Η εταιρεία Σταθερές Συγκοινωνίες (ΣΤΑΣΥ) προχωρά στην πρώτη συνολική εργολαβία συντήρησης για τη Γραμμή 1 (πρώην ΗΣΑΠ), με στόχο να καλύψει ένα εκτεταμένο κενό συντήρησης που εκτιμάται στα 15 έτη. Η κίνηση αυτή αναδεικνύει τη συσσωρευμένη φθορά στο παλαιότερο σιδηροδρομικό δίκτυο της Αθήνας.
Ωστόσο, παρά τη νέα αυτή προσπάθεια αναβάθμισης, προκύπτει και ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: η οριστική, όπως όλα δείχνουν, εγκατάλειψη της υπογειοποίησης στο τμήμα Νέο Φάληρο – Πειραιάς. Το συγκεκριμένο έργο παρέμενε σε εκκρεμότητα για πάνω από μία δεκαετία, αφήνοντας το πλέον επιβαρυμένο τμήμα της γραμμής εκτός εκσυγχρονισμού.
Ο νέος διαγωνισμός της ΣΤΑΣΥ, με προϋπολογισμό 6,07 εκατ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ), αφορά εκτεταμένες εργασίες συντήρησης σε περίπου 16 χιλιόμετρα μονής γραμμής, από την Κηφισιά έως το Νέο Φάληρο. Πρόκειται για την πρώτη συστηματική παρέμβαση μετά από χρόνια αποσπασματικών εργασιών, σε ένα δίκτυο που επί μακρόν χαρακτηριζόταν ως ο «φτωχός συγγενής» των μέσων σταθερής τροχιάς.
Η υφιστάμενη κατάσταση της υποδομής έχει ήδη οδηγήσει σε περιορισμούς στη λειτουργία, όπως βραδυπορίες με ταχύτητες έως 25 χλμ./ώρα σε κρίσιμα σημεία. Αυτό επηρεάζει τόσο τη διάρκεια των δρομολογίων όσο και τη συνολική αξιοπιστία της γραμμής.
Στόχος της εργολαβίας είναι η ασφάλεια. Το αντικείμενό της περιλαμβάνει την αποκατάσταση της γεωμετρίας της τροχιάς (οριζόντιας και κατακόρυφης), ενισχύσεις στα συστήματα πρόσδεσης, αντικαταστάσεις σιδηροτροχιών σε επιβαρυμένα σημεία, παρεμβάσεις σε αλλαγές τροχιάς και κρίσιμα εξαρτήματα, καθώς και εξειδικευμένες συγκολλήσεις και εκτεταμένες μετρήσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο τμήμα Ειρήνη – Ηράκλειο, όπου οι αποκλίσεις της γραμμής ξεπερνούν κατά πολύ τα επιτρεπτά όρια, φτάνοντας έως και τα 116 χιλιοστά, έναντι του ορίου ασφαλείας των 60 χιλιοστών. Οι εργασίες θα εκτελούνται κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες, μεταξύ 21:30 και 04:30. Η εικόνα της επιδείνωσης δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς ο Σύλλογος Εργαζομένων ΣΤΑΣΥ είχε ήδη προειδοποιήσει από το 2023 για κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας και, μετά την τραγωδία των Τεμπών, είχε επισημάνει την ύπαρξη περίπου 1.300 αποσαθρωμένων στρωτήρων.
Παρά το εύρος της νέας εργολαβίας, το πλέον προβληματικό τμήμα της γραμμής, από το Νέο Φάληρο έως τον Πειραιά, παραμένει εκτός. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι επί χρόνια, από το 2003, προκρινόταν η λύση της υπογειοποίησης, η οποία όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Συγκεκριμένα, λίγο πριν το 2011, το εν λόγω τμήμα της γραμμής είχε ενταχθεί στον σχεδιασμό για υπογειοποίηση, αλλά το 2014 «πάγωσε» λόγω της οικονομικής κρίσης. Το 2017, η υπογειοποίηση επανήλθε στο προσκήνιο με νέες μελέτες.
Ωστόσο, σήμερα, φαίνεται ότι το έργο οδηγείται σε οριστική εγκατάλειψη. Το έργο της υπογειοποίησης, που διεκδικούν ο Δήμος Πειραιά και οι κάτοικοι του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας, είχε εκτιμώμενο κόστος περίπου 100 εκατ. ευρώ και προέβλεπε τη βύθιση των γραμμών μετά το Φάληρο, έναν υπόγειο σταθμό στα Καμίνια και την επανεμφάνιση των γραμμών στον Πειραιά. Πλέον, το σενάριο αυτό φαίνεται να εγκαταλείπεται οριστικά. Η ΣΤΑΣΥ έχει ήδη στραφεί σε εναλλακτική λύση, η οποία περιλαμβάνει την ανακαίνιση του επίμαχου τμήματος σε υπέργεια μορφή, με προϋπολογισμό περίπου 27 εκατ. ευρώ. Εφόσον εξασφαλιστεί χρηματοδότηση, το έργο ενδέχεται να προχωρήσει εντός του έτους. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη επιβεβαιώνει μια μακροχρόνια πραγματικότητα: το τμήμα Νέο Φάληρο – Πειραιάς, αν και κομβικό για τη σιδηροδρομική σύνδεση με το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, παραμένει για δεκαετίες εκτός ενιαίου σχεδιασμού αναβάθμισης.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός δικτύου δύο ταχυτήτων. Από τη μία, δρομολογούνται παρεμβάσεις συντήρησης που επιχειρούν να καλύψουν τη χρόνια υποβάθμιση και από την άλλη, υπάρχουν τα «στρατηγικά έργα» που εγκαταλείπονται λόγω κόστους. Η «υπογειοποίηση» της υπογειοποίησης στο τμήμα Φάληρο – Πειραιά λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των διαχρονικών αδυναμιών σχεδιασμού και χρηματοδότησης. Ενώ η Γραμμή 1 επιχειρεί να μπει σε τροχιά σταθεροποίησης, οι συγκοινωνιολόγοι διερωτώνται εάν πρόκειται για μια ουσιαστική επανεκκίνηση ή για μια ακόμη προσωρινή λύση σε ένα πρόβλημα που χρονίζει.

