Η ΕΕ θέλει να γίνει ο πρώτος «ηλεκτρο-ήπειρος» του κόσμου, αλλά το σχέδιο μοιάζει ουτοπικό
Το νέο σχέδιο ηλεκτροδότησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θέλει να διπλασιάσει το ποσοστό ηλεκτρισμού στην ενεργειακή κατανάλωση έως το 2040, όμως οι στόχοι δεν είναι δεσμευτικοί και η μαθηματική τους βάση προκαλεί ερωτηματικά
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την περασμένη Παρασκευή το νέο της σχέδιο δράσης για την ηλεκτροδότηση, με φιλοδοξία να μετατρέψει την Ευρώπη, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ίδια η Κομισιόν, στον πρώτο «ηλεκτρο-ήπειρο» του πλανήτη. Η ανακοίνωση έρχεται σε μια περίοδο όπου το θέμα της ενεργειακής μετάβασης έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την πολιτική ατζέντα των Βρυξελλών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η ίδια η διαδικασία έχει σταματήσει. Αντιθέτως, η Ευρώπη φαίνεται να έχει εντείνει σιωπηλά τις προσπάθειες απανθρακοποίησης της οικονομίας της τα τελευταία χρόνια.
Πριν αναλύσουμε το νέο σχέδιο, αξίζει να διευκρινιστεί τι σημαίνει στην πράξη η ηλεκτροδότηση. Η κατανάλωση ενέργειας μπορεί, σε γενικές γραμμές, να χωριστεί σε δύο μεγάλες κατηγορίες: την άμεση κατανάλωση καυσίμων, δηλαδή την καύση καυσίμων για μεταφορές και θέρμανση, και την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Η ηλεκτροδότηση είναι ουσιαστικά η διαδικασία μετατόπισης από την πρώτη κατηγορία στη δεύτερη, ώστε ο ηλεκτρισμός να αντιπροσωπεύει μεγαλύτερο μερίδιο της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης.
Σε κάποιο βαθμό, η ηλεκτροδότηση θα έπρεπε να συμβαίνει αυτόματα, καθώς η ηλεκτρική ενέργεια είναι γενικά πιο αποδοτική από την καύση καυσίμων. Ωστόσο, πρόκειται και για συνειδητή πολιτική επιλογή, αφού αποτελεί βασικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης, η οποία περιλαμβάνει δύο παράλληλες διαδικασίες: πρώτον, την απανθρακοποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, για παράδειγμα με την αντικατάσταση εργοστασίων άνθρακα ή φυσικού αερίου με αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα, και δεύτερον, την πραγματική ηλεκτροδότηση της οικονομίας, δηλαδή την αντικατάσταση των βενζινοκίνητων αυτοκινήτων με ηλεκτρικά ή των λεβήτων φυσικού αερίου με αντλίες θερμότητας.
Πρόοδος στην παραγωγή, στασιμότητα στην κατανάλωση
Στο πρώτο σκέλος της ενεργειακής μετάβασης η ΕΕ έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο. Πέρυσι, σύμφωνα με το ανεξάρτητο ενεργειακό think tank Ember, οι ανανεώσιμες πηγές παρήγαγαν περίπου το μισό της ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ, με την αιολική και τη φωτοβολταϊκή ενέργεια να ξεπερνούν τα ορυκτά καύσιμα για πρώτη φορά.

Στο δεύτερο σκέλος, όμως, η πρόοδος είναι πολύ πιο περιορισμένη. Το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας στη συνολική ενεργειακή κατανάλωση έχει σχεδόν παγώσει τα τελευταία χρόνια και σήμερα βρίσκεται περίπου στο 23%. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται το νέο σχέδιο δράσης της Κομισιόν, το οποίο θέτει ως στόχο τον διπλασιασμό του ποσοστού ηλεκτροδότησης έως το 2040, δηλαδή την αύξησή του από το 23% στο 46% μέσα στα επόμενα 13 χρόνια.
Δύο βασικές προτάσεις πολιτικής
Το σχέδιο δράσης στηρίζεται σε δύο κεντρικές προτάσεις. Η πρώτη αφορά τη δραματική αύξηση των επενδύσεων. Η ηλεκτροδότηση είναι μια διαδικασία εξαιρετικά κεφαλαιοβόρα: αν και η ηλεκτρική ενέργεια είναι μακροπρόθεσμα φθηνή, η μετάβαση σε αυτήν απαιτεί τεράστιες αρχικές επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες και υποδομές δικτύου.
