Γιατί οι ΗΠΑ δαπανούν περισσότερα για την άμυνα από ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο – Πού καταλήγουν τα 853 δισ. δολάρια του Πενταγώνου

Από τους μισθούς και τις στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον κόσμο μέχρι τα πανάκριβα μαχητικά F-35, τα προηγμένα οπλικά συστήματα και τους αμυντικούς κολοσσούς, ο αμερικανικός στρατιωτικός προϋπολογισμός αποκαλύπτει το πραγματικό κόστος της παγκόσμιας στρατιωτικής υπεροχής

Γιατί οι ΗΠΑ δαπανούν περισσότερα για την άμυνα από ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο – Πού καταλήγουν τα 853 δισ. δολάρια του Πενταγώνου

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν με διαφορά τον μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό στον κόσμο, δαπανώντας περισσότερα χρήματα από τις επόμενες δέκα χώρες μαζί. Ο προϋπολογισμός του Πενταγώνου για το 2023 υπολογίζεται στα 853 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που ξεπερνά ακόμη και το σύνολο της οικονομίας χωρών όπως η Ελβετία.

σχετικά άρθρα

Το μέγεθος αυτό δεν αφορά μόνο την αγορά όπλων και μαχητικών αεροσκαφών. Τα χρήματα κατανέμονται σε ένα τεράστιο φάσμα δραστηριοτήτων, από μισθούς στρατιωτικών, ιατρικές υπηρεσίες, εκπαίδευση, λειτουργικά έξοδα, στρατιωτικές βάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο και έρευνα νέων τεχνολογιών, μέχρι την αγορά εξαιρετικά ακριβών οπλικών συστημάτων.

Σχεδόν τα μισά χρήματα που εγκρίνει κάθε χρόνο το αμερικανικό Κογκρέσο για τη λειτουργία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης κατευθύνονται στον στρατό, αφήνοντας πολύ μικρότερα κονδύλια για τομείς όπως η παιδεία, η διπλωματία, η επιστήμη, η ενέργεια και το περιβάλλον.

Η μεγαλύτερη κατηγορία δαπανών αφορά τις επιχειρήσεις και τη συντήρηση (Operations and Maintenance), οι οποίες απορροφούν περίπου 352 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό μεγαλύτερο ακόμη και από το σύνολο της οικονομίας της Πορτογαλίας.

Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται οι καθημερινές λειτουργικές ανάγκες του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, όπως οι μεταφορές, τα καύσιμα, η συντήρηση εξοπλισμού, τα διοικητικά έξοδα, η εκπαίδευση προσωπικού, αλλά και υπηρεσίες που συνήθως δεν συνδέονται άμεσα με τον στρατό.

Μόνο για ιατρική περίθαλψη και υπηρεσίες υγείας των εν ενεργεία στελεχών δαπανώνται περίπου 39 δισεκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα, χρηματοδοτούνται προγράμματα αποκατάστασης περιοχών που έχουν μολυνθεί από εκρηκτικά ή χημικές ουσίες, αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας, επιχειρήσεις αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών, ακόμη και δράσεις κατά των ναρκωτικών, στις οποίες διατίθεται σχεδόν 1 δισεκατομμύριο δολάρια.

Στον ίδιο προϋπολογισμό προβλέπονται ακόμη και 10 εκατομμύρια δολάρια για την ασφάλεια διεθνών αθλητικών διοργανώσεων.

Ιδιαίτερα υψηλό είναι και το κόστος λειτουργίας των περίπου 1.250 στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ, εκ των οποίων περίπου 800 βρίσκονται εκτός αμερικανικού εδάφους. Η λειτουργία τους θεωρείται εξαιρετικά δαπανηρή, καθώς σε πολλές περιπτώσεις έχουν δημιουργηθεί εγκαταστάσεις που αναπαράγουν σχεδόν πλήρως την καθημερινότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, με αμερικανικά καταστήματα, αλυσίδες εστίασης και προϊόντα που μεταφέρονται από τις ΗΠΑ για την εξυπηρέτηση του προσωπικού.

