Η αμερικανική ήττα στο Ιράν και ο γεωπολιτικός σεισμός που αλλάζει τον κόσμο

Πώς οι αρχιτέκτονες των αμερικανικών πολέμων παραδέχονται την αποτυχία της Ουάσινγκτον, τον έλεγχο των στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη και την οριστική μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο

Η αμερικανική ήττα στο Ιράν και ο γεωπολιτικός σεισμός που αλλάζει τον κόσμο

Καθίσταται πλέον σαφές στη διεθνή κοινότητα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν τον πόλεμο εναντίον του Ιράν, έναν πόλεμο που η ίδια η Ουάσινγκτον ξεκίνησε. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί πλέον απλώς αντικείμενο συζήτησης στις ξένες πρωτεύουσες, αλλά κυριαρχεί στους διαδρόμους εξουσίας της ίδιας της αμερικανικής πρωτεύουσας. Οι νεοσυντηρητικοί, τα λεγόμενα «γεράκια» του πολέμου στην Ουάσινγκτον, οι οποίοι υπήρξαν οι βασικοί αρχιτέκτονες της εισβολής στο Ιράκ και των επεμβάσεων στη Λιβύη και τη Συρία, αναγκάζονται πλέον να παραδεχτούν απρόθυμα τη σκληρή πραγματικότητα. Η διαφαινόμενη ήττα των ΗΠΑ σε αυτή τη σύγκρουση δεν αποτελεί απλώς μια στρατιωτική αποτυχία, αλλά έναν γεωπολιτικό σεισμό που θα έχει τεράστιες επιπτώσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη.

σχετικά άρθρα

Η εξέλιξη αυτή οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αποδυνάμωση της αμερικανικής αυτοκρατορίας και την ταυτόχρονη ενίσχυση όχι μόνο του Ιράν, αλλά και άλλων παγκόσμιων δυνάμεων, όπως η Κίνα, η Ρωσία και ευρύτερα οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Ανεξάρτητες αντιπολεμικές φωνές προειδοποιούσαν εδώ και καιρό για αυτή την κατάληξη, αλλά αυτό που προκαλεί αίσθηση είναι ότι η παραδοχή έρχεται πλέον από τα χείλη των πλέον ένθερμων υποστηρικτών του αμερικανικού επεκτατισμού. Η απώλεια αυτού του πολέμου εκτιμάται ότι θα έχει ακόμη μεγαλύτερο γεωπολιτικό αντίκτυπο από τις ήττες στο Βιετνάμ και το Αφγανιστάν, μετασχηματίζοντας οριστικά την παγκόσμια σκακιέρα.

Ο ρεαλισμός και η παραδοχή της αποτυχίας

Γιατί όμως οι φιλοπόλεμοι νεοσυντηρητικοί στην Ουάσινγκτον προχωρούν σε αυτή την κυνική παραδοχή; Η απάντηση είναι προφανής: βλέπουν τα σημάδια των καιρών. Αντιλαμβάνονται ότι η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τεράστια κρίση δημοτικότητας. Η δυσαρέσκεια των πολιτών δεν πηγάζει μόνο από τον πληθωρισμό, το αυξημένο κόστος ζωής και τα σκάνδαλα διαφθοράς, αλλά γιγαντώνεται εξαιτίας αυτού ακριβώς του πολέμου. Οι δημοσκοπήσεις είναι καταπέλτης, δείχνοντας ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών, τουλάχιστον το 60%, αντιτίθεται σφοδρά στη συνεχιζόμενη στρατιωτική εμπλοκή.

Από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησε αυτή η επιθετική ενέργεια από τις ΗΠΑ, η ρητορική άλλαξε ραγδαία. Μέσα σε έναν μήνα, ευρωπαϊκά μέσα όπως ο βρετανικός Independent άρχισαν να αναγνωρίζουν ότι το Ιράν αναδείχθηκε ως ο ξεκάθαρος νικητής, με την αμερικανική πλευρά να αναζητά απεγνωσμένα μια διέξοδο διαφυγής. Στη συνέχεια, στα μέσα Απριλίου, τα αμερικανικά συστημικά μέσα ενημέρωσης άρχισαν να αλλάζουν τροπάριο. Η Wall Street Journal δημοσίευσε άρθρο γνώμης με τίτλο «Προς το παρόν τουλάχιστον, ο πόλεμος στο Ιράν φαίνεται να αποτυγχάνει», γραμμένο μάλιστα από τον πρώην αρχισυντάκτη της εφημερίδας. Παράλληλα, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών ξεκίνησαν να διαρρέουν στοιχεία στον Τύπο, επιβεβαιώνοντας ότι οι επιχειρήσεις εξελίσσονται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.

