Η Κίνα παράγει περισσότερο απ’ όσο αντέχει ο κόσμος: Το εμπορικό σοκ που φέρνει ΗΠΑ και Ευρώπη μπροστά στις δικές τους αποτυχίες

 Οι παγκόσμιες εμπορικές ανισορροπίες δεν έχουν μία μόνο αιτία. Η Κίνα στηρίζει υπερβολικά τη βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές, ενώ ΗΠΑ και Ευρώπη άφησαν κρίσιμους κλάδους να αποδυναμωθούν. Το νέο κύμα έντασης δεν αφορά μόνο δασμούς, αλλά το μέλλον της βιομηχανικής ισχύος στη Δύση.

Η Κίνα παράγει περισσότερο απ’ όσο αντέχει ο κόσμος: Το εμπορικό σοκ που φέρνει ΗΠΑ και Ευρώπη μπροστά στις δικές τους αποτυχίες
Η άνοδος των κινεζικών εξαγωγών πιέζει ΗΠΑ και Ευρώπη να ξανασκεφτούν τη βιομηχανική τους στρατηγική.

Ο κόσμος δεν διαφωνεί πια για το αν υπάρχει εμπορική ανισορροπία. Διαφωνεί για το ποιος φταίει. Η Κίνα κατηγορεί τη Δύση ότι δεν προσαρμόστηκε στη νέα οικονομική πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση κατηγορούν το Πεκίνο ότι στηρίζει υπερβολικά τη βιομηχανία του, πιέζει τις τιμές και πλημμυρίζει τις αγορές με προϊόντα που οι δυτικές βιομηχανίες δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν.

σχετικά άρθρα

Η αλήθεια βρίσκεται σε ένα δύσκολο σημείο ανάμεσα στις δύο αφηγήσεις. Η Κίνα πράγματι έχτισε ένα παραγωγικό μοντέλο που ξεπερνά τις ανάγκες της εσωτερικής της αγοράς. Ταυτόχρονα, η Αμερική και η Ευρώπη δεν προστάτευσαν εγκαίρως τη δική τους βιομηχανική βάση, δεν επένδυσαν αρκετά στην προσαρμογή εργαζομένων και επιχειρήσεων και συχνά πίστεψαν ότι η παγκοσμιοποίηση θα λειτουργεί πάντα προς όφελός τους.

Σήμερα, αυτή η αυταπάτη τελειώνει.

Το επιχείρημα της Κίνας

Ο Κινέζος οικονομολόγος Χουάνγκ Γιπίνγκ, κοσμήτορας της Εθνικής Σχολής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου του Πεκίνου και σύμβουλος της κινεζικής κεντρικής τράπεζας, έθεσε το ερώτημα με τρόπο που εξυπηρετεί καθαρά την κινεζική θέση: μήπως το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην κινεζική υπερπαραγωγή, αλλά και στην αδυναμία των άλλων οικονομιών να προσαρμοστούν;

Το επιχείρημα δεν στερείται βάσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν μεγάλο μέρος της μεταποιητικής τους απασχόλησης πολύ πριν η σημερινή κρίση πάρει τη μορφή εμπορικού πολέμου. Ορισμένες περιοχές της αμερικανικής ενδοχώρας πλήρωσαν βαρύ τίμημα από την αύξηση των εισαγωγών, την αυτοματοποίηση, τη μεταφορά παραγωγής και την αδυναμία του κράτους να προσφέρει ουσιαστική επανεκπαίδευση και νέα βιομηχανική προοπτική.

Η Κίνα αξιοποιεί αυτό το ιστορικό λάθος της Ουάσινγκτον. Υποστηρίζει ότι δεν μπορεί κάθε δυτική βιομηχανική απώλεια να αποδίδεται στο Πεκίνο. Και σε αυτό το σημείο έχει ένα μέρος του δικαίου. Η Αμερική δεν έχασε θέσεις εργασίας μόνο επειδή η Κίνα παρήγαγε φθηνότερα. Τις έχασε και επειδή η ίδια δεν κατάφερε να μοιράσει δίκαια τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης.

