Σύνοδος ΝΑΤΟ: Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι – Αγκαζέ Τραμπ και Ερντογάν
Ο χρήσιμος... σουλτάνος
Υπάρχουν στιγμές στην παγκόσμια πολιτική που δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς για περίπλοκες αναλύσεις. Αρκεί να ακούσει τις ίδιες τις δηλώσεις των πρωταγωνιστών. Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι αποφάσισε να παραστεί στη Σύνοδο επειδή έχει «πολύ καλή χημεία» με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όταν μιλά για «σπουδαίο φίλο» και όταν ο Τούρκος πρόεδρος απαντά με αντίστοιχες φιλοφρονήσεις, τότε η παροιμία έρχεται σχεδόν αυθόρμητα στο μυαλό: κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.
Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη διπλωματική ευγένεια. Πρόκειται για μια σχέση που εδώ και χρόνια βασίζεται στην προσωπική επαφή δύο ηγετών οι οποίοι αντιλαμβάνονται την εξουσία με παρόμοιο τρόπο: προσωποκεντρικά, συναλλακτικά και με την πεποίθηση ότι οι προσωπικές σχέσεις μπορούν να υπερβαίνουν θεσμούς, κανόνες και παραδοσιακές συμμαχίες.
Ο ένας παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον άνθρωπο που μπορεί να λύνει όλα τα προβλήματα με ένα τηλεφώνημα. Ο άλλος θεωρεί ότι μπορεί να μετατρέπει κάθε γεωπολιτική κρίση σε διαπραγματευτικό χαρτί. Και όταν οι δύο αυτοί κόσμοι συναντιούνται, η διπλωματία μοιάζει περισσότερο με επιχειρηματική διαπραγμάτευση παρά με στρατηγική συμμαχία.
Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα F-35. Η Τουρκία είχε αποκλειστεί από το πρόγραμμα εξαιτίας της αγοράς των ρωσικών S-400, μιας απόφασης που προκάλεσε βαθιά κρίση στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, όμως, ο Ερντογάν εμφανίζεται αισιόδοξος, επικαλούμενος προσωπικές υποσχέσεις και τον λόγο του Τραμπ.
Το ερώτημα είναι εύλογο. Άλλαξαν οι λόγοι που οδήγησαν στον αποκλεισμό της Τουρκίας ή άλλαξε απλώς ο συνομιλητής στον Λευκό Οίκο;

Αγκαζέ για όλες τις… δουλίτσες
Διότι αν η απάντηση βρίσκεται αποκλειστικά στην «καλή χημεία», τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό: οι αποφάσεις για την ασφάλεια της Συμμαχίας δεν εξαρτώνται μόνο από θεσμικά κριτήρια αλλά και από προσωπικές σχέσεις μεταξύ ηγετών.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν ο Τραμπ χαρακτηρίζει την Τουρκία «πιο πιστή από τις περισσότερες χώρες». Πιστή σε ποιον ακριβώς; Στο ΝΑΤΟ; Στις αμερικανικές επιλογές; Ή μήπως πιστή στην ικανότητά της να ισορροπεί ανάμεσα στη Δύση, τη Ρωσία και κάθε περιφερειακή δύναμη, αποκομίζοντας οφέλη από όλες τις πλευρές;
Η Τουρκία των τελευταίων ετών έχει αποδείξει ότι ξέρει να παίζει σε πολλά ταμπλό. Συνεργάζεται με τη Ρωσία όταν τη συμφέρει. Συγκρούεται μαζί της όταν απαιτείται. Διαπραγματεύεται με την Ευρώπη. Συζητά με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρεμβαίνει στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο, στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο, επιδιώκοντας να μετατρέψει κάθε κρίση σε μοχλό επιρροής.
Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ αντιμετωπίζει τις διεθνείς σχέσεις μέσα από το πρίσμα της προσωπικής διαπραγμάτευσης. Οι θεσμοί έρχονται δεύτεροι, οι προσωπικές σχέσεις πρώτες. Αυτό δεν είναι καινούργιο. Το έχει δείξει με πολλούς ηγέτες ανά τον κόσμο. Όταν όμως αυτή η λογική εφαρμόζεται σε ζητήματα που αφορούν την ισορροπία δυνάμεων στο ΝΑΤΟ, οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ τις δημόσιες φιλοφρονήσεις.
Για την Ελλάδα, όλα αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με αφέλεια. Οι προσωπικές σχέσεις αλλάζουν, οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται, όμως οι στρατηγικοί συσχετισμοί παραμένουν. Η Αθήνα οφείλει να αξιολογεί κάθε εξέλιξη με νηφαλιότητα και να επενδύει στις δικές της δυνατότητες και στις δικές της συμμαχίες, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι οι προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες ξένων ηγετών θα καθορίσουν μόνιμα τις εξελίξεις.
Τελικά, ίσως η πιο αποκαλυπτική φράση να μην ήταν εκείνη περί «χημείας». Ήταν η παραδοχή ότι όλα μπορούν να συζητηθούν επειδή υπάρχει προσωπική σχέση.
Αυτό ακριβώς είναι το κοινό χαρακτηριστικό των δύο ηγετών. Δεν βλέπουν την πολιτική ως έναν χώρο κανόνων αλλά ως μια διαρκή διαπραγμάτευση ισχύος, συμφερόντων και προσωπικών δεσμών. Εκεί όπου οι θεσμοί συχνά υποχωρούν μπροστά στις προσωπικές συνεννοήσεις και όπου το «δίνω και παίρνω» αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τις πάγιες αρχές.
