Βασιλική Όπερα Λονδίνου: 80 χρόνια τέχνης με τον Βασιλιά Κάρολο
Η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου γιόρτασε την περασμένη Πέμπτη την 80ή επέτειο από την ίδρυσή της, με ένα γκαλά στο οποίο παρευρέθηκε ο Βασιλιάς Κάρολος.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια της νέας αυλαίας του θεάτρου, η οποία φέρει χρυσοκεντημένα τα προσωπικά αρχικά του μονάρχη: CIIIR (Carolus III Rex). Τα σύμβολα στην αυλαία είναι χειροκέντητα από μέλη της Βασιλικής Σχολής Χειροτεχνίας, εργασία που απαίτησε εκατοντάδες ώρες, σε συνεργασία με την εταιρεία Gerriets.
Στην κορυφή της αυλαίας κυριαρχεί ο θυρεός με το μότο του βασιλικού οίκου: «Dieux et mon droit» (Ο Θεός και το δίκαιό μου) και «Honit soit qui mal y pense» (Καταραμένος όποιος το κακομελετήσει), όπως και στις προγενέστερες αυλαίες. Ο Βασιλιάς είναι πάτρωνας τόσο της Βασιλικής Όπερας όσο και του Βασιλικού Μπαλέτου, φορείς που λειτουργούν στο Θέατρο του Κόβεντ Γκάρντεν, διατηρώντας την παραδοσιακά στενή σχέση του Στέμματος με τις τέχνες.
Η ημερομηνία του εορτασμού συνέπεσε με την 80ή επέτειο από την ίδρυση της Βασιλικής Όπερας στη σύγχρονη μορφή της, στις 14 Μαΐου 1946, μια περίοδο κατά την οποία η Βρετανία ανέκαμπτε σταδιακά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το πρόγραμμα της εκδήλωσης περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την πρώτη χορογραφία του Άκραμ Καν για το Βασιλικό Μπαλέτο, «Κυνηγώντας έναν ψίθυρο στον άνεμο», με τη χορεύτρια Φραντσέσκα Χέιγουαρντ. Επίσης, η πρίμα μπαλαρίνα Μαριάνελα Νούνιες ερμήνευσε το Rose Adage από την «Ωραία Κοιμωμένη» του Τσαϊκόφσκι, ενώ παρουσιάστηκε το pas de deux από τον «Κουρσάρο» με τον Βαντίμ Μουνταγκίροφ και τη Φούμι Κανέκο.
Το πρόγραμμα της Βασιλικής Όπερας περιελάμβανε εμφανίσεις διαπρεπών τραγουδιστών υπό τον νέο μουσικό διευθυντή Γιάκομπ Χρούζα. Ο τενόρος Φρέντι ντε Τομάζο ερμήνευσε άρια από «Το κορίτσι της Άγριας Δύσης» του Πουτσίνι, η μέτζο σοπράνο Αϊγκούλ Αχμέτσινα άρια από την όπερα «Η κόρη της Ορλεάνης» του Τσαϊκόφσκι (που δεν έχει ανέβει ποτέ στο Κόβεντ Γκάρντεν), η Πρίτι Γέντε γνωστή άρια από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Γκουνό, ο Σάιμον Κίνλισαϊντ τον Πρόλογο από τους «Παλιάτσους» του Λεονκαβάλο, και ο τενόρος Σέοκ-Γιονγκ Μπάεκ την άρια Νέσσουν Ντόρμα από την «Τουραντότ» του Πουτσίνι. Η βραδιά ολοκληρώθηκε με δύο αποσπάσματα από όπερες του Βέρντι: το χορωδιακό από το «Τροβατόρε» με τη χορωδία της Βασιλικής Όπερας και το Φινάλε από τον «Φάλσταφ» με μέλη του προγράμματος Jette Parker για νέους τραγουδιστές.
