Η Δύση της Ευρώπης; Γιατί Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία χάνουν την παγκόσμια επιρροή τους
Από την οικονομική στασιμότητα και το δημογραφικό έως την άνοδο της ακροδεξιάς, οι πάλαι ποτέ ηγέτιδες δυνάμεις της γηραιάς ηπείρου αντιμετωπίζουν μια πολυεπίπεδη κρίση που απειλεί την ευρωπαϊκή συνοχή.
Οι πρόσφατες σύνοδοι των G7 συχνά θυμίζουν πλέον μια λέσχη πρώην πρωταθλητών. Την ώρα που χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία συνεχίζουν να αναπτύσσονται ραγδαία και να κερδίζουν έδαφος στο παγκόσμιο στερέωμα, οι “Μεγάλοι Τρεις” της Ευρώπης —η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο— βρίσκονται ολοένα και περισσότερο εγκλωβισμένοι στα δικά τους εσωτερικά προβλήματα. Αντιμετωπίζουν τον υπαρκτό κίνδυνο της συρρίκνωσης της παγκόσμιας επιρροής τους, καθώς τα θεμέλια της ισχύος τους κλονίζονται από μια σειρά δομικών προκλήσεων.
Η οικονομική μηχανή της Γερμανίας, άλλοτε το αδιαμφισβήτητο πρότυπο της ευρωπαϊκής σταθερότητας, παρουσιάζει σοβαρές αρρυθμίες. Βαρύνεται από αναιμική ανάπτυξη, υψηλή φορολογία και μια ταχέως γηράσκουσα κοινωνία. Την ίδια στιγμή, σε ολόκληρη την Ευρώπη, το δημόσιο χρέος διογκώνεται. Η Γαλλία σηκώνει ίσως το βαρύτερο φορτίο, τη στιγμή που το πολιτικό αδιέξοδο μπλοκάρει κάθε αποφασιστική δράση. Παράλληλα, η δημόσια απογοήτευση γιγαντώνεται και οι ριζοσπαστικές δυνάμεις κερδίζουν συνεχώς έδαφος, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο η κοινωνική ένταση οδήγησε πρόσφατα σε βίαιες ταραχές. Είναι άραγε αυτή η κατάσταση μια παροδική φάση αδυναμίας ή βιώνουμε κάτι βαθύτερο;
Η Εικόνα των “Μεγάλων” στο Διεθνές Στερέωμα
Σε διπλωματικό επίπεδο, η εικόνα παραμένει διττή. Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, για παράδειγμα, συνεχίζει να αναλαμβάνει τον αγαπημένο του ρόλο, φιλοξενώντας ηγέτες και προβάλλοντας το όραμα ενός παγκόσμιου ηγέτη. Παρόλα αυτά, η λάμψη αυτής της διεθνούς παρουσίας θολώνει από τα εγχώρια προβλήματα. Χωρίς σαφή πλειοψηφία στο γαλλικό κοινοβούλιο, η έγκριση κρίσιμων προϋπολογισμών μετατρέπεται σε άθλο, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια ελιγμών στο εσωτερικό.

Ακόμη και ο παραδοσιακός γαλλογερμανικός άξονας, ο κινητήριος μοχλός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εμφανίζει ρωγμές και εντάσεις. Ωστόσο, η διεθνής ισχύς αυτών των κρατών δεν έχει εξανεμιστεί πλήρως. Η Γερμανία παραμένει η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, και η Ευρώπη συνολικά αποτελεί ένα ισχυρό πολιτικό και οικονομικό μπλοκ. Το πρόβλημα, σύμφωνα με έμπειρους αναλυτές, έγκειται στο γεγονός ότι το παγκόσμιο σύστημα βασιζόταν για χρόνια σε μια διεθνή οικονομία βασισμένη σε κανόνες, η οποία τώρα δέχεται τεράστια πίεση από την άνοδο της Κίνας και τις μεταβαλλόμενες αμερικανικές πολιτικές.
