Η έρευνα PISA 2025 καταγράφει μια μεικτή εικόνα για την Ελλάδα, με θετικά σημάδια ανακοπής της πτώσης αλλά και βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα. Περίπου 760.000 μαθητές από 91 χώρες συμμετείχαν στη διεθνή αξιολόγηση, η οποία για το 2025 είχε ως κεντρικό αντικείμενο τις Φυσικές Επιστήμες. Στην Ελλάδα, 6.858 μαθητές από 229 σχολεία έλαβαν μέρος, αντιπροσωπεύοντας το 95% του πληθυσμού των 15χρονων. Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά το ποσοστό των μαθητών που ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού.
Τα ποσοστά αυτά είναι ιδιαίτερα υψηλά: 40,9% των μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά βρίσκονται κάτω από το βασικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε στοιχειώδεις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής, όπως η κατανόηση απλών κειμένων ή η εκτέλεση βασικών μαθηματικών πράξεων. Το πρόβλημα εμφανίζεται και στην κορυφή των επιδόσεων: η Ελλάδα έχει πολύ μικρό ποσοστό μαθητών που φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα, με μόλις 1-2% έναντι 6-8% στον ΟΟΣΑ.
Ανακοπή της πτώσης και τάση σύγκλισης
Η ελληνική επίδοση παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τέσσερα πεδία αξιολόγησης. Στα Μαθηματικά, η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες (έναντι 463 στον ΟΟΣΑ), σημειώνοντας πτώση 6 μονάδων από το 2022, έναντι 11 μονάδων στον ΟΟΣΑ. Η μικρότερη αυτή πτώση έφερε την πρώτη τάση σύγκλισης με τον διεθνή μέσο όρο μετά από περίπου μια δεκαετία.
Στις Φυσικές Επιστήμες, η επίδοση διαμορφώθηκε στις 434 μονάδες (έναντι 482 στον ΟΟΣΑ), με πτώση 7 μονάδων. Στην Κατανόηση Κειμένου, η Ελλάδα έπεσε από τις 438 στις 423 μονάδες, μια πτώση 15 μονάδων που ακολουθεί τη γενική διεθνή τάση. Στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, που αξιολογήθηκε για πρώτη φορά, η Ελλάδα συγκέντρωσε 461 μονάδες έναντι 500 στον ΟΟΣΑ.
Το σχολικό περιβάλλον και οι ψηφιακές προκλήσεις
Η PISA 2025 ανέδειξε σοβαρά προβλήματα στο ελληνικό σχολικό κλίμα. Οι μαθητές αναφέρουν υψηλότερα ποσοστά θορύβου και αταξίας σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ οι απουσίες και οι καθυστερήσεις είναι συχνότερες. Παράλληλα, το αίσθημα ασφάλειας και του ανήκειν βελτιώθηκε σε σχέση με το 2022, με το 79% των Ελλήνων μαθητών να δηλώνουν ότι ανήκουν στο σχολείο τους.
Στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, περίπου 34% των Ελλήνων μαθητών χρησιμοποιούν AI chatbots για μάθηση τουλάχιστον εβδομαδιαία, έναντι 46% στον ΟΟΣΑ. Η έρευνα διαπιστώνει ότι η χρήση AI για συγκεκριμένες εργασίες συνδέεται με χαμηλότερες επιδόσεις, ενώ η χρήση για μαθησιακή υποστήριξη, όταν συνοδεύεται από εκπαίδευση στην αξιολόγηση των απαντήσεων, συνδέεται με καλύτερα αποτελέσματα.
Οι προκλήσεις για το μέλλον
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει δύο βασικές προκλήσεις: την πολύ μεγάλη βάση χαμηλών επιδόσεων και την πολύ μικρή κορυφή υψηλών επιδόσεων. Περίπου 38 σχολεία του δείγματος, εκ των οποίων 32 δημόσια, πέτυχαν επιδόσεις κοντά ή πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, γεγονός που δείχνει ότι η βελτίωση είναι εφικτή. Η μεγάλη πρόκληση για την επόμενη περίοδο, σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας, μετατοπίζεται από το «πόσα έχουμε» στο «τι κάνουμε με αυτά που έχουμε».
Οι επόμενες παρεμβάσεις θα πρέπει να εστιάσουν στην καλύτερη κατανομή του προσωπικού, στην ενίσχυση της ποιότητας της διδασκαλίας και στη βελτίωση της πειθαρχίας και της μαθητικής εμπλοκής. Οι μεταρρυθμίσεις του Εθνικού Απολυτηρίου, των νέων Προγραμμάτων Σπουδών και του Πολλαπλού Βιβλίου στοχεύουν στην ενσωμάτωση της λογικής της PISA στην καθημερινή εκπαιδευτική πρακτική, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την αποστήθιση στην κατανόηση, την κριτική σκέψη και την επίλυση προβλημάτων. Η πρώτη ένδειξη σταθεροποίησης που καταγράφηκε το 2025 θα μπορούσε να γίνει περισσότερο ορατή στον επόμενο κύκλο, το 2029, εφόσον συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις.