Ο Πούτιν έδιωξε τον επικεφαλής οικονομολόγο της VEB μετά από δηλώσεις ότι η Ρωσία χάνει τον οικονομικό πόλεμο
Η κρατική τράπεζα ανάπτυξης απομάκρυνε τον Αντρέι Κλεπάτς έπειτα από ομιλία Μαΐου όπου προειδοποίησε για κοινωνική κρίση ανάλογη της Επανάστασης του 1917 ή της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ.
Η ρωσική κρατική τράπεζα ανάπτυξης VEB απέλυσε την Κυριακή τον επικεφαλής οικονομολόγο της, Αντρέι Κλεπάτς, έπειτα από δηλώσεις του ότι η Ρωσία χάνει τον τεχνολογικό και οικονομικό ανταγωνισμό, ακόμη και απέναντι στην Ουκρανία. Σύμφωνα με το ανεξάρτητο ρωσικό μέσο The Bell, την απόλυση διέταξε προσωπικά ο επικεφαλής της VEB Ιγκόρ Σουβάλοφ, μετά από «τηλεφώνημα από ψηλά». Η ίδια η τράπεζα επιβεβαίωσε γραπτώς στο Reuters την αποχώρηση του Κλεπάτς, χωρίς να εξηγήσει τους λόγους.
Οι δηλώσεις που τον κόστισαν τη θέση
Ο Κλεπάτς, εξήντα επτά ετών, διετέλεσε επικεφαλής οικονομολόγος της VEB για δώδεκα χρόνια, μετά από δεκαετή θητεία στο ρωσικό υπουργείο Οικονομίας, όπου διετέλεσε αναπληρωτής υπουργός από το 2008 έως το 2014. Στις 21 Μαΐου, σε ομιλία με τίτλο «Η Ρωσική Οικονομία και οι Γεωπολιτικές Προκλήσεις» στο φόρουμ Nikitsky Club του Χρηματιστηρίου Μόσχας, δήλωσε ότι η χώρα «χάνει τον τεχνολογικό και οικονομικό ανταγωνισμό, όχι μόνο απέναντι σε Κίνα και ΗΠΑ, αλλά κατά κάποιον τρόπο και απέναντι στην Ουκρανία». Ειδικότερα, υποστήριξε ότι «δεν θα κερδίσουμε αυτόν τον ανταγωνισμό σε πόλεμο φθοράς», απορρίπτοντας την προσδοκία ότι η ουκρανική οικονομία θα καταρρεύσει. Η ομιλία παρέμεινε σχετικά αθόρυβη για μήνες, μέχρι που η Moscow Times δημοσίευσε αποσπάσματά της στα μέσα Αυγούστου, γεγονός που ορισμένοι σχολιαστές θεωρούν ενδεικτικό σκόπιμης, καθυστερημένης διαρροής.
Η πρόβλεψη για κοινωνική κρίση
Η πιο δραματική πτυχή της ομιλίας αφορούσε την πρόβλεψή του για το μέλλον. Δεν ήταν συγκρατημένη. Ο Κλεπάτς δήλωσε ότι η Ρωσία «δεν θα καταρρεύσει από οικονομική άποψη», αλλά προειδοποίησε για «σχεδόν βέβαιη» κοινωνική κρίση, παρομοιάζοντάς την, σύμφωνα με δημοσιεύματα, με την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 ή την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Πρόσθεσε ότι μια τέτοια κρίση θα εμφανιστεί «ακριβώς τη στιγμή που κανείς δεν θα το περιμένει». Παράλληλα, περιέγραψε ρωσική οικονομία που, μετά από ταχεία ανάπτυξη το 2023-2024 λόγω στρατιωτικών δαπανών, εισήλθε σε ύφεση, με ολόκληρους κλάδους, από αεροναυπηγική και δομικά υλικά έως ελαφριά βιομηχανία και παραγωγή τροφίμων, να αντιμετωπίζουν συρρίκνωση.
