Δηλητηριάζοντας τα δεδομένα: το ισραηλινό δίκτυο των 46,5 εκατ. δολαρίων που προσπαθεί να «εκπαιδεύσει» τα chatbot για τη Γάζα

Έρευνα αποκαλύπτει κρατική σύμβαση εκατομμυρίων για δίκτυο ιστοσελίδων που στοχεύει να διαμορφώσει τις απαντήσεις της τεχνητής νοημοσύνης για τον πόλεμο.

Δηλητηριάζοντας τα δεδομένα: το ισραηλινό δίκτυο των 46,5 εκατ. δολαρίων που προσπαθεί να «εκπαιδεύσει» τα chatbot για τη Γάζα
Οθόνη υπολογιστή με chatbot τεχνητής νοημοσύνης· έρευνα αποκαλύπτει κρατική επιχείρηση επιρροής των απαντήσεών του για τον πόλεμο στη Γάζα.

Έρευνα δημοσιογραφικού μέσου αποκάλυψε κρατική επιχείρηση επιρροής πρωτόγνωρου τύπου. Το Ισραήλ φέρεται να χρηματοδοτεί δίκτυο ιστοσελίδων για τον πόλεμο στη Γάζα. Δηλαδή, περιεχόμενο σχεδιασμένο ειδικά για μηχανές αναζήτησης και μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Μάλιστα, η σύμβαση ανέρχεται συνολικά σε 46,5 εκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, ούτε η ισραηλινή κυβέρνηση ούτε οι εμπλεκόμενοι έχουν απαντήσει δημόσια. Έτσι, ανοίγει ένα νέο, ανησυχητικό κεφάλαιο στον πόλεμο των αφηγημάτων.

σχετικά άρθρα

Τι αποκάλυψε η έρευνα

Ας δούμε πρώτα τα στοιχεία της καταγγελίας. Προέρχονται από συγκεκριμένη δημοσιογραφική έρευνα. Πρώτον, το μέσο Drop Site News κατονόμασε τον Μπραντ Πάρσκεϊλ, πρώην διευθυντή καμπάνιας του Ντόναλντ Τραμπ. Δεύτερον, ανέφερε ότι η εταιρεία του, Clock Tower X, υπέγραψε τη σχετική σύμβαση με το ισραηλινό κράτος. Μάλιστα, η χρηματοδότηση ξεκίνησε στο 1,5 εκατομμύριο δολάρια μηνιαίως και έφτασε τα 4,5 εκατομμύρια. Επιπλέον, η δραστηριότητα τρέχει από τον Οκτώβριο του 2025. Ωστόσο, καμία επίσημη πηγή δεν έχει σχολιάσει δημόσια τα ευρήματα. Γι’ αυτό τα στοιχεία παραμένουν καταγγελία δημοσιογραφικής έρευνας, όχι επιβεβαιωμένο κρατικό ανακοινωθέν.

Το δίκτυο των ιστοσελίδων

Η μέθοδος, σύμφωνα με την έρευνα, ήταν συστηματική. Και εκτεταμένη σε πολλαπλές πλατφόρμες. Καταρχάς, δημιουργήθηκαν αρκετές ιστοσελίδες με φαινομενικά ανεξάρτητη ταυτότητα. Έπειτα, δημοσίευαν εκατοντάδες άρθρα για τη Γάζα, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ. Μάλιστα, το περιεχόμενο υποστήριζε στενότερη στρατιωτική συνεργασία και υπερασπιζόταν τη συμπεριφορά του ισραηλινού στρατού. Επιπλέον, αμφισβητούσε δημοσιευμένες καταγγελίες γύρω από τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών με αμάχους θύματα. Ωστόσο, η ταυτότητα των πραγματικών χρηματοδοτών παρέμενε συγκαλυμμένη πίσω από τον φαινομενικά ανεξάρτητο χαρακτήρα των ιστοσελίδων. Γι’ αυτό η έρευνα τις χαρακτηρίζει επιχείρηση συγκεκαλυμμένης επιρροής.