Και κάπως έτσι, όσο κι αν οι δημόσιες δηλώσεις παρουσιάζονται ως διπλωματικές φιλοφρονήσεις, η εικόνα που μένει είναι αυτή δύο πολιτικών που φαίνεται να καταλαβαίνουν πολύ καλά ο ένας τον τρόπο σκέψης του άλλου.
Ίσως, τελικά, η λαϊκή σοφία να είχε δίκιο από την αρχή.
Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.
Πάμε όμως να δούμε το πάρε – δώσε πίσω από την καλή χημεία

Το χρυσό deal
Αν το δούμε από τη σκοπιά των αμερικανικών συμφερόντων και ειδικά της πολιτικής του Τραμπ, ο Ερντογάν του χρησιμεύει σε αρκετά επίπεδα — όχι απαραίτητα επειδή υπάρχει «προσωπική φιλία» μόνο, αλλά επειδή η Τουρκία έχει γεωπολιτικό βάρος.
1. Η Τουρκία είναι ο «φρουρός» σε μια κρίσιμη περιοχή
Η Τουρκία βρίσκεται ανάμεσα σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή, Καύκασο και Μαύρη Θάλασσα. Για τις ΗΠΑ, αυτό σημαίνει ότι η Άγκυρα μπορεί να λειτουργήσει ως:
βάση στρατιωτικής παρουσίας, δίαυλος επικοινωνίας με χώρες που η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται να προσεγγίσει, παράγοντας ελέγχου σε μια περιοχή όπου συγκρούονται αμερικανικά, ρωσικά και ιρανικά συμφέροντα.
Η NATO θεωρεί την Τουρκία σημαντική λόγω της γεωγραφικής της θέσης και του μεγέθους των ενόπλων δυνάμεών της.
2. Του χρειάζεται ως αντίβαρο στη Ρωσία
Η Τουρκία είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση: αγοράζει ρωσικά συστήματα όπως τους S-400, αλλά ταυτόχρονα είναι μέλος του ΝΑΤΟ και έχει συγκρουστεί με τη Ρωσία σε Συρία, Λιβύη και Καύκασο.
Για την Ουάσιγκτον, ένας Ερντογάν που κρατά ανοιχτούς διαύλους με τον Russia μπορεί να θεωρηθεί χρήσιμος σε περιόδους κρίσης, επειδή μπορεί να συνομιλεί εκεί που άλλοι δυτικοί ηγέτες δεν μπορούν.
3. Του χρησιμεύει στη Μέση Ανατολή
Η Τουρκία έχει επιρροή:
στη Συρία, στο Ιράκ, στον μουσουλμανικό κόσμο, στις εξελίξεις γύρω από τη Γάζα.
Ο Ερντογάν προσπαθεί να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος του μουσουλμανικού κόσμου και ως παίκτης που μπορεί να συνομιλεί με διαφορετικές πλευρές. Για τις ΗΠΑ αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο, ειδικά όταν χρειάζονται έναν ενδιάμεσο.
4. Είναι ένας μεγάλος στρατιωτικός και βιομηχανικός εταίρος
Η Τουρκία διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς στο ΝΑΤΟ και αναπτύσσει τη δική της αμυντική βιομηχανία. Για τις ΗΠΑ, η σχέση με την Άγκυρα αφορά:
εξοπλιστικά προγράμματα, διαλειτουργικότητα στρατών, κοινές επιχειρήσεις.
Η συζήτηση για τα Lockheed Martin F-35 Lightning II δεν είναι μόνο θέμα αεροσκαφών· είναι και θέμα στρατηγικής πρόσδεσης της Τουρκίας στη δυτική αρχιτεκτονική άμυνας.
5. Σε προσωπικό επίπεδο, ο Τραμπ φαίνεται να εκτιμά ηγέτες που θεωρεί «ισχυρούς»
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δείξει ότι δίνει μεγάλη σημασία στις προσωπικές σχέσεις με ηγέτες που αντιλαμβάνεται ως αποφασιστικούς. Ο Ερντογάν παρουσιάζεται από τον ίδιο ως «ισχυρός ηγέτης» και ως κάποιος με τον οποίο μπορεί να κάνει συμφωνίες.
Η μεγάλη αντίφαση
Το πρόβλημα για τις ΗΠΑ είναι ότι ο Ερντογάν είναι ταυτόχρονα:
σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, αλλά και ανεξάρτητος παίκτης, συνεργάτης σε ορισμένα θέματα, ανταγωνιστής σε άλλα.
Με απλά λόγια: ο Τραμπ δεν βλέπει την Τουρκία ως «πιστό σύμμαχο» με την κλασική έννοια, αλλά ως μια μεγάλη δύναμη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για συγκεκριμένες συμφωνίες. Και ο Ερντογάν από την πλευρά του προσπαθεί να μετατρέψει αυτή την ανάγκη των ΗΠΑ σε ανταλλάγματα — όπως εξοπλιστικά, πολιτική στήριξη και αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας.
Αυτό είναι το «πάρε-δώσε» πίσω από τη δημόσια εικόνα της «χημείας».

