Πώς «έστηνε» την απάτη το κύκλωμα του «Χωριάτικου» – Δίκτυο 433 επιχειρήσεων και «αχυράνθρωποι» με 1.000 ευρώ τον μήνα

Η δικογραφία για το «Χωριάτικο» περιγράφει ένα δίκτυο 433 επιχειρήσεων, με «αχυράνθρωπους» που αμείβονταν περίπου 1.000 ευρώ τον μήνα και εταιρείες που διαδέχονταν η μία την άλλη για να συσσωρεύουν οφειλές, ενώ τα χρήματα διοχετεύονταν μέσω POS σε λογαριασμούς του εξωτερικού.

Πώς «έστηνε» την απάτη το κύκλωμα του «Χωριάτικου» – Δίκτυο 433 επιχειρήσεων και «αχυράνθρωποι» με 1.000 ευρώ τον μήνα
Στη δικογραφία για το «Χωριάτικο» περιλαμβάνεται λίστα όπου η λέξη «λάδι» αναγράφεται δίπλα σε ονόματα και ποσά, με τις Αρχές να εξετάζουν αν συνδέονται με δωροδοκίες κρατικών λειτουργών, ενώ διερευνώνται και επαφές με υπαλλήλους ΕΦΚΑ και Επιθεώρησης Εργασίας.

Ένα πολυπρόσωπο δίκτυο με επίκεντρο εκατοντάδες εταιρείες και ύποπτες συναλλαγές ξεδιπλώνει η έρευνα για την υπόθεση «Χωριάτικο». Από τα νυχτερινά κέντρα όπου φέρονται να εκδίδονταν αλλοδαπές γυναίκες, έως το πολυδαίδαλο πλέγμα εταιρειών που διαδέχονταν η μία την άλλη, η υπόθεση παρουσιάζει ένα σύνθετο δίκτυο δραστηριοτήτων, με πολλαπλές διασυνδέσεις και διαφορετικές προεκτάσεις. Πίσω από τη «λαμπερή βιτρίνα» του αρτοποιείου, φέρεται πως κρυβόταν ένας βιομηχανικού επιπέδου μηχανισμός φοροδιαφυγής και ξεπλύματος μαύρου χρήματος.

σχετικά άρθρα

Από την καταγγελία στα 100 εκατομμύρια

Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται έπειτα από καταγγελία που έφτασε στην Αστυνομία στις 14 Ιανουαρίου 2026 και η συνολική οικονομική απάτη εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 100 εκατομμύρια ευρώ. Ακολουθώντας τη διαδρομή των χρημάτων, αποκαλύφθηκε μια επιχειρηματική δραστηριότητα που φέρεται να εκτεινόταν στην Αττική, τη Ρόδο και τη Μύκονο, με ένα δίκτυο περίπου 433 επιχειρήσεων, εκ των οποίων δεκάδες ήταν καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, με δραστηριότητες από αρτοποιεία και καφετέριες έως καφέ μπαρ, κέντρα διασκέδασης και νυχτερινά κέντρα με στριπ σόου.

Η διαδοχική αντικατάσταση εταιρειών

Ένα από τα βασικά μοτίβα που αναδύονται από την έρευνα αφορά τη διαδοχική αντικατάσταση εταιρειών που συσσώρευαν οφειλές. Όταν μια επιχείρηση φέρεται να έφτανε σε αδιέξοδο λόγω χρεών, άλλη εταιρεία αναλάμβανε τη δραστηριότητα στον ίδιο χώρο, επιτρέποντας τη συνέχιση της λειτουργίας του καταστήματος. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται οφειλές από φόρους μισθωτών υπηρεσιών, ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές, αλλά και ποσά που αφορούν επιστρεπτέες προκαταβολές, καθώς και μισθώματα για παραλίες και αιγιαλό στον Δήμο Ρόδου.

Το «στρατηγείο» στον Κηφισό

Το «κεντρικό γραφείο» αυτής της επιχειρηματικής «μηχανής» δεν βρισκόταν σε κάποιο πολυτελές γραφείο στο κέντρο της Αθήνας. Σύμφωνα με την έρευνα, το κεντρικό επιχειρησιακό και συντονιστικό αρχηγείο της εγκληματικής οργάνωσης στεγαζόταν σε ένα κτίριο στη λεωφόρο Κηφισού, στο Περιστέρι. Από εκεί, ο φερόμενος ως αρχηγός του δικτύου, Άγγελος Γιαννακόπουλος, φαίνεται πως κινούσε τα νήματα. Η δομή ήταν αυστηρά ιεραρχική αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά στεγανή. Στην κορυφή βρισκόταν ο ίδιος, κάτω από αυτόν τα στελέχη που έστηναν τις επιχειρήσεις, και στη βάση της πυραμίδας ένας «στρατός» από αναλώσιμους «αχυρανθρώπους».