Απορρίφθηκε η μήνυση Τραμπ σε βάρος της WSJ με επίκεντρο άρθρο για τον Έπσταϊν

Ο έλεγχος των στενών του Ορμούζ

Σύμφωνα με ρεπορτάζ των New York Times που βασίστηκε σε πηγές των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, το Ιράν διατηρεί ανέπαφη τη συντριπτική πλειονότητα των πυραυλικών του δυνατοτήτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τεχεράνη διατηρεί επιχειρησιακή πρόσβαση σε 30 από τις 33 πυραυλικές της εγκαταστάσεις κατά μήκος των Στενών του Ορμούζ. Το συγκεκριμένο σημείο αποτελεί το σημαντικότερο θαλάσσιο πέρασμα μεταφοράς πετρελαίου στον κόσμο, καθώς πριν από τον πόλεμο, περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου διέρχόταν καθημερινά από εκεί. Σε απάντηση της αμερικανικής επίθεσης, το Ιράν αρχικά έκλεισε την πρόσβαση στα στενά, επιτρέποντας ωστόσο τη διέλευση σε πλοία από την Κίνα, τη Ρωσία και την Ινδία, γεγονός που προκάλεσε την οργή της Ουάσινγκτον.

Η αμερικανική κυβέρνηση απάντησε κηρύσσοντας ναυτικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών παραδέχθηκαν μέσω της Washington Post ότι το Ιράν έχει τη δυνατότητα να αντέξει αυτόν τον αποκλεισμό για πολλούς μήνες. Στην πραγματικότητα, το Ιράν διαθέτει το στρατηγικό πλεονέκτημα, ενώ οι ΗΠΑ αδυνατούν να διατηρήσουν τον αποκλεισμό μακροπρόθεσμα. Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι αυτός ο πόλεμος έχει ήδη προκαλέσει τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή κρίση στην ιστορία, πυροδοτώντας μια παγκόσμια οικονομική και επισιτιστική κρίση, καθώς οι αγρότες διεθνώς στερούνται τα απαραίτητα λιπάσματα. Επιπλέον, το Ιράν κατάφερε να υπερασπιστεί τα εδάφη του και να καταστρέψει ή να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στην πλειονότητα των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη Μέση Ανατολή.

Strait of Hormuz - Wikipedia

Το ρουά ματ των νεοσυντηρητικών στο περιοδικό Atlantic

Εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στη γεωπολιτική ανάλυση της παρούσας συγκυρίας είναι η στάση των παραδοσιακών εκφραστών του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Το περιοδικό Atlantic, ένας κατεξοχήν θεσμός που εκφράζει το δόγμα του Ατλαντισμού, την ενοποίηση δηλαδή της Δύσης υπό τη στρατιωτική ομπρέλα του ΝΑΤΟ και την οικονομική κυριαρχία των αμερικανικών πολυεθνικών, προχώρησε σε μια ιστορική δημοσίευση. Το άρθρο με τίτλο «Ρουά ματ στο Ιράν» και υπότιτλο «Η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να αναστρέψει ή να ελέγξει τις συνέπειες της απώλειας αυτού του πολέμου», φέρει την υπογραφή του Ρόμπερτ Κέιγκαν.

Ο Κέιγκαν δεν είναι ένας τυχαίος αναλυτής. Αποτελεί έναν από τους πιο επιδραστικούς διαμορφωτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και συνιδρυτή του Project for the New American Century (PNAC). Το εν λόγω think tank, που στελεχώθηκε από κορυφαίους αξιωματούχους της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους του νεότερου, όπως ο Ντικ Τσένι και ο Πολ Γούλφοβιτς, υπήρξε η μήτρα της εισβολής στο Ιράκ το 2003. Αυτοί οι ιδεολογικοί καθοδηγητές του αμερικανικού επεκτατισμού, που για δεκαετίες προωθούσαν το αφήγημα της παγκόσμιας αμερικανικής αστυνόμευσης στο όνομα της δήθεν εξάπλωσης της δημοκρατίας, τώρα κάνουν πίσω. Αναγνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται ως παγκόσμιος δικτάτορας που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων και του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, και συνειδητοποιούν ότι η τακτική αυτή έφτασε στα όριά της.

Η ιδεολογία της παρέμβασης και η ρωγμή στο εσωτερικό

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της μεταστροφής, πρέπει να εξετάσουμε το ιστορικό αυτών των ομάδων. Το νεοσυντηρητικό κίνημα άρχισε να διασπάται ήδη από το 2016. Ενώ παραδοσιακά αποτελούσαν τον πυρήνα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος από την εποχή του Ρήγκαν, η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε σχίσμα. Πολλοί εξ αυτών, όπως ο Κέιγκαν, στήριξαν ανοιχτά τη Χίλαρι Κλίντον, βλέποντας στο πρόσωπό της τη συνέχεια της παρεμβατικής εξωτερικής πολιτικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύζυγος του Κέιγκαν, Βικτόρια Νούλαντ, διετέλεσε ανώτατο στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και υπήρξε κεντρικό πρόσωπο στην ανατροπή της ουκρανικής κυβέρνησης το 2014, επιβεβαιώνοντας ότι το δόγμα της ανατροπής ξένων κυβερνήσεων διαπερνά οριζόντια το αμερικανικό πολιτικό σύστημα, ανεξαρτήτως από το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο.

