες εκπαιδευτικές τομές. Μέτρα που μειώνουν το μονοδιάστατο, σχεδόν τυραννικό, κύρος της «επιτυχίας» είναι κομβικής σημασίας. Η δημιουργία πολλαπλών οδών εισόδου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι ευέλικτες επιλογές σταδιοδρομίας και η ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, συσχετίζονται άμεσα με τη βελτίωση της ψυχικής ευημερίας στους πληθυσμούς των μαθητών. Πρέπει να διδάξουμε στα παιδιά ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για μια αξιοπρεπή και ευτυχισμένη ζωή, και κανένας από αυτούς δεν κρίνεται οριστικά σε ένα τρίωρο εξέτασης.
Τέλος, η εκπαίδευση και η ενημέρωση των γονέων είναι το μεγάλο στοίχημα. Οι γονείς πρέπει να μάθουν πώς να προσφέρουν ουσιαστική, υποστηρικτική και πρωτίστως μη επικριτική επικοινωνία. Το κλίμα στο σπίτι είναι καθοριστικό. Η αλλαγή του λόγου μέσα στην οικογένεια —η αντικατάσταση των απειλών ή των υψηλών απαιτήσεων με την άνευ όρων αποδοχή— μπορεί να μειώσει δραστικά τη ντροπή. Μια ντροπή που, όπως αποδεικνύεται περίτρανα, είναι αυτή ακριβώς που οδηγεί τους εφήβους στην απόκρυψη των προβλημάτων τους και, τελικά, στο απόλυτο κενό. Η αριστεία δεν μπορεί ποτέ να μετριέται με το κόστος της ανθρώπινης ζωής.
