Έχτισαν την Αμερική. Τους έσβησαν από τη φωτογραφία

Οι Κινέζοι εργάτες έχτισαν το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου διηπειρωτικού σιδηροδρόμου, αλλά δεν εμφανίζονται σε καμία φωτογραφία της γιορτής. Ενάμιση αιώνα μετά, κάθε φορά που η Αμερική φοβάται την Κίνα, η επιτυχία τους ξαναγίνεται κατηγορία. Και η ιστορία μάς αφορά.

Έχτισαν την Αμερική. Τους έσβησαν από τη φωτογραφία
10ης Μαΐου 1869 στο Promontory της Γιούτα, που γιόρταζε την ολοκλήρωση του διηπειρωτικού σιδηροδρόμου.

10 Μαΐου 1869, Promontory της Γιούτα. Εκατοντάδες χαμογελαστά πρόσωπα στριμώχνονται γύρω από δύο ατμομηχανές, υψώνοντας σαμπάνιες, για να γιορτάσουν την ολοκλήρωση του σιδηροδρόμου που ένωσε τις δύο ακτές της Αμερικής. Η φωτογραφία έγινε σύμβολο της γέννησης μιας υπερδύναμης. Και μέσα της δεν υπάρχει ούτε ένα κινεζικό πρόσωπο.

σχετικά άρθρα

Κι όμως, κινεζικά χέρια είχαν χτίσει το μεγαλύτερο μέρος αυτού του σιδηροδρόμου. Αυτή η απουσία, αυτό το σβήσιμο, δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ολόκληρη η ιστορία σε ένα καρέ. Και είναι μια ιστορία που, ενάμιση αιώνα μετά, δεν έχει τελειώσει.

Ο χτίστης που έμεινε ξένος

Ας δούμε πρώτα τι κρύβει εκείνη η φωτογραφία. Σύμφωνα με την Εθνική Υπηρεσία Πάρκων των ΗΠΑ και τον ιστορικό Gordon Chang, οι Κινέζοι εργάτες αποτελούσαν το 80 ως 90% του εργατικού δυναμικού της Central Pacific. Κρεμόντουσαν από γκρεμούς για να τοποθετήσουν εκρηκτικά, δούλευαν στα πιο επικίνδυνα τούνελ, πληρώνονταν τα μισά από τους λευκούς συναδέλφους τους, και πλήρωναν μόνοι τους ακόμη και το φαγητό τους. Εκατοντάδες πέθαναν. Η εταιρεία συχνά δεν έμπαινε καν στον κόπο να καταγράψει τα ονόματά τους.

Και η ανταμοιβή τους; Δεκατρία χρόνια μετά, το 1882, ήρθε ο Νόμος Αποκλεισμού των Κινέζων, ο πρώτος νόμος στην ιστορία των ΗΠΑ που απαγόρευσε την είσοδο μιας συγκεκριμένης εθνικότητας και της στέρησε το δικαίωμα πολιτογράφησης. Δεν ήταν μεμονωμένο. Το 1871, ένας όχλος 500 ανθρώπων κρέμασε 17 Κινέζους στο κέντρο του Λος Άντζελες, στη μεγαλύτερη μαζική λιντσαρία της αμερικανικής ιστορίας.

Εδώ γεννιέται ένα μοτίβο που ο Φρανκ Γου, πρόεδρος του Queens College, ονομάζει «αιώνιο ξένο». Χτίζεις το σπίτι, και μετά σου λένε ότι δεν ανήκεις σε αυτό. Η εργασία σου είναι καλοδεχούμενη. Εσύ, ποτέ.

Όταν η επιτυχία γίνεται κατηγορία

Το πιο ανατριχιαστικό δεν είναι η ιστορία. Είναι ότι ζει σήμερα, με κουστούμι και γραβάτα.

Πάρτε το λεγόμενο China Initiative, ένα πρόγραμμα του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης που ξεκίνησε το 2018 για να χτυπήσει την κινεζική κατασκοπεία. Σύμφωνα με ανάλυση του MIT, το 88% όσων κατηγορήθηκαν είχαν κινεζική καταγωγή, αλλά το 75% των υποθέσεων δεν κατέληξε ποτέ σε καταδίκη. Περίπου 250 επιστήμονες έχασαν τη δουλειά τους. Ο καθηγητής του MIT Γκανγκ Τσεν συνελήφθη μπροστά στη γυναίκα και την κόρη του, και ένα χρόνο μετά οι κατηγορίες αποσύρθηκαν όλες. Μια άλλη ερευνήτρια, η Τζέιν Γινγκ Γου, αυτοκτόνησε χωρίς ποτέ να της απαγγελθεί κατηγορία.

Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται η πιο βαθιά μηχανή του προβλήματος. Όπως το θέτει ο Γου, η ίδια η επιτυχία των Ασιατών Αμερικανών στρέφεται εναντίον τους. Όσο περισσότερο διαπρέπουν, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται για κάποιους να βεβαιωθούν ότι δεν θα κυριαρχήσουν. Η σκληρή δουλειά δεν διαβάζεται ως προσφορά, αλλά ως απειλή, ως «αθέμιτος ανταγωνισμός». Έτσι, ο επιτυχημένος μετανάστης γίνεται το τέλειο εξιλαστήριο θύμα, αυτός που φορτώνεται τις ευθύνες των άλλων.

Και να το τρίτο, ίσως πιο επικίνδυνο νόημα. Κάθε φορά που η Αμερική φοβάται την Κίνα ως κράτος, μετατρέπει τους πολίτες της με κινεζικό πρόσωπο σε υπόπτους. Έρευνα του οργανισμού Committee of 100 βρήκε ότι πάνω από οι μισοί επιστήμονες κινεζικής καταγωγής φοβούνται ότι παρακολουθούνται, με μια διαρκή σκέψη: «ποιος είναι ο επόμενος;». Και μια δημοσκόπηση του 2025 έδειξε ότι τέσσερις στους δέκα Αμερικανούς πιστεύουν ακόμη ότι οι Ασιάτες Αμερικανοί είναι πιο πιστοί στη χώρα καταγωγής τους παρά στην Αμερική.

Ο τίμιος αντίλογος

Οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι. Η Κίνα ως κράτος όντως διεξάγει βιομηχανική κατασκοπεία, και κανείς σοβαρός δεν το αρνείται. Μια χώρα έχει κάθε δικαίωμα να προστατεύει τα μυστικά της.

Το πρόβλημα δεν είναι η άμυνα. Είναι ότι η άμυνα εκφυλίστηκε σε φυλετικό προφίλ. Όταν το 88% των κατηγορουμένων επιλέγονται με βάση την καταγωγή και τα τρία τέταρτα αθωώνονται, δεν κυνηγάς κατασκόπους. Ρίχνεις υποψία πάνω σε έναν ολόκληρο λαό. Και το χειρότερο: είναι και αναποτελεσματικό. Χιλιάδες λαμπροί επιστήμονες έφυγαν από τις ΗΠΑ για την Κίνα, ένα αυτογκόλ που χάρισε στον αντίπαλο ακριβώς τα μυαλά που η Αμερική φοβόταν.

Ο καθρέφτης για την Ελλάδα

Και εδώ η ιστορία σταματά να είναι αμερικανική και γίνεται δική μας, με δύο τρόπους.

Πρώτον, ως μνήμη. Οι Έλληνες υπήρξαν κάποτε ακριβώς αυτός ο «ανεπιθύμητος ξένος». Μετανάστες που έχτισαν άλλες χώρες, από τις ΗΠΑ ως την Αυστραλία, και αντιμετώπισαν τον νατιβισμό, δηλαδή την εχθρότητα του ντόπιου απέναντι στον ξένο, και τις ποσοστώσεις που τους έκλειναν την πόρτα. Ξέρουμε στο πετσί μας τι θα πει να σε θέλουν για τη δουλειά σου αλλά όχι για να ανήκεις.

Δεύτερον, ως τεστ. Σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται στην άλλη όχθη. Είναι πια χώρα που υποδέχεται μετανάστες, και ακούει τις ίδιες φράσεις που άκουγαν κάποτε οι παππούδες μας: «μας παίρνουν τις δουλειές», «δεν είναι πραγματικά δικοί μας». Το ηθικό τεστ είναι τώρα δικό μας. Και υπάρχει και μια γεωπολιτική προειδοποίηση. Καθώς η Ευρώπη απομακρύνεται οικονομικά από την Κίνα, οφείλει να μην εισαγάγει την ίδια εθνοτική καχυποψία, να μη μετατρέψει κάθε Κινέζο φοιτητή, ερευνητή ή επενδυτή σε ύποπτο λόγω καταγωγής.

Η φωτογραφία της σαμπάνιας μας διδάσκει κάτι αμείλικτο: ένα έθνος μπορεί να χτιστεί από ανθρώπους που αρνείται να δει. Το ερώτημα για κάθε κοινωνία, και για τη δική μας, δεν είναι ποιον αφήνει να μπει για να δουλέψει. Είναι ποιον αφήνει, τελικά, να ανήκει.