Το κόστος της παγκόσμιας στρατιωτικής παρουσίας

Η ύπαρξη αυτού του τεράστιου δικτύου βάσεων αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν πολύ περισσότερα χρήματα από οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους στρατούς, που επικεντρώνονται κυρίως στην προστασία των συνόρων και της εθνικής επικράτειας, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διατηρούν παγκόσμια παρουσία, γεγονός που συνεπάγεται πολύ μεγαλύτερο λειτουργικό κόστος.

Σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού κατευθύνεται επίσης στο ανθρώπινο δυναμικό. Περίπου 172 δισεκατομμύρια δολάρια δαπανώνται για μισθούς, παροχές, συντάξεις και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη περισσότερων από 3,4 εκατομμυρίων στρατιωτικών, εφέδρων και πολιτικών υπαλλήλων του υπουργείου Άμυνας.

Το Πεντάγωνο επενδύει ακόμη σημαντικά ποσά στην προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού, διαθέτοντας 28 εκατομμύρια δολάρια μόνο για την πρόσληψη ειδικών στην τεχνητή νοημοσύνη.

Εξίσου εντυπωσιακό είναι το κονδύλι για την έρευνα και ανάπτυξη, το οποίο φτάνει τα 140 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό αντίστοιχο με το σύνολο της οικονομίας του Μαρόκου.

Οι επενδύσεις αυτές αφορούν την ανάπτυξη τεχνολογιών που θα διατηρήσουν την τεχνολογική υπεροχή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, όπως εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για ανάλυση εικόνων από drones, αυτόνομα υποβρύχια, ναυτικά συστήματα λέιζερ, καθώς και την ανάπτυξη εξωσκελετών που θα επιτρέπουν στους στρατιώτες να μεταφέρουν μεγαλύτερα φορτία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Πολλές από αυτές τις τεχνολογίες έχουν στη συνέχεια περάσει και στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το GPS, τα drones, η φωνητική αναγνώριση, το ποντίκι υπολογιστή και ακόμη και το ίδιο το διαδίκτυο, τα οποία αναπτύχθηκαν αρχικά, τουλάχιστον εν μέρει, μέσα από στρατιωτικά προγράμματα.

Ένα ακόμη 19 δισεκατομμύρια δολάρια κατευθύνονται σε νέες κατασκευές στρατιωτικών εγκαταστάσεων, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό. Ενδεικτικά προβλέπονται 85 εκατομμύρια δολάρια για εγκαταστάσεις αποθήκευσης καυσίμων αεροσκαφών στην Ιαπωνία και 75 εκατομμύρια δολάρια για νέα επιχειρησιακή εγκατάσταση στη Νότια Καλιφόρνια.

Τα πανάκριβα οπλικά συστήματα και ο ρόλος των αμυντικών κολοσσών

Η κατηγορία που συνδέεται περισσότερο με τη στρατιωτική ισχύ αφορά τις προμήθειες εξοπλισμού (Procurement), συνολικού ύψους περίπου 167 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τα ποσά που απαιτούνται για τα σύγχρονα οπλικά συστήματα είναι εντυπωσιακά.

Ένα μαχητικό αεροσκάφος κοστίζει περίπου 142 εκατομμύρια δολάρια, ενώ το 2023 αγοράστηκαν 77 αεροσκάφη και ζητήθηκαν επιπλέον 14 δισεκατομμύρια δολάρια για την προμήθεια ακόμη 83.

Κάθε πύραυλος cruise κοστίζει περίπου 1,6 εκατομμύρια δολάρια, με τις ΗΠΑ να έχουν προμηθευτεί περίπου 600 μέσα σε έναν χρόνο.

Ένα τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού κοστίζει περίπου 372.000 δολάρια, ενώ αγοράστηκαν περίπου 3.700 οχήματα και ζητήθηκαν ακόμη 3.100.

Παράλληλα προβλέπονται 2,8 δισεκατομμύρια δολάρια για την αγορά 24 F-15, 1,2 δισεκατομμύρια για 56 ελικόπτερα Black Hawk, καθώς και 8,2 δισεκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή τριών αντιτορπιλικών.

