Kandinsky $30 εκατ. με σκιές από τους Ναζί: Η σκοτεινή διαδρομή ενός «πολύχρωμου» πίνακα που καταλήγει σε δημοπρασία

Ύστερα από πέντε δεκαετίες στο Lenbachhaus, το έργο του 1907 επιστρέφει στην αγορά έπειτα από μακρά διεκδίκηση και αποκατάσταση ιδιοκτησίας στους κληρονόμους Lewenstein

Kandinsky  εκατ. με σκιές από τους Ναζί: Η σκοτεινή διαδρομή ενός «πολύχρωμου» πίνακα που καταλήγει σε δημοπρασία

Για περισσότερο από μισό αιώνα, το Das bunte Leben («Η πολύχρωμη ζωή») του Wassily Kandinsky αποτελούσε γνώριμη παρουσία στο Lenbachhaus του Μονάχου. Τώρα, το μνημειακό έργο του 1907 ετοιμάζεται για μια εντελώς διαφορετική αίθουσα: στις 14 Οκτωβρίου θα περάσει από το σφυρί των Christie’s στο Λονδίνο, έχοντας πίσω του μια ιστορία που συμπυκνώνει μερικά από τα δυσκολότερα ζητήματα της διεθνούς αγοράς τέχνης, από τις συνέπειες των ναζιστικών διώξεων και τα κενά στην προέλευση έως τις σύγχρονες διαδικασίες επιστροφής έργων.

σχετικά άρθρα

Το Das bunte Leben θα αποτελέσει ένα από τα κορυφαία κομμάτια της βραδινής πώλησης τέχνης 20ού και 21ου αιώνα των Christie’s κατά τη διάρκεια της Frieze Week. Ο οίκος δεν έχει δημοσιοποιήσει αριθμητική εκτίμηση, ωστόσο ο Keith Gill, αντιπρόεδρος του τμήματος τέχνης 20ού και 21ου αιώνα, δήλωσε ότι αναμένει τίμημα άνω των 30 εκατ. δολαρίων. Σε αυτά τα επίπεδα, θα μπορούσε να βρεθεί ανάμεσα στα τρία ακριβότερα έργα του καλλιτέχνη που έχουν πωληθεί ποτέ στο σφυρί.

Παρίσι, χρώμα και ρωσικές αναμνήσεις

Ο Kandinsky δημιούργησε το έργο το 1907, κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα μαζί με τη ζωγράφο Gabriele Münter. Εκεί ήρθε σε άμεση επαφή με τις νέες καλλιτεχνικές τάσεις, από τον μεταϊμπρεσιονισμό και τον φωβισμό έως τον πουαντιγισμό. Με διαστάσεις 130 επί 163 εκατοστά, ήταν ο μεγαλύτερος καμβάς που είχε επιχειρήσει μέχρι τότε και παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στο Salon d’Automne.

Η σημασία του βρίσκεται και στη θέση που καταλαμβάνει στην εξέλιξη της ζωγραφικής του. Ο Kandinsky δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει τη μετάβαση προς την αφαίρεση με την οποία θα συνέδεε αργότερα το όνομά του. Εδώ, όμως, το χρώμα αρχίζει ήδη να αποκτά αυτονομία από την πιστή αναπαράσταση του ορατού κόσμου. Προσκυνητές, χωρικοί, άγιοι, ευγενείς, μητέρες και παιδιά συνυπάρχουν σε ένα πυκνό τοπίο, ενώ οι αναφορές στη ρωσική λαϊκή παράδοση και τη θρησκευτική εικονογραφία διατρέχουν ολόκληρη τη σύνθεση. Ανάμεσα στις μορφές εμφανίζεται και ένας έφιππος, πρόδρομος του μοτίβου του Blaue Reiter που θα συνδεόταν αργότερα στενά με την καλλιτεχνική ταυτότητα του δημιουργού.

Τα ίχνη χάνονται το 1940

Τον Νοέμβριο του 1927, το έργο αποκτήθηκε από τον επιχειρηματία και συλλέκτη Emanuel Albert Lewenstein και τη σύζυγό του Hedwig Lewenstein-Weyermann στο Άμστερνταμ. Μετά τον θάνατο του Emanuel το 1930, η Hedwig έγινε αποκλειστική ιδιοκτήτριά του, ενώ τα επόμενα χρόνια ο καμβάς βρέθηκε στο Stedelijk Museum.