Ο στόχος: τα ίδια τα μοντέλα

Το πιο ασυνήθιστο στοιχείο, όμως, αφορά το ακροατήριο. Δεν ήταν οι άνθρωποι. Πρώτον, σύμφωνα με την έρευνα, ο πραγματικός στόχος ήταν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Δεύτερον, ανάμεσά τους αναφέρονται το ChatGPT, το Gemini, το Perplexity και το Claude της Anthropic. Μάλιστα, πολλές ιστοσελίδες κατέγραφαν μόλις μερικές εκατοντάδες πραγματικούς επισκέπτες μηνιαίως. Επιπλέον, αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι το κοινό-στόχος ήταν οι μηχανές, όχι οι αναγνώστες. Ωστόσο, η τεχνική αυτή, γνωστή ανάμεσα σε ειδικούς ως «δηλητηρίαση» δεδομένων εκπαίδευσης, δεν αποτελεί νέα ή μυστική έννοια. Γι’ αυτό η καινοτομία εδώ βρίσκεται στην κλίμακα και τη χρηματοδότηση, όχι στη μέθοδο.

Πώς λειτουργεί τεχνικά το τέχνασμα

Για να καταλάβουμε τον κίνδυνο, χρειάζεται λίγη τεχνική εξήγηση. Σε επίπεδο αρχής, όχι μεθόδου. Πρώτον, τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα εκπαιδεύονται εν μέρει σε δημόσιο περιεχόμενο του διαδικτύου. Δεύτερον, όσο περισσότερο «τεκμηριωμένο» φαίνεται ένα κείμενο, τόσο πιθανότερο είναι να αναπαραχθεί ως αξιόπιστη πηγή. Μάλιστα, ειδικός σε ζητήματα παραπληροφόρησης εξήγησε ότι ο μετριοπαθής τόνος αυξάνει την αποτελεσματικότητα. Επιπλέον, τα ίδια τα συστήματα τείνουν να παρουσιάζουν πολλαπλές οπτικές σε αμφιλεγόμενα ζητήματα. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η επιδίωξη ισορροπίας μπορεί να αξιοποιηθεί από οργανωμένη, στοχευμένη προσπάθεια. Γι’ αυτό η ουδετερότητα ενός μηχανήματος γίνεται και το τρωτό του σημείο.

Η δοκιμή που ανησύχησε τους ερευνητές

Η ίδια η έρευνα περιέγραψε και μια πρακτική επίδειξη. Το αποτέλεσμα ήταν εύγλωττο. Καταρχήν, δημοσιογράφοι ρώτησαν ένα chatbot αν συμφέρει τις ΗΠΑ να ενισχύσουν τη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ. Ακολούθως, η απάντηση ήταν μονολεκτική και θετική. Μάλιστα, η κύρια πηγή που επικαλέστηκε το σύστημα ήταν ιστοσελίδα του ίδιου δικτύου. Επιπλέον, το εύρημα αυτό ενισχύει την ανησυχία για πραγματική επιρροή στις απαντήσεις. Ωστόσο, ένα μεμονωμένο παράδειγμα δεν αποδεικνύει συστηματική, διαρκή επιτυχία της επιχείρησης. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στη γενίκευση ενός μόνο περιστατικού.

Τα αμφισβητούμενα περιστατικά

Μέρος του περιεχομένου, σύμφωνα με την έρευνα, αμφισβητούσε συγκεκριμένα δημοσιευμένα γεγονότα του πολέμου. Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Πρώτον, ανάμεσά τους αναφέρονται καταγγελίες για τον θάνατο αμάχων, συμπεριλαμβανομένων παιδιών. Δεύτερον, δεν θα αναπαράγουμε εδώ τις λεπτομέρειες αυτών των αμφισβητήσεων. Μάλιστα, τα αρχικά περιστατικά είχαν ήδη καλυφθεί από πολλαπλές ανεξάρτητες πηγές διεθνώς. Επιπλέον, στόχος μιας τέτοιας εκστρατείας θα ήταν ακριβώς η αμφισβήτηση αυτής της προγενέστερης τεκμηρίωσης. Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη οργανωμένης προσπάθειας αμφισβήτησης δεν αποδεικνύει από μόνη της ποια εκδοχή είναι ακριβής. Γι’ αυτό κρατάμε το ζήτημα στο επίπεδο μοτίβου, όχι λεπτομέρειας.