Η διαρροή της τηλεφωνικής συνομιλίας της Νούλαντ το 2014, όπου καθόριζε με τον Αμερικανό πρέσβη τη σύνθεση της νέας ουκρανικής κυβέρνησης έπειτα από το πραξικόπημα, αποτελεί μνημείο νεοαποικιακής αλαζονείας. Το γεγονός ότι σήμερα, ο σύζυγός της και βασικός ιδεολογικός εκφραστής αυτής της αλαζονείας υπογράφει κείμενα τα οποία προειδοποιούν για την κατάρρευση της αμερικανικής ισχύος, καταδεικνύει τον πανικό που επικρατεί στην Ουάσινγκτον. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Κέιγκαν στο Atlantic: «Οι ήττες στην παρούσα αναμέτρηση με το Ιράν θα έχουν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν μπορούν ούτε να επιδιορθωθούν ούτε να αγνοηθούν. Δεν θα υπάρξει επιστροφή στο status quo ante».

Η οριστική μετάβαση στην πολυπολική τάξη

Η ανάλυση του Κέιγκαν επιβεβαιώνει τη δομική αλλαγή του παγκόσμιου συστήματος. Σημειώνει ότι, με τον έλεγχο των στενών, το Ιράν αναδεικνύεται ως ο βασικός παίκτης στην περιοχή και ένας από τους καθοριστικούς παίκτες παγκοσμίως. Παράλληλα, οι ρόλοι της Κίνας και της Ρωσίας ενισχύονται ραγδαία, ενώ ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών μειώνεται ουσιαστικά. Η σύγκρουση, όπως παραδέχεται ο ίδιος, αποκάλυψε μια Αμερική που είναι πλέον αναξιόπιστη και ανίκανη να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε. Αυτή η διαπίστωση επικυρώνει τη θέση ότι η αμερικανική αυτοκρατορία, μέσω της υπερβολικής επέκτασης και της ακραίας επιθετικότητάς της, επιταχύνει τη δική της παρακμή.

Παρά τους ανελέητους βομβαρδισμούς επί 37 ημέρες, οι αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις απέτυχαν να καταρρεύσουν την ιρανική κυβέρνηση ή να αποσπάσουν έστω και την παραμικρή παραχώρηση. Αντιθέτως, το Ιράν διατηρεί τεράστιο πλεονέκτημα, όχι μόνο λόγω του ελέγχου των στενών, αλλά και λόγω της δυνατότητάς του να πλήξει τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις των μοναρχιών του Περσικού Κόλπου. Όπως αναφέρει το άρθρο, λίγα μόνο χτυπήματα θα μπορούσαν να καταστρέψουν τις υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου για δεκαετίες, προκαλώντας μια παρατεταμένη παγκόσμια καταστροφή.

Ο καιροσκοπισμός και η επόμενη μέρα των ΗΠΑ

Η μοναδική «λύση» που θα μπορούσε να προσφέρει μια στρατιωτική νίκη στις ΗΠΑ θα ήταν μια μαζική χερσαία εισβολή και η στρατιωτική κατοχή του Ιράν, προκειμένου να εγκατασταθεί ένα καθεστώς-μαριονέτα. Ωστόσο, μετά την παταγώδη αποτυχία στο Ιράκ και δεδομένου ότι το Ιράν είναι μια ασύγκριτα μεγαλύτερη και ισχυρότερη χώρα, ένα τέτοιο σενάριο θεωρείται ανεδαφικό. Το συμπέρασμα του Κέιγκαν είναι αφοπλιστικό: «Η ήττα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνο πιθανή αλλά μάλλον αναμενόμενη». Αυτή η συγκλονιστική παραδοχή αντικατοπτρίζει έναν ευρύτερο γεωπολιτικό σεισμό.

Δεν είναι όμως μόνο ο Κέιγκαν που εγκαταλείπει το πλοίο που βυθίζεται. Άλλοι επιφανείς νεοσυντηρητικοί, όπως ο Μπιλ Κρίστολ, οι οποίοι για δεκαετίες υποκινούσαν τον πόλεμο εναντίον της Τεχεράνης, τώρα επιχειρούν να διαχωρίσουν τη θέση τους. Δεν το κάνουν επειδή μετατράπηκαν ξαφνικά σε ειρηνιστές, αλλά επειδή είναι υπερτατοι καιροσκόποι. Βλέπουν τη λαϊκή κατακραυγή στις ΗΠΑ να φουντώνει, με τις δημοσκοπήσεις της YUGGOV και του NPR να δείχνουν ότι μόνο το 13% πιστεύει πως οι ΗΠΑ κερδίζουν τον πόλεμο, ενώ η απόλυτη πλειοψηφία αποδοκιμάζει τους κυβερνητικούς χειρισμούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βυθίζονται σε έναν βάλτο δικής τους κατασκευής, και ο πλανήτης εισέρχεται πλέον αμετάκλητα σε μια νέα ιστορική φάση, όπου η ισχύς της Ουάσινγκτον δεν είναι πλέον αδιαμφισβήτητη.