Το πρόβλημα όμως δεν σταματά εκεί

Η κινεζική επιχειρηματολογία αγνοεί ένα κρίσιμο στοιχείο: η Κίνα δεν λειτουργεί ως συνηθισμένη οικονομία της αγοράς. Το κράτος καθοδηγεί πιστώσεις, στηρίζει στρατηγικούς κλάδους, ενισχύει παραγωγική δυναμικότητα και χρησιμοποιεί τη βιομηχανία ως εργαλείο εθνικής ισχύος.

Αυτό το μοντέλο δημιούργησε τεράστια πλεονεκτήματα σε ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, ηλιακά πάνελ, χάλυβα, μηχανήματα και κρίσιμες τεχνολογίες. Όμως δημιούργησε και υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα. Όταν η εσωτερική ζήτηση της Κίνας δεν απορροφά την παραγωγή, οι εξαγωγές αναλαμβάνουν τον ρόλο της βαλβίδας αποσυμπίεσης.

Έτσι, η παγκόσμια αγορά δέχεται προϊόντα σε τιμές που πολλές δυτικές επιχειρήσεις θεωρούν αδύνατο να ανταγωνιστούν. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το κόστος εργασίας. Αφορά κρατική πολιτική, χρηματοδότηση, πρόσβαση σε πρώτες ύλες, κλίμακα παραγωγής και βιομηχανικό σχεδιασμό.

Η Ευρώπη βρίσκεται στην πιο δύσκολη θέση

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν πιο επιθετική στάση με δασμούς, περιορισμούς τεχνολογίας και εμπορικές έρευνες. Η Ευρώπη κινείται πιο αργά, επειδή έχει βαθύτερη εμπορική εξάρτηση από την Κίνα και μεγαλύτερες εσωτερικές διαφωνίες.

Η Γερμανία φοβάται αντίποινα που μπορούν να πλήξουν την αυτοκινητοβιομηχανία της. Η Γαλλία ζητά πιο σκληρή γραμμή για να προστατεύσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Οι χώρες του Νότου βλέπουν τα φθηνά κινεζικά προϊόντα ως ευκαιρία για καταναλωτές και επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα ανησυχούν για τη βιομηχανική αποδυνάμωση της Ευρώπης.

Το πρόβλημα φαίνεται καθαρά στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε αντισταθμιστικούς δασμούς σε κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, αφού κατέληξε ότι η κινεζική αλυσίδα αξίας επωφελείται από αθέμιτες κρατικές επιδοτήσεις. Αυτό δεν αποτελεί απλή εμπορική διαφορά. Αποτελεί σύγκρουση δύο βιομηχανικών μοντέλων.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να ζητά πράσινη μετάβαση και ταυτόχρονα να παραδίδει τις βιομηχανίες της σε εισαγόμενες τεχνολογίες. Αν το κάνει, θα αποκτήσει καθαρή ενέργεια αλλά θα χάσει παραγωγή, θέσεις εργασίας και τεχνολογική κυριαρχία.

Η αμερικανική αποτυχία προσαρμογής

Η κριτική του Χουάνγκ προς τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει ουσία όταν αγγίζει το εσωτερικό αμερικανικό πρόβλημα. Η Ουάσινγκτον μίλησε για ελεύθερο εμπόριο, αλλά δεν προστάτευσε επαρκώς τις κοινότητες που χτυπήθηκαν από τον ανταγωνισμό. Άφησε τη βιομηχανική παρακμή να μετατραπεί σε κοινωνική οργή και μετά αναζήτησε εξωτερικό ένοχο.

Η Κίνα έγινε ο εύκολος στόχος, όμως το πρόβλημα είχε και αμερικανικές ρίζες. Οι ΗΠΑ δεν επένδυσαν αρκετά σε τεχνική εκπαίδευση, βιομηχανική αναβάθμιση, περιφερειακή ανάπτυξη και παραγωγικές υποδομές. Αντί να χτίσουν νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την εποχή της παγκοσμιοποίησης, άφησαν εκατομμύρια εργαζόμενους να αισθανθούν εγκαταλειμμένοι.

Αυτό δεν αθωώνει την Κίνα. Δείχνει όμως γιατί το σημερινό εμπορικό πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με δασμούς.

Η Κίνα πρέπει να αλλάξει και η Δύση πρέπει να ξαναχτίσει

Η Κίνα χρειάζεται μεγαλύτερη εσωτερική κατανάλωση. Το κινεζικό μοντέλο βασίζεται ακόμη υπερβολικά σε επενδύσεις, παραγωγή και εξαγωγές. Τα νοικοκυριά καταναλώνουν μικρότερο μέρος του ΑΕΠ σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες, ενώ η αβεβαιότητα για εισόδημα, εργασία, ακίνητα και κοινωνική προστασία ενισχύει την αποταμίευση.

