ΣΕΤΕ: Θέσεις για το νέο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο τουρισμού
Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) κατέθεσε τις θέσεις και παρατηρήσεις του στα υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Τουρισμού, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το σχέδιο Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) αναφορικά με το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο Τουρισμού (ΕΧΠ-Τ).

Ο ΣΕΤΕ, ο οποίος συμμετέχει ενεργά στη διαβούλευση για το ΕΧΠ-Τ, υπογραμμίζει την ανάγκη για στρατηγικό σχεδιασμό και την αποφυγή οριζόντιων ρυθμίσεων. Επισημαίνει ότι τέτοιες ρυθμίσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε γενικευμένες και απλουστευτικές λύσεις, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά και η αναπτυξιακή δυναμική των επιμέρους περιοχών. Παρά τις αδυναμίες που παρουσιάζει το προτεινόμενο σχέδιο, ο Σύνδεσμος κρίνει τη θεσμοθέτηση του ΕΧΠ-Τ, μετά από δεκαετίες, ως απολύτως θετική εξέλιξη. Εκτιμά ότι, μαζί με τον Υποκείμενο Σχεδιασμό που ολοκληρώνεται, θα αποτελέσει τη βάση για την περιβαλλοντική προστασία και την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου στις νέες επενδύσεις.
Ο ΣΕΤΕ έχει εκφράσει την αντίθεσή του στην καθολική υιοθέτηση γενικευμένων οριζόντιων περιορισμών. Οι ειδικές προτάσεις που κατατέθηκαν επί του σχεδίου ΚΥΑ αποσκοπούν στη διαμόρφωση ενός λειτουργικού, εφαρμόσιμου και βιώσιμου πλαισίου χωρικού σχεδιασμού για τον τουρισμό. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα τοπικά χαρακτηριστικά, τις υφιστάμενες υποδομές δημόσιων δικτύων, αεροδρομίων, λιμένων, μαρινών και την επάρκεια φυσικών πόρων. Επιπλέον, κρίνεται αναγκαίο να συνδυάζεται με την ήδη διαμορφωμένη δυναμική της τουριστικής αγοράς και τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης σε ποιοτικές τουριστικές υποδομές όλων των κατηγοριών. Ο Σύνδεσμος αναδεικνύει τον τουρισμό ως δραστηριότητα με ευρεία οφέλη για την κοινωνία, που συμβάλλει στην ενίσχυση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, στην απασχόληση και ειδικά στην περιφερειακή ανάπτυξη. Για τη νησιωτική και ορεινή Ελλάδα, ο τουρισμός μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική αναπτυξιακή διέξοδο και προοπτική απασχόλησης και συγκράτησης του πληθυσμού.
Ειδικότερα για την προοπτική της τουριστικής ανάπτυξης της νησιωτικής χώρας, η προτεινόμενη ομαδοποίηση δεν κρίνεται ως απολύτως δόκιμη. Αναφέρεται ότι υπάρχουν μικρά νησιά όπου ακόμα και μέγεθος 100 κλινών μπορεί να θεωρηθεί μεγάλο, ενώ σε νησιά της Ομάδας (Ι) οι προτεινόμενοι περιορισμοί θεωρούνται μη βιώσιμοι και μη ανταγωνιστικοί. Αυτό αφορά τόσο το καθιερωμένο προϊόν και τις υποδομές, όσο και την ανάγκη δημιουργίας κατάλληλων υποδομών για τη διεύρυνση της περιόδου με ειδικές τουριστικές εγκαταστάσεις (π.χ., κέντρα αναζωογόνησης – spa, υποδομές ιατρικού τουρισμού, συνεδριακές αίθουσες).