Ξεχωριστή θέση κατέχει το F-35, το οποίο χαρακτηρίζεται ως το ακριβότερο πρόγραμμα οπλικού συστήματος στην ιστορία, με το συνολικό κόστος του να εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου τα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του.

Παρά το τεράστιο μέγεθος του προϋπολογισμού, το ίδιο το Πεντάγωνο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στην παρακολούθηση των περιουσιακών του στοιχείων.

Για έξι συνεχόμενα χρόνια απέτυχε να περάσει ανεξάρτητο οικονομικό έλεγχο, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, περίπου το 61% των φυσικών περιουσιακών στοιχείων του δεν μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια.

Σύμφωνα με την ανάλυση, σημαντικό μέρος των χρημάτων δεν καταλήγει απευθείας στις ένοπλες δυνάμεις αλλά σε ιδιωτικές αμυντικές εταιρείες.

Περίπου 466 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή σχεδόν το 54% του συνολικού προϋπολογισμού, καταλήγουν σε ιδιωτικούς εργολάβους, με κυρίαρχες τις Lockheed Martin, Raytheon, General Dynamics, Northrop Grumman και Boeing.

Η αγορά έχει συγκεντρωθεί σε ελάχιστους μεγάλους ομίλους, καθώς τις τελευταίες δεκαετίες δεκάδες μικρότερες εταιρείες απορροφήθηκαν από τους πέντε μεγάλους κατασκευαστές, περιορίζοντας σημαντικά τον ανταγωνισμό.

Η περιορισμένη αυτή ανταγωνιστικότητα συνδέεται και με μεγάλες αυξήσεις στις τιμές ορισμένων οπλικών συστημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πύραυλος Stinger, του οποίου η τιμή από περίπου 25.000 δολάρια έφτασε σχεδόν τις 500.000 δολάρια μέσα σε λίγες δεκαετίες.

Παράλληλα έχουν καταγραφεί περιπτώσεις υπερκοστολόγησης. Σε μία από αυτές, το Πεντάγωνο πλήρωσε στην Boeing περίπου 3.357 δολάρια για ένα εξάρτημα που μπορούσε να προμηθευτεί από δική του αποθήκη με μόλις 15,42 δολάρια.

Η ανάλυση αναφέρεται επίσης στις στενές σχέσεις μεταξύ των αμυντικών εταιρειών και του πολιτικού συστήματος, επισημαίνοντας ότι οι μεγάλοι εργολάβοι δαπανούν σημαντικά ποσά για την άσκηση πολιτικής επιρροής και τη χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών, ενώ πολλοί πρώην υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Πενταγώνου μετακινούνται στη συνέχεια σε διοικητικές θέσεις των ίδιων εταιρειών.

Παράλληλα, οι αμυντικές βιομηχανίες τοποθετούν τις παραγωγικές τους εγκαταστάσεις σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ, δημιουργώντας χιλιάδες θέσεις εργασίας και ενισχύοντας το ενδιαφέρον των εκλεγμένων εκπροσώπων να συνεχίσουν να υποστηρίζουν υψηλές στρατιωτικές δαπάνες.

Στο τέλος της ανάλυσης επισημαίνεται ότι, παρά το γεγονός πως οι ισχυρές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά απέναντι σε πιθανές απειλές, η συνεχής αύξηση των στρατιωτικών εξοπλισμών οδηγεί συχνά και τους αντιπάλους σε αντίστοιχη ενίσχυση των δικών τους στρατών, δημιουργώντας έναν διαρκή ανταγωνισμό εξοπλισμών.

Τονίζεται ακόμη ότι κάθε αύξηση των αμυντικών δαπανών σημαίνει πως περιορίζονται οι διαθέσιμοι πόροι για άλλους τομείς, όπως η υγεία, η εκπαίδευση, οι υποδομές, η ασφάλεια του πόσιμου νερού, οι δρόμοι, οι γέφυρες και άλλες δημόσιες επενδύσεις που επίσης επηρεάζουν την ασφάλεια και την ποιότητα ζωής των πολιτών.