**Η πρώτη «Χρυσή Εποχή»** Η σημερινή Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν, το κτίριο της οποίας διατηρεί την αρχική πρόσοψη, το θέατρο και το φουαγιέ, ανήλθε σε κορυφαία θέση στο οπερατικό στερέωμα μετά τη μεταπολεμική της επανίδρυση ως Βασιλικού Θεάτρου, με κρατικό καθεστώς και επιχορήγηση. Αυτό συνέβη κυρίως την περίοδο 1961-1971, υπό τη μουσική διεύθυνση του Γκέοργκ Σόλτι.
Η «Χρυσή Εποχή» του Σόλτι ξεκίνησε με την τότε καινοτόμο επιλογή της όπερας «Μωυσής και Ααρών» του Σένμπεργκ, σε σκηνοθεσία του Πίτερ Χολ (διευθυντή της Royal Shakespeare Company), μια παραγωγή που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και καθόρισε τον δυναμισμό της θητείας του.
Ο διακεκριμένος Βρετανός συνθέτης Σερ Μάικλ Τίπετ χαρακτήρισε τον Σόλτι ως «τον πιο ολοκληρωτικά επαγγελματία μαέστρο που συνάντησα ποτέ». Ένας μουσικός της ορχήστρας παρομοίασε τις ερμηνείες του με «υψηλή ραπτική», εξηγώντας ότι «ο ήχος της ορχήστρας είναι λαμπερός και αστραφτερός, όμως, όπως ένα ρούχο υψηλής ραπτικής, στηρίζεται πάνω σε πολλά επίπεδα τελειότητας – την πιο πολυτελή φόδρα, τα ακριβότερα κουμπιά και στολίδια».
Στα επιτεύγματα αυτής της δεκαετίας συγκαταλέγονται η μνημειώδης Τετραλογία του Βάγκνερ, η οποία ηχογραφήθηκε πλήρως από την εταιρεία Decca, καθώς και η ιστορική παραγωγή της «Τόσκα» με την Μαρία Κάλλας και τον Τίτο Γκόμπι. Μετά την παραίτησή του για να αναλάβει τη μουσική διεύθυνση της Συμφωνικής Ορχήστρας του Σικάγου, η Βασίλισσα Ελισάβετ τον έχρισε Ιππότη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
Οι διάδοχοί του, οι μαέστροι Κόλιν Ντέιβις (1971-1986) και Μπέρναρντ Χάιτινκ (1987-2002), διατήρησαν το υψηλό επίπεδο λειτουργίας του θεάτρου κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες. Στην περίοδο αυτή σημειώθηκαν επίσης ιστορικές παραγωγές, όπως ο «Οθέλλος» με τον μαέστρο Κάρλος Κλάιμπερ και τον Πλάσιντο Ντομίνγκο σε μια αξιοσημείωτη ερμηνεία.
**Η δεύτερη «Χρυσή Εποχή»** Η δεύτερη «Χρυσή Εποχή» του Κόβεντ Γκάρντεν ξεκίνησε το 2002 με την ανάληψη των καθηκόντων του Βρετανοϊταλού Αντόνιο Παπάνο ως μαέστρου. Η θητεία του, διάρκειας 22 ετών, αποτελεί τη μακροβιότερη στην ιστορία του θεάτρου. Ο Παπάνο έχει χαρακτηριστεί ως «στυλιστικός χαμαιλέων», καθώς διευθύνει ένα ευρύ φάσμα ρεπερτορίου που περιλαμβάνει ιταλικές, γαλλικές και ρωσικές όπερες, έργα του Βάγκνερ, του Ρίχαρντ Στράους, καθώς και σύγχρονες δημιουργίες. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι «το κλειδί είναι να ερωτεύεσαι το κάθε έργο με το οποίο καταπιάνεσαι» και ότι με τα χρόνια επιστρέφει όλο και περισσότερο στο ιταλικό ρεπερτόριο, το οποίο φροντίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο του προγραμματισμού στο Κόβεντ Γκάρντεν. Ο Παπάνο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο δραματικό στοιχείο της όπερας, προσκαλώντας διάφορους σκηνοθέτες, των οποίων οι παραγωγές απέσπασαν ποικίλες κριτικές.