Ο ρόλος Κίνας και Ινδίας στις κυρώσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια που ανέδειξε ο ίδιος. Αφορά τη διεθνή συμπεριφορά απέναντι στις κυρώσεις. Ο Κλεπάτς ανέφερε ότι η επιβολή αυστηρότερων αμερικανικών κυρώσεων στα τέλη του 2025 οδήγησε τόσο την Ινδία όσο και την Κίνα να μειώσουν τις αγορές ρωσικού πετρελαίου, «παρά τις επανειλημμένες δηλώσεις τους ότι δεν συμμορφώνονται με τις κυρώσεις». Η παρατήρηση αυτή, αν επιβεβαιωθεί ευρύτερα, αντικρούει τη συχνά επαναλαμβανόμενη ρωσική αφήγηση περί απρόσκοπτης εμπορικής στήριξης από τους δύο μεγάλους ασιατικούς εταίρους της Μόσχας.
Η αντίδραση και το πλαίσιο
Η απόλυση προκάλεσε άμεσα σχόλια από αναλυτές που παρακολουθούν στενά τη ρωσική οικονομία. Οικονομολόγος που μελετά το ζήτημα σημείωσε ότι η απομάκρυνση «του ενός από τους καλύτερους μακροοικονομολόγους της Ρωσίας» δύσκολα θα καθυστερήσει την ίδια την κρίση που ο Κλεπάτς περιέγραφε, τονίζοντας ότι οι προβλέψεις του βασίζονταν «σε εκτιμήσεις της πραγματικότητας, όχι στην επιθυμία να ευχαριστήσει κάποιον». Γνωστός του δήλωσε στη ρωσική εφημερίδα Vedomosti ότι η αποχώρησή του συνδέεται με «προσωπικές, σκληρές αξιολογήσεις της οικονομικής και πολιτικής εξέλιξης της χώρας, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να συμβαδίζουν με τη θέση της εταιρείας».
Η υπόθεση αυτή, σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, αναδεικνύει την αυξανόμενη απαίτηση του Κρεμλίνου για πίστη στα ανώτατα κλιμάκια, εν μέσω αναφορών ότι ο Πούτιν περιβάλλεται όλο και περισσότερο από αξιωματούχους απρόθυμους να αμφισβητήσουν τις θέσεις του. Η ρωσική οικονομία διανύει, σύμφωνα με πολλαπλές πηγές, την πιο δύσκολη περίοδό της από την έναρξη της πλήρους εισβολής στην Ουκρανία το 2022, πιεσμένη από τεράστιες πολεμικές δαπάνες, δυτικές κυρώσεις και αυξανόμενη ουκρανική ικανότητα να πλήττει τη ρωσική ενεργειακή βιομηχανία. Μόνο τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026, το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 5,87 τρισεκατομμύρια ρούβλια, πολύ πάνω από τον ετήσιο στόχο των 3,79 τρισεκατομμυρίων.
Το αντίβαρο των τιμών πετρελαίου
Παρά τη δύσκολη εικόνα, ένας παράγοντας έχει προσφέρει πρόσφατα ανακούφιση στα ρωσικά δημόσια οικονομικά. Δεν είναι αμελητέος. Η φετινή άνοδος των τιμών πετρελαίου, άμεση συνέπεια του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν που καλύπτουμε εκτενώς, απέφερε στη Μόσχα δισεκατομμύρια δολάρια σε πρόσθετα έσοδα, συμβάλλοντας στην άμβλυνση μέρους της οικονομικής πίεσης. Παράλληλα, ο ίδιος ο Πούτιν επιμένει δημόσια ότι η ρωσική οικονομία παραμένει σταθερή, παρά τις εξωτερικές, όπως τις αποκαλεί, προσπάθειες υπονόμευσής της, χωρίς να δίνει ένδειξη πρόθεσης περιορισμού των πολεμικών δαπανών. Αντίθετα, το Κρεμλίνο επιδίωξε πρόσθετα έσοδα αυξάνοντας φόρους σε μικρότερες επιχειρήσεις και πιέζοντας ολιγάρχες για μεγαλύτερη συνεισφορά στην πολεμική προσπάθεια.