Για να καλυφθεί αυτό το κενό, η Κομισιόν προτείνει μεταρρύθμιση των διαδικασιών αδειοδότησης ώστε να διευκολυνθεί η κατασκευή των υποδομών, άμεση χρηματοδότηση από την ΕΕ και τις εθνικές κυβερνήσεις, καθώς και μια σειρά χρηματοοικονομικών εργαλείων για την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, μεταξύ των οποίων και τραπεζών πολιτικής όπως η Τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης, η οποία θα δανειοδοτεί εταιρείες που επενδύουν σε υποδομές ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, η Επιτροπή θέλει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το κόστος αυτών των επενδύσεων. Σήμερα, μεγάλο μέρος του κόστους μεταφέρεται άμεσα στους λογαριασμούς των καταναλωτών, καθώς οι εταιρείες ενέργειας επιδιώκουν να ανακτήσουν γρήγορα τα κεφάλαιά τους. Ο στόχος της Κομισιόν είναι να κατανεμηθεί το κόστος σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη σταθερότητα τιμών και να αποφευχθούν απότομες αυξήσεις στους λογαριασμούς που θα μπορούσαν να διαβρώσουν την κοινωνική στήριξη προς την ενεργειακή μετάβαση.
Φθηνότερο ρεύμα από το φυσικό αέριο
Η δεύτερη βασική πρόταση αφορά την προσπάθεια να καταστεί ο ηλεκτρισμός πιο ελκυστική πηγή ενέργειας τόσο για τη βιομηχανία όσο και για τους καταναλωτές. Σήμερα η ηλεκτρική ενέργεια είναι περίπου τρεις φορές ακριβότερη από το φυσικό αέριο στην ΕΕ, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Στόχος της Κομισιόν είναι η ηλεκτρική ενέργεια να γίνει τόσο φθηνή όσο ή και φθηνότερη από το φυσικό αέριο, ώστε να ενθαρρυνθεί η ευρωπαϊκή οικονομία να ηλεκτροδοτηθεί.

Μέρος αυτής της προσπάθειας θα προέλθει από την ήδη αναφερθείσα κατανομή του επενδυτικού κόστους σε βάθος χρόνου. Η Επιτροπή, όμως, επιδιώκει και να διασφαλίσει ότι η ηλεκτρική ενέργεια δεν φορολογείται περισσότερο από το φυσικό αέριο, όπως συμβαίνει σήμερα σε ορισμένα κράτη-μέλη.
Τρεις υποσχέσεις: Κλίμα, ενεργειακή ασφάλεια, ανταγωνιστικότητα
Αν όλα κυλήσουν όπως σχεδιάζει η Κομισιόν, το σχέδιο ηλεκτροδότησης υπόσχεται να εξυπηρετήσει τρεις διαφορετικούς στόχους πολιτικής.
Πρώτον, θα μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της Ευρώπης. Η ΕΕ εκτιμά ότι η επίτευξη του στόχου του 46% θα μπορούσε να μειώσει τις συνολικές εκπομπές CO2 κατά περισσότερους από 2.000 μεγατόνους, δηλαδή πάνω από το 50% του σημερινού συνόλου.
Δεύτερον, θα ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, μειώνοντας την εξάρτησή της από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Σύμφωνα με την Κομισιόν, η επίτευξη του στόχου θα μπορούσε να μειώσει τον λογαριασμό εισαγωγών ορυκτών καυσίμων της ΕΕ κατά 260 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως έως το 2040. Δεδομένου ότι η ΕΕ εισάγει σήμερα αγαθά αξίας περίπου 2,5 τρισεκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο, αυτό θα αντιστοιχούσε σε μείωση περίπου 10% του συνολικού εισαγωγικού λογαριασμού της Ένωσης, κάτι που θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά και το ευρώ.
Τρίτον, η Επιτροπή ελπίζει ότι το σχέδιο θα βελτιώσει την βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Ένα από τα διαρθρωτικά προβλήματα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σήμερα είναι το σχετικά υψηλό κόστος ενέργειας. Αν η Κομισιόν καταφέρει να ρίξει τις τιμές του ηλεκτρισμού κάτω από αυτές του φυσικού αερίου, το κόστος για την ευρωπαϊκή βιομηχανία θα μειωθεί, ενισχύοντας τη θέση της απέναντι σε διεθνείς ανταγωνιστές.