Επιστροφή στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης;
Η συρροή των προβλημάτων —η απώλεια του παλαιού μεγαλείου, οι εντεινόμενες οικονομικές ανησυχίες και η άνοδος αντιδημοκρατικών δυνάμεων— δημιουργεί ένα τοξικό μείγμα. Η γερμανική κυβέρνηση αναμένει πενιχρή ανάπτυξη 0,5% φέτος, ενώ ο δείκτης γεννήσεων βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1946. Λιγότεροι νέοι και ένας ταχέως γηράσκων πληθυσμός απειλούν το κοινωνικό σύστημα, την ώρα που ο κυβερνητικός συνασπισμός αδυνατεί να συμφωνήσει σε αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Στη Γαλλία, το χρέος αγγίζει τα 3,5 τρισεκατομμύρια ευρώ, ενώ τα ριζοσπαστικά κόμματα της αντιπολίτευσης παραλύουν τη νομοθετική διαδικασία.
![]()
Αυτή η εικόνα παρακμής κάνει ορισμένους παρατηρητές να θυμούνται τις σκοτεινές μέρες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης της δεκαετίας του 1920. Ωστόσο, ιστορικοί και αναλυτές τονίζουν ότι τέτοιες συγκρίσεις είναι συχνά υπεραπλουστευμένες. Η σημερινή κρίση, ιδιαίτερα η ενεργειακή, απέχει παρασάγγας από το Κραχ της Wall Street. Τα προβλήματα θεωρούνται απολύτως αντιμετωπίσιμα. Η κινδυνολογία και ο πανικός δεν προσφέρουν λύσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να ξυπνάμε φαντάσματα του παρελθόντος, αλλά να αντλήσουμε δομικά μαθήματα για το πώς οι οικονομικές πιέσεις τροφοδοτούν τον εξτρεμισμό και να προτείνουμε ουσιαστικές πολιτικές.
Ο Φόβος του Πολιτικού Κόστους
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην αντιμετώπιση αυτής της κρίσης είναι η πολιτική δειλία. Είναι χαρακτηριστική η παλαιότερη ρήση του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ: “Όλοι ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, απλά δεν ξέρουμε πώς να επανεκλεγούμε αφού το κάνουμε”. Σήμερα, ωστόσο, αυτό φαντάζει ως δικαιολογία. Η πραγματικότητα είναι ότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν σταματήσει να νομοθετούν τολμηρά, τρομοκρατημένες από τις δημοσκοπήσεις και τον αντίκτυπο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Όταν η γερμανική κυβέρνηση προσπάθησε πρόσφατα να ενισχύσει τις αμυντικές δαπάνες και να αλλάξει το σύνταγμα, δέχτηκε σφοδρή κριτική. Αντίστοιχα, όταν ο Μακρόν προειδοποίησε τους Γάλλους ότι “τα χρόνια της αφθονίας τελείωσαν”, η κοινωνία αντέδρασε έντονα. Οι μεταρρυθμίσεις, όπως η κλιματική μετάβαση ή η αντιμετώπιση του συνταξιοδοτικού, χτυπούν άμεσα το εισόδημα πολιτών που ήδη πιέζονται από τον πληθωρισμό. Οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν ένα πειστικό μακροπρόθεσμο σχέδιο, χάνοντας την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος. Χωρίς την υπομονή και την κατανόηση των πολιτών, κάθε προσπάθεια δομικής αλλαγής καταλήγει σε πολιτική αυτοκτονία.

Χρέος και η Λάθος Κατεύθυνση των Επενδύσεων
Συχνά το υψηλό δημόσιο χρέος παρουσιάζεται ως το απόλυτο εμπόδιο για την ανάπτυξη. Εντούτοις, οι οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν μια διαφορετική αλήθεια. Το σημαντικότερο κριτήριο δεν είναι το απόλυτο μέγεθος του χρέους, αλλά το ποσοστό των φορολογικών εσόδων που δαπανάται για την εξυπηρέτησή του. Για παράδειγμα, η Γαλλία δαπανά μόλις το 6% των εσόδων της για πληρωμές τόκων φέτος, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αγγίζουν το 20%. Συνεπώς, το δημόσιο χρέος στην Ευρώπη αποτελεί μεν περιορισμό, αλλά δεν δικαιολογεί την απόλυτη στασιμότητα.
