Ο δράστης της γυναικοκτονίας στη Δράμα λάμβανε ψυχολογική υποστήριξη
Νέα στοιχεία αναδύονται σχετικά με την υπόθεση της γυναικοκτονίας που συγκλόνισε τη Δράμα, εστιάζοντας στην ψυχολογική παρακολούθηση που φέρεται να λάμβανε ο δράστης τους τελευταίους μήνες.
Σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, ο 50χρονος αστυνομικός είχε ξεκινήσει συνεδρίες με στρατιωτικό γιατρό και ψυχολόγο της ΕΛ.ΑΣ. από τον Μάρτιο, τις οποίες πραγματοποιούσε ιδιωτικά. Σε ορισμένες από αυτές τις συνεδρίες συμμετείχε και η εν διαστάσει σύζυγός του, η οποία φέρεται να τον είχε ενθαρρύνει να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια μετά τον χωρισμό τους και την επιδείνωση της ψυχολογικής του κατάστασης. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι ο γιατρός τον παρακολουθούσε συστηματικά, χωρίς ωστόσο να έχουν διαπιστωθεί αυτοκαταστροφικές ή ανθρωποκτόνες τάσεις. Επιπλέον, δεν υπήρχε καμία αναφορά για κακοποίηση που να είχε κινητοποιήσει τις αρμόδιες αρχές ή να υποδείκνυε άμεσο κίνδυνο. Το ζευγάρι είχε επίσης παραπεμφθεί σε ιδιώτη ψυχίατρο, από τον οποίο λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Ο 50χρονος είχε προγραμματισμένη συνεδρία με τον ψυχολόγο την επόμενη ημέρα του φονικού, γεγονός που αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των ζητημάτων υγείας και ψυχολογικής υποστήριξης.
Παρά τη θεραπευτική παρακολούθηση, οι εξελίξεις υπήρξαν τραγικές. Ο δράστης είχε αποχωρήσει από την οικογενειακή κατοικία περίπου τρεις εβδομάδες πριν από το έγκλημα, διαμένοντας στο πατρικό του, αλλά διατηρούσε τα κλειδιά της οικίας. Συγγενικά πρόσωπα του θύματος υποστηρίζουν ότι περίπου δύο εβδομάδες πριν από τη δολοφονία, είχε προηγηθεί ένα σοβαρό επεισόδιο, κατά το οποίο ο άνδρας φέρεται να απείλησε τη γυναίκα με γεμάτο όπλο. Η γυναίκα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν υπέβαλε καταγγελία, επιθυμώντας να μην επηρεάσει την υπηρεσιακή του πορεία και εξακολουθούσε να προσπαθεί να τον στηρίξει ψυχολογικά. Εντύπωση προκαλεί και ανάρτηση της δολοφονημένης μητέρας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης περίπου 12 ημέρες πριν από το έγκλημα, όπου είχε αναδημοσιεύσει κείμενο του συγγραφέα Αύγουστου Κορτώ σχετικά με πρόσφατη γυναικοκτονία στην Καλαμάτα και την κοινωνική αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων.
Η 45χρονη έφερε επτά μαχαιριές στην πλάτη και στα πλευρά, με ένα από τα τραύματα να προκαλεί διάτρηση της καρδιάς και τα υπόλοιπα να πλήττουν τους πνεύμονες και τους γειτονικούς ιστούς, οδηγώντας σε άμεσο θάνατο. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, δεν εντοπίστηκαν κακώσεις που να υποδεικνύουν πάλη, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το θύμα δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Το μαχαίρι που χρησιμοποιήθηκε είχε μήκος μεγαλύτερο των 10 εκατοστών. Η ιατροδικαστική εξέταση του δράστη έδειξε τραύμα από όπλο στον αριστερό κρόταφο, με το οποίο έθεσε τέλος στη ζωή του μετά τη δολοφονία. Στην οικία του ζευγαριού βρέθηκαν ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικά και χάπια για κρίσεις πανικού, ενώ έχουν παραγγελθεί τοξικολογικές εξετάσεις και για τους δύο. Η 45χρονη αστυνομικός βρέθηκε νεκρή από συναδέλφους της, ημίγυμνη στο κρεβάτι σε υπόγειο χώρο του σπιτιού τους, δίπλα στο μαχαίρι. Περισσότερες απαντήσεις αναμένονται από την ιατροδικαστική υπηρεσία σχετικά με τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων.
Το ζευγάρι, που είχε αποκτήσει δύο παιδιά, βρισκόταν σε διάσταση τους τελευταίους έξι μήνες και διέμενε χωριστά. Ο 50χρονος ζούσε με τους γονείς του, ενώ η εν διαστάσει σύζυγός του είχε μετατεθεί στη Θεσσαλονίκη. Φίλη της 45χρονης ανέφερε ότι η γυναίκα ένιωθε ευτυχισμένη μετά την αποχώρηση του συζύγου της από το σπίτι, καθώς ήθελε να χωρίσει εδώ και 20 χρόνια αλλά δεν είχε τη δύναμη για χάρη των παιδιών. Περιέγραψε τον δράστη ως αδιάφορο στο σπίτι, αν και εξωτερικά φαινόταν ευχάριστος στην κοινωνία.
Ο 50χρονος συζυγοκτόνος, που ήταν επίσης γνωστός αθλητής του crossfit και διατηρούσε κανάλι στο YouTube με τις επιδόσεις του, φέρεται να χτύπησε αρχικά την 45χρονη σύζυγό του με σιδηρολοστό και στη συνέχεια να της κατάφερε μαχαιριές στο στήθος, την πλάτη και το πρόσωπο. Φίλος του δράστη και αυτόχειρα δήλωσε έκπληκτος από το γεγονός, περιγράφοντάς τον ως «πάρα πολύ ήρεμο, πρόσχαρο, ευχάριστο».
Το θύμα, επίσης αστυνομικός, είχε σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία και είχε όνειρο να γίνει καθηγήτρια, αλλά τελικά έγινε αρχιφύλακας. Γνωρίστηκαν και οι δύο στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας πριν από 25 χρόνια και δημιούργησαν οικογένεια. Εκείνη υπηρετούσε στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης και εκείνος στην Ομάδα ΔΙ.ΑΣ. και την ΟΠΚΕ.
