Δύο υπερδυνάμεις, ένας διάλογος, δύο ατζέντες: γιατί ΗΠΑ και Κίνα μιλούν για την ΤΝ

Ουάσιγκτον και Πεκίνο συμφώνησαν σε νέο γύρο συνομιλιών για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης. Πίσω από το κοινό τραπέζι, όμως, κρύβονται δύο εντελώς διαφορετικοί στόχοι.

Δύο υπερδυνάμεις, ένας διάλογος, δύο ατζέντες: γιατί ΗΠΑ και Κίνα μιλούν για την ΤΝ
Σημαίες ΗΠΑ και Κίνας· οι δύο υπερδυνάμεις της τεχνητής νοημοσύνης επιστρέφουν στον διάλογο. 

Οι δύο μεγαλύτερες δυνάμεις της τεχνητής νοημοσύνης επιστρέφουν στο τραπέζι του διαλόγου. Συμφώνησαν σε νέο γύρο διακυβερνητικών συνομιλιών για την ασφάλεια της τεχνολογίας. Η συμφωνία ήρθε μετά τη σύνοδο Τραμπ-Σι στο Πεκίνο τον Μάιο. Ωστόσο, ελάχιστες λεπτομέρειες έχουν ανακοινωθεί μέχρι σήμερα. Έτσι, το βασικό ερώτημα παραμένει: τι επιδιώκει πραγματικά η κάθε πλευρά;

σχετικά άρθρα

Τι υποστηρίζουν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι

Την υπόθεση σχολίασαν έμπειροι πρώην διπλωμάτες. Συγκεκριμένα, η Τζανέτ Τσου, επί χρόνια στέλεχος της αμερικανικής πρεσβείας στο Πεκίνο, τόνισε την αξία του διαλόγου. Κατ’ αυτήν, οι συνομιλίες προάγουν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Δηλαδή, λειτουργούν ως «αυτοσυντήρηση» απέναντι σε μια ταχύτατη τεχνολογία. Επιπλέον, δίνουν στην Ουάσιγκτον ορατότητα για το πού βαδίζει η Κίνα. Άλλωστε, όπως είπε, κανείς δεν θέλει να μείνει αποκλεισμένος από αυτή τη γνώση.

Ποιος δημοσιεύει και γιατί

Η προέλευση της είδησης έχει σημασία. Το ρεπορτάζ προέρχεται από κινεζικό μέσο που προβάλλει αμερικανικές φωνές υπέρ του διαλόγου. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Πράγματι, το Πεκίνο επιδιώκει εδώ και καιρό τέτοιες συνομιλίες. Ωστόσο, τις επιδιώκει για δικούς του λόγους. Γι’ αυτό η ερμηνεία των κινήτρων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Δύο ατζέντες στο ίδιο τραπέζι

Και εδώ βρίσκεται το κλειδί όλης της υπόθεσης. Οι δύο πλευρές κάθονται μαζί, αλλά κοιτούν αλλού. Η Ουάσιγκτον θέλει να διαχειριστεί τους κινδύνους και να παρακολουθεί την πρόοδο της Κίνας. Αντίθετα, το Πεκίνο βλέπει τον διάλογο ως μοχλό για τα τσιπ. Δηλαδή, ελπίζει να χαλαρώσουν οι αμερικανικοί έλεγχοι εξαγωγών στους ημιαγωγούς. Επομένως, η ίδια συζήτηση εξυπηρετεί δύο αντίθετους στόχους.

Το μάθημα του 2024

Η ιστορία προσφέρει ένα διδακτικό προηγούμενο. Ο πρώτος τέτοιος διάλογος έγινε στη Γενεύη το 2024. Τότε, η αμερικανική πλευρά έστειλε τεχνικούς ειδικούς για τους ακραίους κινδύνους. Η κινεζική πλευρά, όμως, έστειλε διπλωμάτες που ζητούσαν άρση των ελέγχων. Με άλλα λόγια, οι δύο αντιπροσωπείες μιλούσαν για διαφορετικά θέματα. Κατά συνέπεια, ο διάλογος δεν απέδωσε ουσιαστικά αποτελέσματα.

Η παγίδα των λέξεων

Υπάρχει και μια βαθύτερη, γλωσσική διαφορά. Οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν διαφορετικούς όρους για το ίδιο θέμα. Η Δύση μιλά για «ασφάλεια», εννοώντας όρια στις πιο επικίνδυνες ικανότητες. Αντίθετα, η Κίνα μιλά για «αξιοπιστία», εννοώντας τον έλεγχο των συστημάτων από το κράτος. Ωστόσο, οι δύο έννοιες οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Άλλωστε, όποιος ορίζει τις λέξεις, ορίζει και τους κανόνες.