Το πραγματικό πρόβλημα εντοπίζεται στη δομή των επενδύσεων. Ενώ η Ευρώπη επενδύει περίπου το 21% του ΑΕΠ της —ποσοστό παρόμοιο με αυτό των ΗΠΑ— οι ευρωπαϊκοί πόροι δεν κατευθύνονται στους σωστούς τομείς. Υπάρχει μια έντονη εξάρτηση από την αγορά ακινήτων, αντί για ουσιαστικές επενδύσεις στην υψηλή τεχνολογία και την καινοτομία. Εκθέσεις, όπως αυτές των Ενρίκο Λέτα και Μάριο Ντράγκι, υπογραμμίζουν την ανάγκη για μαζικές επενδύσεις και την εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Αντ’ αυτού, τα κράτη-μέλη συχνά κωλυσιεργούν, απορυθμίζοντας κλιματικές πολιτικές και αναλώνοντας τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο στο μεταναστευτικό.

Ο Οικονομικός Αντίκτυπος της Ακροδεξιάς
Η συνεχιζόμενη στασιμότητα προσφέρει εύφορο έδαφος στον λαϊκισμό. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το κόμμα του Νάιτζελ Φάρατζ, αρχιτέκτονα του Brexit, σημειώνει άνοδο στις δημοσκοπήσεις, παρότι το ίδιο το Brexit επέφερε καίριο πλήγμα στην οικονομία, η οποία υπολογίζεται ότι είναι σήμερα περίπου 8% μικρότερη από ό,τι θα ήταν εντός της ΕΕ. Στη Γαλλία, οι προεδρικές εκλογές του 2027 φέρνουν τον κίνδυνο νίκης της ακροδεξιάς προ των πυλών, ενώ στη Γερμανία ακροδεξιά μορφώματα αγγίζουν το 30% σε συγκεκριμένα κρατίδια.
Από αμιγώς οικονομική σκοπιά, η άνοδος ακροδεξιών ή υπερ-λαϊκιστικών κυβερνήσεων θεωρείται εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη για την ανάπτυξη. Τα προγράμματα αυτών των κομμάτων συχνά επικεντρώνονται σε επιδοματικές πολιτικές και προστατευτισμό, αγνοώντας πλήρως την ανάγκη για αύξηση της παραγωγικότητας. Η παραγωγικότητα απαιτεί επενδύσεις στην παιδεία και την τεχνολογία, προκειμένου το εργατικό δυναμικό να μετακινηθεί προς θέσεις εργασίας υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Πολιτικές που εστιάζουν στον περιορισμό του εμπορίου ή την παρεμπόδιση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, όπως ακριβώς φάνηκε στο παράδειγμα του βρετανικού απομονωτισμού, οδηγούν μαθηματικά σε συρρίκνωση του πλούτου.
Ανθεκτικότητα Μέσα στη Μόνιμη Κρίση;
Βρισκόμαστε πλέον σε μια κατάσταση “μόνιμης κρίσης” (perma-crisis), όπου το ένα παγκόσμιο σοκ διαδέχεται το άλλο —από την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας. Το παλιό οικονομικό μοντέλο της Ευρώπης (φθηνή ρωσική ενέργεια, ισχυρές εξαγωγές στην Κίνα και αμερικανική αμυντική ομπρέλα) έχει πλέον καταρρεύσει.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν και αχτίδες αισιοδοξίας. Παρά τα αλλεπάλληλα χτυπήματα, η ευρωπαϊκή οικονομία δεν έχει καταρρεύσει. Δεν βιώσαμε τη βαθιά ύφεση που πολλοί οικονομολόγοι προέβλεπαν, αποδεικνύοντας ότι η Γηραιά Ήπειρος διαθέτει εντυπωσιακές αντοχές. Επιπλέον, κράτη όπως η Σουηδία, η Δανία και η Ισπανία καταγράφουν θετική πορεία, υπενθυμίζοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι μόνο υπόθεση των Βρυξελλών, αλλά κυρίως της ικανότητας των εθνικών κυβερνήσεων να σχεδιάζουν και να εφαρμόζουν σωστές πολιτικές.
Ο δρόμος προς την ανάκαμψη των “Μεγάλων Τριών” της Ευρώπης περνά αναπόφευκτα μέσα από δύσκολες, αλλά απολύτως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Το στοίχημα δεν είναι αν έχουν τη δυνατότητα να τις υλοποιήσουν —τα μέσα και ο πλούτος υπάρχουν— αλλά αν διαθέτουν το πολιτικό θάρρος να εξηγήσουν την πραγματικότητα στους πολίτες τους, πείθοντάς τους να γυρίσουν την πλάτη στις εύκολες, αλλά καταστροφικές, σειρήνες του λαϊκισμού.