Για την περαιτέρω εξειδίκευση των ρυθμίσεων ανά νησί, ο ΣΕΤΕ υπογραμμίζει την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις των τοπικών κοινωνιών, των τοπικών παραγωγικών φορέων και της τοπικής αυτοδιοίκησης, στο πλαίσιο της διαβούλευσης των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ). Ζητεί επίσης να δοθεί ρητή δυνατότητα ανάδρασης από το ΕΧΠ-Τ προς τον Υποκείμενο Σχεδιασμό, υπό αυστηρές προϋποθέσεις (π.χ., ανά πενταετία), λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των υποδομών και των λοιπών περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραγόντων, κατόπιν ειδικής τεκμηρίωσης και αξιολόγησης των τοπικών χαρακτηριστικών και της αναπτυξιακής προοπτικής με όρους βιωσιμότητας.
Επιπρόσθετα, η πρόβλεψη επέκτασης της υποχρέωσης σύνταξης Εκθέσεων Φέρουσας Ικανότητας (ΕκεΦΙ) και στις μεμονωμένες τουριστικές μονάδες δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται επαρκώς από επιστημονική άποψη. Η φέρουσα ικανότητα αξιολογείται κατ’ αρχήν σε επίπεδο συγκεκριμένης χωρικής ενότητας και όχι σε επίπεδο μεμονωμένου έργου ή δραστηριότητας. Μία τέτοια προσέγγιση ενδέχεται να οδηγήσει σε αποσπασματικές ή και αντιφατικές αξιολογήσεις. Για τον λόγο αυτόν, ο ΣΕΤΕ υποστηρίζει ότι οι ισχύουσες διατάξεις εντάσσουν ορθώς την αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας στο πλαίσιο του πολεοδομικού σχεδιασμού Α΄ επιπέδου, και ζητά να διευκρινιστεί ρητά ότι δεν υπάρχει υποχρέωση σύνταξης ΕκΕΦΙ για τις μεμονωμένες επενδύσεις.
Το σχετικό πλαίσιο που περιγράφεται στο ΕΧΠ-Τ σχετικά με τον τουρισμό και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις κρίνεται ως ικανό να αποτελέσει τη βάση για τον έλεγχο του φαινομένου από τον Υποκείμενο Σχεδιασμό στις περιοχές όπου λαμβάνει ανεξέλεγκτους ρυθμούς ανάπτυξης, με αρνητικές επιπτώσεις στα δίκτυα υποδομών, στη στέγη και στην ανεξέλεγκτη διασπορά στις εκτός σχεδίου περιοχές.
Σχετικά με το προτεινόμενο τέλος υπέρ του Πράσινου Ταμείου, ο ΣΕΤΕ θεωρεί ότι η πρόβλεψη αυτή υπήρχε στο αρχικό κείμενο της μελέτης πριν την επιβολή του τέλους ανθεκτικότητας. Δεδομένου ότι οι τουριστικές επενδύσεις έχουν ήδη σημαντική επιβάρυνση σε ζητήματα κλιματικής ανθεκτικότητας μέσω του αντίστοιχου τέλους, προτείνεται η απαλοιφή προβλέψεων για όποια νέα πρόσθετα τέλη. Τα χρήματα που εισπράττονται από σειρά υφιστάμενων τελών και άλλων επιβαρύνσεων, τα οποία δεν συνοδεύονται από σαφή ανταποδοτικότητα, προτείνεται να αξιοποιηθούν για δράσεις και επενώσεις που ενισχύουν άμεσα τη βιωσιμότητα, τις υποδομές και την ανθεκτικότητα των προορισμών.
Τέλος, σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, ο ΣΕΤΕ έχει καταθέσει πλήθος βελτιώσεων ώστε να κατοχυρώνεται η ασφάλεια δικαίου των επενδύσεων και η αναγκαία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πολιτών έναντι της πολιτείας.
Ο ΣΕΤΕ εκφράζει την ελπίδα ότι η τελική διαμόρφωση του ΕΧΠ-Τ, μαζί με τα άλλα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΕΠΣ) και τον Υποκείμενο Σχεδιασμό, θα συμβάλει καθοριστικά σε βιώσιμες προοπτικές ανάπτυξης εντός ενός περιβαλλοντικά και κοινωνικά βιώσιμου περιβάλλοντος.