Το μοντέλο που άλλαξε την πολιτική

Πίσω από τη στροφή αυτή κρύβεται ένα συγκεκριμένο γεγονός. Η κυκλοφορία ενός προηγμένου μοντέλου αναστάτωσε την Ουάσιγκτον. Πρόκειται για το μοντέλο Mythos της εταιρείας Anthropic, με ισχυρές δυνατότητες στην κυβερνοασφάλεια. Αρχικά, η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετώπιζε την «ασφάλεια της ΤΝ» με χλευασμό. Στη συνέχεια, όμως, άλλαξε στάση απότομα. Γι’ αυτό επανέφερε το ζήτημα ψηλά στην ατζέντα.

Το χάσμα που έκλεισε

Η αλλαγή στάσης έχει και μια βαθύτερη αιτία. Η τεχνολογική διαφορά μεταξύ των δύο χωρών συρρικνώθηκε δραματικά. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, το χάσμα επιδόσεων ουσιαστικά έκλεισε. Δηλαδή, η Κίνα δεν είναι πλέον απλός διώκτης. Επιπλέον, τα ανοιχτού κώδικα μοντέλα της απεξαρτώνται σταδιακά από τα αμερικανικά τσιπ. Κατά συνέπεια, ο ανταγωνισμός γεννά την ίδια την ανάγκη για συνεννόηση.

Η ομολογία για τον κυβερνοπόλεμο

Η σύνοδος άφησε και μια εντυπωσιακή δήλωση. Ρωτήθηκε ο Τραμπ αν έθιξε την κυβερνοασφάλεια με τον Σι. Απάντησε ότι «ό,τι κάνουν αυτοί, κάνουμε κι εμείς». Δηλαδή, παραδέχτηκε ένα είδος ισοτιμίας στις επιθετικές κυβερνοδυνατότητες. Ωστόσο, οι αμερικανικές υπηρεσίες χαρακτηρίζουν την Κίνα κορυφαία κυβερνοαπειλή. Γι’ αυτό η δήλωση προκάλεσε αίσθηση στην Ουάσιγκτον.

Ο μεγάλος απών

Και εδώ φτάνουμε στο κομμάτι που αφορά εμάς. Στο τραπέζι κάθονται δύο δυνάμεις, όχι τρεις. Η Ευρώπη απουσιάζει από τη χάραξη των παγκόσμιων κανόνων. Παραδόξως, διαθέτει τον πιο φιλόδοξο νόμο για την ΤΝ στον κόσμο. Ωστόσο, δεν συμμετέχει στον διμερή διάλογο των υπερδυνάμεων. Επομένως, κινδυνεύει να υποστεί πρότυπα που δεν διαμόρφωσε.

Το ευρωπαϊκό διακύβευμα

Η απουσία αυτή έχει πρακτικό κόστος. Αν ΗΠΑ και Κίνα συμφωνήσουν κανόνες, η Ευρώπη θα κληθεί να τους ακολουθήσει. Παράλληλα, η τεχνολογική της εξάρτηση παραμένει βαθιά. Ταυτόχρονα, το ζήτημα της κυβερνοασφάλειας αγγίζει άμεσα τις υποδομές της. Ωστόσο, χωρίς θέση στο τραπέζι, η επιρροή της μένει περιορισμένη. Γι’ αυτό το αίτημα για στρατηγική αυτονομία επανέρχεται δριμύ.

Το ελληνικό μέτρο

Η υπόθεση αφορά και την Ελλάδα πιο άμεσα απ’ όσο φαίνεται. Οι κρίσιμες υποδομές της στηρίζονται ολοένα σε ψηφιακά συστήματα. Παράλληλα, η κυβερνοασφάλεια γίνεται ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Επιπλέον, τα ευρωπαϊκά πρότυπα καθορίζουν το πλαίσιο λειτουργίας της. Ωστόσο, αυτά διαμορφώνονται όλο και περισσότερο έξω από την Ευρώπη. Άλλωστε, στην τεχνολογία, όποιος απουσιάζει από τον διάλογο, υφίσταται τις αποφάσεις.

Το συμπέρασμα

Στο τέλος μένει μια καθαρή εικόνα. Ο διάλογος ΗΠΑ-Κίνας για την ΤΝ είναι χρήσιμος, αλλά όχι αθώος. Η μία πλευρά ζητά ορατότητα, η άλλη πρόσβαση στα τσιπ. Ωστόσο, ακόμη κι ένας ατελής διάλογος είναι προτιμότερος από τη σιωπή. Γι’ αυτό το πραγματικό στοίχημα είναι η ουσία, όχι η φωτογραφία. Τελικά, οι κανόνες της επόμενης τεχνολογικής εποχής γράφονται τώρα — και η Ευρώπη οφείλει να είναι εκεί.