Αν το Πεκίνο θέλει να μειώσει τις εντάσεις, πρέπει να ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών του και να περιορίσει την ανάγκη εξαγωγής πλεονάζουσας παραγωγής. Αυτό όμως απαιτεί βαθιά αλλαγή οικονομικού μοντέλου. Και κάθε βαθιά αλλαγή αγγίζει πολιτικά συμφέροντα.

Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη πρέπει να ξαναχτίσουν βιομηχανική πολιτική χωρίς να επιστρέψουν σε τυφλό προστατευτισμό. Χρειάζονται επενδύσεις σε παραγωγή, τεχνολογία, ενέργεια, δεξιότητες και κρίσιμες αλυσίδες αξίας. Δεν αρκεί να υψώνουν δασμούς απέναντι στην Κίνα. Πρέπει να παράγουν καλύτερα, γρηγορότερα και πιο ανταγωνιστικά.

Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο κέντρο της σύγκρουσης ΗΠΑ – Κίνας, αλλά επηρεάζεται άμεσα από τις συνέπειές της. Η Ευρώπη αποτελεί τον βασικό οικονομικό χώρο της χώρας. Αν η ευρωπαϊκή βιομηχανία πιεστεί από φθηνές κινεζικές εισαγωγές, η επίπτωση περνά σε επενδύσεις, απασχόληση, εξαγωγές και δημοσιονομική σταθερότητα.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει ισχυρή ναυτιλιακή θέση και λειτουργεί ως πύλη εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Η παγκόσμια αναδιάταξη των εμπορικών ροών, οι δασμοί, οι περιορισμοί και η μεταφορά παραγωγικών αλυσίδων επηρεάζουν άμεσα λιμάνια, μεταφορές, logistics και ενεργειακές υποδομές.

Η χώρα έχει συμφέρον να στηρίξει μια ευρωπαϊκή στρατηγική που δεν κλείνει την αγορά, αλλά προστατεύει κρίσιμους κλάδους. Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί με όρους μαζικής βιομηχανίας την Κίνα. Μπορεί όμως να κερδίσει από μια Ευρώπη που επενδύει σε ανθεκτικές αλυσίδες, πράσινη παραγωγή, ναυτιλιακές υποδομές και τεχνολογική αυτονομία.

Το πραγματικό δίλημμα

Το ερώτημα «φταίει η κινεζική υπερπαραγωγή ή η αμερικανική αδυναμία προσαρμογής;» είναι λάθος αν ζητά μία μόνο απάντηση. Φταίνε και τα δύο, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο.

Η Κίνα τροφοδοτεί τις ανισορροπίες επειδή παράγει περισσότερο απ’ όσο μπορεί να καταναλώσει και στηρίζει βιομηχανίες με τρόπο που αλλάζει τους όρους του ανταγωνισμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη τροφοδότησαν το πρόβλημα επειδή υποτίμησαν τη σημασία της βιομηχανικής βάσης και άφησαν την παγκοσμιοποίηση να λειτουργήσει χωρίς επαρκή κοινωνική και παραγωγική προσαρμογή.

Η νέα εποχή δεν θα κριθεί από το ποιος θα βάλει τον υψηλότερο δασμό. Θα κριθεί από το ποιος θα χτίσει πιο ανθεκτική οικονομία. Αν η Κίνα δεν ενισχύσει την εσωτερική της ζήτηση, θα συνεχίσει να εξάγει πιέσεις στον υπόλοιπο κόσμο. Αν η Δύση δεν ξαναχτίσει βιομηχανική ικανότητα, θα συνεχίσει να μετατρέπει κάθε εμπορικό σοκ σε πολιτική κρίση.

Το παγκόσμιο εμπόριο μπαίνει σε μια νέα φάση. Δεν τελειώνει. Αλλά γίνεται πιο σκληρό, πιο πολιτικό και πιο συνδεδεμένο με την εθνική ασφάλεια.

Και σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, καμία μεγάλη οικονομία δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από την παλιά άνεση της παγκοσμιοποίησης.