Ο στόχος μοιάζει δύσκολα εφικτός
Το ερώτημα, όμως, παραμένει: μπορεί πραγματικά να υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο; Η απάντηση δεν είναι αδύνατη, αλλά μοιάζει αρκετά δύσκολα εφικτή. Τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά: στα 15 χρόνια έως το 2025, το ποσοστό ηλεκτροδότησης της ΕΕ αυξήθηκε κατά μόλις 4 ποσοστιαίες μονάδες, από 19% σε 23%. Για να φτάσει στο 46% έως το 2040, δηλαδή στα επόμενα 15 χρόνια, θα πρέπει να αυξηθεί κατά 23 μονάδες. Με άλλα λόγια, ο ρυθμός θα πρέπει να είναι πάνω από πέντε φορές ταχύτερος από ό,τι έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο νέος στόχος του 46% δεν είναι νομικά δεσμευτικός. Το εγχείρημα δυσκολεύει ακόμη περισσότερο επειδή, όσο προχωράει κανείς στη διαδικασία ηλεκτροδότησης, τόσο πιο απαιτητικά γίνονται τα επόμενα βήματα. Τα «εύκολα» κομμάτια έχουν ήδη γίνει: η αντικατάσταση εργοστασίων άνθρακα με αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα ήταν σχετικά απλή υπόθεση. Η ηλεκτροδότηση, όμως, τομέων όπως οι μεγάλες αποστάσεις μεταφορών ή βιομηχανικές διαδικασίες όπως η παραγωγή χάλυβα είναι πολύ πιο περίπλοκη.
Το «κρυφό» εμπόδιο της ενεργειακής απόδοσης
Υπάρχει, ωστόσο, και ένας ακόμη λόγος που ο στόχος του 46% είναι πιο απαιτητικός από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως: ακόμη και σε τομείς όπου γνωρίζουμε καλά πώς να ηλεκτροδοτήσουμε, η ηλεκτρική ενέργεια είναι πολύ πιο αποδοτική από τα καύσιμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα αυτοκίνητα. Γνωρίζουμε πολύ καλά πώς να τα ηλεκτροδοτήσουμε, και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα γίνονται συνεχώς φθηνότερα και καλύτερα. Ωστόσο, για να φτάσει η ηλεκτροδότηση στον τομέα των μεταφορών στο 46%, δηλαδή για να αντιπροσωπεύει ο ηλεκτρισμός το 46% της συνολικής ενέργειας που καταναλώνουν τα αυτοκίνητα, θα χρειαζόταν το 80% όλων των αυτοκινήτων στην Ευρώπη να είναι ηλεκτρικά.
Αυτό συμβαίνει επειδή τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι πολύ πιο ενεργειακά αποδοτικά από τα βενζινοκίνητα. Κατά μέσο όρο, ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο καταναλώνει μόλις περίπου το 18% της ενέργειας που καταναλώνει ένα αντίστοιχο βενζινοκίνητο, γεγονός που σημαίνει ότι, για να φτάσει το μερίδιό τους στο 46% της συνολικής κατανάλωσης, χρειάζεται να αντιπροσωπεύουν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου των αυτοκινήτων. Ανάλογη δυναμική ισχύει και για άλλες ηλεκτρικές τεχνολογίες, όπως οι αντλίες θερμότητας.
Μια φιλόδοξη, αλλά μάλλον υπερβολικά αισιόδοξη, πρόβλεψη
Συνολικά, παρότι πρόκειται για μια αξιέπαινη φιλοδοξία, η επίτευξη ποσοστού ηλεκτροδότησης 46% έως το 2040 μοιάζει, το λιγότερο, υπερβολικά αισιόδοξη. Και αν τελικά επιτευχθεί, είναι πιθανό να οφείλεται περισσότερο σε τεχνολογικές εξελίξεις που δεν έχουμε ακόμη προβλέψει, παρά στην ίδια την πολιτική της Κομισιόν.
Το σχέδιο δράσης για την ηλεκτροδότηση αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, μια σαφή ένδειξη ότι η ενεργειακή μετάβαση στην Ευρώπη συνεχίζεται, ακόμη κι αν δεν βρίσκεται πια στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης. Το αν οι Βρυξέλλες θα καταφέρουν να μετατρέψουν την ήπειρο σε πρωτοπόρο «ηλεκτρο-ήπειρο» ή αν ο στόχος του 2040 θα μείνει τελικά ένα φιλόδοξο, αλλά ανεκπλήρωτο, όραμα, είναι κάτι που θα δείξουν τα επόμενα χρόνια.

