Τα όρια μιας πολιτικής σκηνοθεσίας και το εκκρεμές της κοινωνίας
Ο Φρανσουά Μιτεράν συνήθιζε να αποδίδει στην πολιτική, την τέχνη και τη σημειολογία της διαχείρισης των συμβόλων. Μπορούμε άφοβα να προσθέσουμε στην ανάλυση ενός από τους σημαντικότερους «πατέρες» της ευρωπαϊκής ιδέας, και την τακτική και στρατηγική παράμετρο της «σκηνοθεσίας».
Με την Ελλάδα της μετα-μνημονιακής εποχής, που πασχίζει ακόμη να επουλώσει τις βαθιές πληγές που άνοιξαν στο σώμα της κοινωνίας και στον εθνικό κορμό οι εθνοκτόνες δανειακές συμβάσεις, να πορεύεται στην τελική ευθεία μιας εκλογικής αναμέτρησης που φλερτάρει με το ταυτοτικό αποτύπωμα ενός σημείου τομής στον χρόνο και τον χώρο, είναι ευδιάκριτη και εύλογη, είναι ευνόητη η απόπειρα των πολιτικών δυνάμεων να σκηνοθετήσουν τα αφηγήματα που θα διευκολύνουν την ισχυροποίηση των επιχειρημάτων τους έναντι μιας κοινωνίας που κρίνει, αξιολογεί και επιλέγει.
Κάθε αντίστοιχη πολιτική σκηνοθεσία ωστόσο, έχει τα αναπόφευκτα και αναπότρεπτα όριά της. Η συνάντηση με τα οποία συντελείται στις παρυφές της… πραγματικότητας. Της κανονικής ζωής. Της καθημερινότητας. Του κάδρου των πολυδιάστατων παραμέτρων που διαμορφώνουν τον εσωτερικό κόσμο μιας συλλογικής κοινωνίας, και επιδρούν καθοριστικά στην επιλογή που θα κάνει για το μέλλον της, μέσω της κρίσης λογοδοσίας, που για κάθε δημοκρατία συνεπάγονται οι βουλευτικές εκλογές.
Μια δεκαετία… και κάτι, μετά τα δραματικά γεγονότα του καλοκαιριού του 2015, με δύο πρωθυπουργούς, τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, να έχουν βάλει την υπογραφή τους στη διαχείριση του παρόντος και στη διαμόρφωση του μέλλοντος των Ελλήνων, και δύο κυβερνήσεις, την κυβέρνηση συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με τους Ανεξάρτητους Έλληνες και την αυτοδύναμη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, το κοινωνικό εκκρεμές μετακινείται και πάλι. Η συσσώρευση απογοήτευσης και ακυρωμένων προσδοκιών, ο πολλαπλασιασμός της οργής, λειτουργούν προσθετικά και αθροιστικά, ώστε μια πλατιά κοινωνική πλειοψηφία, σιωπηλή ή περισσότερο θορυβώδης, να έχει μετακινηθεί στην αφετηρία αναζήτησης ενός καινούργιου ξεκινήματος. Μιας ακόμη πολιτικής αλλαγής.
Ο μεγάλος άγνωστος της εξίσωσης αφορά το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής. Τους πρωταγωνιστές. Τον χρωματισμό της. Και την προοπτική που θα τη συνοδεύσει. Δεν είναι η πρώτη φορά στη μακρά διαδρομή της αδιασάλευτης, ανεμπόδιστης και αδιαπραγμάτευτης δημοκρατίας που διανύει η Ελλάδα στα χρόνια της μεταπολίτευσης, που η κοινωνία ως συλλογικό υποκείμενο προσέρχεται στις κάλπες με τιμωρητική διάθεση. Μένει να αποδειχθεί στο αποτέλεσμα της εκλογικής ετυμηγορίας, το εύρος και το περιεχόμενο αυτής της τιμωρητικής ψήφου. Η έντασή της. Το πόσο δραματικές θα είναι οι επιπτώσεις της στη διαγραφόμενη ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού.
Δεν πρέπει άλλωστε να υποτιμούμε την ιστορική διαπίστωση ότι, κάθε φορά που μια κοινωνία ενδύεται στις εκλογικές κάλπες τον ρόλο του «τιμωρού», δυσκολεύεται να αποφύγει να τιμωρήσει και… τον εαυτό της.