Ο «στρατός» των αχυρανθρώπων

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το πρώτο βήμα ήταν η εξασφάλιση προσώπων που θα εμφανίζονταν τυπικά ως ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων. Σε αυτά φέρεται να καταβάλλονταν μηνιαίες αμοιβές περίπου 1.000 ευρώ. Πρόκειται, κατά τις ίδιες πληροφορίες, για άτομα με χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή προβλήματα υγείας, ενώ στη λίστα περιλαμβάνονταν ακόμη και πρόσωπα που είχαν αποβιώσει ή δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα. Ακολούθως, μέσω των λογιστικών γραφείων και, σύμφωνα με τη δικογραφία, εν αγνοία των προσώπων αυτών, φέρονται να συστήνονταν Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρείες στο όνομά τους, να ανοίγονταν τραπεζικοί λογαριασμοί και να δημιουργούνταν επιχειρήσεις. Την πραγματική λειτουργία των καταστημάτων και τη διαχείριση των δραστηριοτήτων τους φέρονται να αναλάμβαναν άλλα μέλη της οργάνωσης, με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του φερόμενου ως αρχηγού.

Το κόλπο με τα POS και οι λογαριασμοί στο εξωτερικό

Κεντρικός άξονας της φερόμενης δράσης ήταν η αποφυγή των φορολογικών και λοιπών υποχρεώσεων προς το Δημόσιο, με την ευθύνη για τις νομικές και αστικές συνέπειες να μετακυλίεται στους «αχυρανθρώπους», οι οποίοι εμφανίζονταν τυπικά ως ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων. Παράλληλα, για την απόκρυψη και τη διακίνηση των χρημάτων που φέρονται να προέρχονταν από την παράνομη δραστηριότητα, το κύκλωμα φέρεται να χρησιμοποιούσε τραπεζικούς λογαριασμούς σε χώρες του εξωτερικού, μεταξύ των οποίων η Ισλανδία και η Δανία. Οι λογαριασμοί αυτοί ήταν συνδεδεμένοι με τα POS των καταστημάτων, μέσω των οποίων διοχετεύονταν χρηματικά ποσά, τα οποία στη συνέχεια μεταφέρονταν σε εταιρείες και εμφανίζονταν ψευδώς ως έσοδα από το εξωτερικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, τα χρήματα αξιοποιούνταν για την αγορά ακινήτων και οικοπέδων, την απόκτηση οχημάτων, αλλά και για επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Οι κωδικές ονομασίες

Σύμφωνα με τη δικογραφία, το σύνολο των μελών της εγκληματικής οργάνωσης, στις μεταξύ τους επικοινωνίες, χρησιμοποιούσε «κωδικοποιημένες» λέξεις και φράσεις, όταν αναφερόταν τόσο σε χώρους και εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούσε η οργάνωση όσο και σε άλλα στάδια της δραστηριότητάς τους. Το σύνολο των εταιρικών σχημάτων αφανούς διαχείρισης του κατηγορούμενου Άγγελου Γιαννακόπουλου το αποκαλούσαν «Όμιλο». Τον χώρο των γραφείων στον πρώτο όροφο του κτιρίου στο Περιστέρι επί της λεωφόρου Κηφισού τον αποκαλούσαν «γραφείο» ή «κεντρικό γραφείο». Ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης με στριπ σόου στη λεωφόρο Συγγρού το αποκαλούσαν «ALCA», ενώ μια παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη στη Νέα Σμύρη, επίσης στη λεωφόρο Συγγρού, την αποκαλούσαν «λέσχη» ή «καζίνο». Τους χώρους όπου πραγματοποιούνταν σεξουαλικές πράξεις εκδιδόμενων γυναικών με πελάτες εντός του εκάστοτε κέντρου διασκέδασης τους αποκαλούσαν «ROOM» ή «PRIVE». Τις ηλεκτρονικές συσκευές που επιτρέπουν την επεξεργασία χρεωστικών και πιστωτικών καρτών και ψηφιακών πορτοφολιών, γνωστές ως Τερματικό Αποδοχής Καρτών (POS), τις αποκαλούσαν «μηχανάκι». Τις έτοιμες προς διάθεση δόσεις ναρκωτικής ουσίας, πιθανώς κοκαΐνης, τις αποκαλούσαν «σουβλάκια». Τα χρήματα σε μορφή μετρητών τα αποκαλούσαν «μαγκούτ».