Η κρίσιμη καμπή ήρθε μετά τη γερμανική κατοχή της Ολλανδίας. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1940, υπάλληλος του Stedelijk παρέδωσε το έργο, κατόπιν εντολής άγνωστης προέλευσης, σε αγγελιοφόρο του εμπόρου και συντηρητή Abraham Mozes Querido. Στις 9 Οκτωβρίου εμφανίστηκε στον Frederik Muller & Co. του Άμστερνταμ ως ένα από τα 82 αντικείμενα περιουσίας Lewenstein και αγοράστηκε από τον συλλέκτη Salomon B. Slijper για μόλις 250 ολλανδικά φιορίνια, ή 275 μαζί με την προμήθεια.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της μεταγενέστερης διαμάχης. Δεν έχει εξακριβωθεί ποιος έδωσε την εντολή να οδηγηθεί το έργο προς πώληση ούτε σε ποιον κατέληξαν τα χρήματα. Η εκδοχή ότι η Irma Lewenstein Klein το είχε διαθέσει οικειοθελώς στο πλαίσιο της διαδικασίας διαζυγίου της με τον Robert Lewenstein εξετάστηκε δεκαετίες αργότερα από τη γερμανική Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία έκρινε ότι δεν υποστηριζόταν από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Πενήντα χρόνια στους τοίχους του Μονάχου

Ο Slijper παρέδωσε σχεδόν αμέσως το έργο ξανά στο Stedelijk για φύλαξη. Μετά τον θάνατό του, η χήρα και κληρονόμος του το πούλησε το 1972 στην Bayerische Landesbank έναντι 900.000 ολλανδικών φιορινιών. Η βαυαρική τράπεζα το παραχώρησε ως μακροχρόνιο δάνειο στο Lenbachhaus, όπου παρέμεινε σε δημόσια θέα για περισσότερες από πέντε δεκαετίες.

Οι απόγονοι της οικογένειας, ωστόσο, συνέχισαν να αναζητούν απαντήσεις για την τύχη της συλλογής. Η υπόθεση έφτασε τελικά στη γερμανική Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία το 2023 εξέτασε αναλυτικά τα διαθέσιμα αρχεία. Παρότι δεν μπόρεσε να ανασυνθέσει κάθε βήμα των γεγονότων του 1940, έκρινε ότι υπήρχαν πολυάριθμες ενδείξεις πως η απώλεια συνδεόταν με τη δίωξη των εβραϊκής καταγωγής ιδιοκτητών και ότι δεν είχε ανατραπεί το σχετικό τεκμήριο. Συνέστησε, συνεπώς, την επιστροφή του στους κληρονόμους. Η αποκατάσταση πραγματοποιήθηκε το 2023 και πλέον οι Christie’s έχουν αναλάβει την πώλησή του.

Ο πήχης βρίσκεται στα £37,2 εκατ.

Η αγορά διαθέτει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο αναφοράς. Το σημερινό ρεκόρ του Kandinsky ανήκει στο Murnau mit Kirche II του 1910, το οποίο είχε επίσης επιστραφεί στους κληρονόμους των αρχικών ιδιοκτητών του πριν οδηγηθεί στους Sotheby’s του Λονδίνου τον Μάρτιο του 2023. Πουλήθηκε για 37,2 εκατ. λίρες, περίπου 44,8 εκατ. δολάρια, σημειώνοντας νέο παγκόσμιο ρεκόρ για τον καλλιτέχνη.

Το Das bunte Leben μπαίνει τώρα στην ίδια υψηλή κατηγορία, χωρίς όμως οι Christie’s να έχουν δημοσιοποιήσει επίσημο estimate. Πριν από τη βραδιά της 14ης Οκτωβρίου, ο οίκος οργανώνει μια διεθνή περιοδεία για να το φέρει μπροστά στους σημαντικότερους συλλεκτικούς κύκλους: Ζυρίχη από 2 έως 4 Σεπτεμβρίου, Παρίσι από 10 έως 12, Νέα Υόρκη από 17 έως 20 και Χονγκ Κονγκ από 22 έως 29 Σεπτεμβρίου. Από τις 8 Οκτωβρίου θα εκτίθεται δημόσια στο Λονδίνο.

Το αποτέλεσμα θα έχει επομένως ενδιαφέρον πέρα από έναν ακόμη υψηλό αριθμό για τον Kandinsky. Στο ίδιο lot συναντώνται ένα έργο καθοριστικής περιόδου, περισσότερο από μισός αιώνας μουσειακής παρουσίας, μια εξαιρετικά σύνθετη ιστορία προέλευσης και μια αποκατάσταση που έκλεισε μόλις το 2023. Στις 14 Οκτωβρίου θα φανεί πόσο ψηλά είναι διατεθειμένοι να τοποθετήσουν οι συλλέκτες αυτόν τον σπάνιο συνδυασμό καλλιτεχνικής σημασίας, ιστορικού βάρους και περιορισμένης διαθεσιμότητας στην κορυφή της διεθνούς αγοράς.