Το κίνητρο πίσω από την επένδυση

Γιατί όμως μια κυβέρνηση επενδύει τόσα κεφάλαια σε αυτόν τον τομέα; Η απάντηση βρίσκεται στην κοινή γνώμη. Καταρχάς, η υποστήριξη προς το Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει υποχωρήσει αισθητά από την έναρξη του πολέμου. Έπειτα, η πτώση καταγράφεται ακόμη και σε παραδοσιακά φιλικά ακροατήρια, όπως συντηρητικοί και ευαγγελικοί χριστιανοί. Μάλιστα, η κοινή γνώμη επηρεάζει άμεσα πολιτικές αποφάσεις και κοινοβουλευτική στήριξη. Επιπλέον, τα chatbot γίνονται όλο και συχνότερη πηγή ενημέρωσης για νεότερες γενιές. Ωστόσο, η προσπάθεια επιρροής μιας τέτοιας πηγής θέτει ερωτήματα πολύ πέρα από τη συγκεκριμένη σύγκρουση. Γι’ αυτο το κίνητρο εξηγεί την κλίμακα, όχι απαραίτητα τη νομιμότητα της μεθόδου.

Το ευρύτερο διακύβευμα

Η υπόθεση αυτή αγγίζει κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν πόλεμο. Αφορά την ίδια την αξιοπιστία της πληροφορίας. Πρώτον, αν κρατικές οντότητες μπορούν συστηματικά να διαμορφώνουν απαντήσεις τεχνητής νοημοσύνης, το πρόβλημα ξεπερνά τη Γάζα. Δεύτερον, κάθε αμφιλεγόμενο ζήτημα διεθνώς γίνεται δυνητικός στόχος ανάλογων επιχειρήσεων. Μάλιστα, οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζουν πλέον νέα κατηγορία απειλής, πέρα από τεχνικές επιθέσεις. Επιπλέον, οι χρήστες δεν διαθέτουν εύκολο τρόπο να εντοπίσουν τέτοιες συγκεκαλυμμένες πηγές. Ωστόσο, η δημοσιοποίηση τέτοιων ερευνών αποτελεί το πρώτο βήμα άμυνας. Γι’ αυτο η διαφάνεια των ίδιων των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα.

Το ελληνικό και ευρωπαϊκό διακύβευμα

Και τώρα η οπτική που αφορά εμάς. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Πρώτον, η Ευρώπη συζητά ήδη κανόνες για τη διαφάνεια περιεχομένου τεχνητής νοημοσύνης. Δεύτερον, ανάλογες τεχνικές θα μπορούσαν να στοχεύσουν οποιαδήποτε ευρωπαϊκή ή ελληνική συζήτηση δημοσίου ενδιαφέροντος. Μάλιστα, η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης στην ΕΕ περιλαμβάνει ήδη διατάξεις για διαφάνεια πηγών. Επιπλέον, η εμπιστοσύνη του κοινού σε αυτά τα εργαλεία εξαρτάται από την ακεραιότητα των δεδομένων τους. Ωστόσο, η επιβολή τέτοιων κανόνων παραμένει τεχνικά και νομικά περίπλοκη. Γι’ αυτο η υπόθεση αυτή λειτουργεί ως προειδοποίηση και για την ευρωπαϊκή ρυθμιστική συζήτηση.

Το συμπέρασμα

Στο τέλος μένει μια εικόνα με νέες, ανησυχητικές διαστάσεις. Ο πόλεμος των αφηγημάτων απέκτησε νέο πεδίο μάχης. Πρώτον, η καταγγελία περιγράφει οργανωμένη προσπάθεια επιρροής των ίδιων των εργαλείων που εκατομμύρια άνθρωποι εμπιστεύονται. Ωστόσο, καμία εμπλεκόμενη πλευρά δεν έχει απαντήσει ακόμη δημόσια στα ευρήματα. Μάλιστα, η υπόθεση αγγίζει άμεσα και το εργαλείο που γράφει αυτές τις ίδιες γραμμές. Γι’ αυτο η επαγρύπνηση απέναντι σε συγκεκαλυμμένες πηγές γίνεται καθήκον κάθε αναγνώστη. Τελικά, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, η μάχη για την αλήθεια περνά πλέον και μέσα από τα ίδια τα δεδομένα εκπαίδευσης.