Δεν είναι απλά μεγέθη – Είναι οι ζωές των Ελλήνων
Άρθρο του Δημήτρη Μαρκόπουλου, Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Η ανάπτυξη αποκτά πραγματική αξία όταν μεταφράζεται σε υψηλότερα εισοδήματα, περισσότερες επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη ασφάλεια για κάθε πολίτη. Αυτή είναι η κατεύθυνση που ακολουθεί η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια και αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση της επόμενης περιόδου: η πρόοδος των βασικών οικονομικών μεγεθών να διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία και να δημιουργεί καλύτερες προοπτικές για τη χώρα.
Η βάση πάνω στην οποία μπορούμε σήμερα να σχεδιάζουμε τα επόμενα βήματα είναι σαφώς ισχυρότερη. Η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, προσελκύει περισσότερες επενδύσεις και έχει ενισχύσει σημαντικά την αξιοπιστία της στις διεθνείς αγορές. Την ίδια στιγμή, τα κατώτατα όρια στους μισθούς αυξήθηκαν έξι φορές, 550.000 Έλληνες βρήκαν εργασία, οι φόροι και οι εισφορές μειώθηκαν και θα συνεχίσουν να μειώνονται με στόχο ο πολίτης να έχει πρόσθετα εργαλεία αντιμετώπισης των διεθνών πληθωριστικών πιέσεων.
Η βελτίωση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδυάζεται με τη σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Από το 163,9% του ΑΕΠ το 2023, το χρέος ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία, καταγράφοντας μια από τις ταχύτερες αποκλιμακώσεις στην ευρωζώνη και ενισχύοντας τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα και τη θέση της χώρας στις διεθνείς αγορές. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή με ορίζοντα τόσο το σήμερα όσο και τις επόμενες γενιές, καθώς δημιουργεί μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων για την οικονομική πολιτική και ισχυρότερες βάσεις για το μέλλον.
Σε αυτή τη στρατηγική εντάσσονται και οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους. Η συνολική εξοικονόμηση τόκων από αυτή την πολιτική υπολογίζεται σε περίπου 2 δισ. ευρώ. Με αυτόν τον τρόπο, η συνέπεια στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών αποκτά άμεσο αναπτυξιακό περιεχόμενο: ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας σήμερα και δημιουργεί περισσότερο χώρο για το αύριο.
Αυτή ακριβώς η σύνδεση ανάμεσα στη δημοσιονομική αξιοπιστία και στην καθημερινότητα των πολιτών βρίσκεται στον πυρήνα της οικονομικής μας πολιτικής. Η ανάπτυξη δημιουργεί έσοδα και δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος μπορεί να επιστρέφει στην κοινωνία μέσα από μόνιμες παρεμβάσεις που ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα και μειώνουν τα φορολογικά βάρη. Πρόκειται για μια σταθερή κατεύθυνση, συνεπή με τον δρόμο που έχει χαράξει ο Πρωθυπουργός: περαιτέρω τόνωση των εισοδημάτων και συνέχιση της μείωσης των φόρων.
Η ενίσχυση των συντάξεων αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πορείας. Από το 2023, όταν επανήλθαν οι τακτικές αυξήσεις, η σωρευτική ενίσχυση των συντάξεων έχει κινηθεί περίπου στο 16%, ενώ από το 2026 έχει ήδη ξεκινήσει η σταδιακή κατάργηση του συμψηφισμού των αυξήσεων με την προσωπική διαφορά. Φέτος οι συνταξιούχοι με προσωπική διαφορά λαμβάνουν το 50% της αύξησης που προκύπτει, ενώ από το 2027 ο συμψηφισμός καταργείται πλήρως.
Αυτό είναι και το πλαίσιο της φετινής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης για την κυβέρνηση. Η ΔΕΘ αποτελεί το επόμενο βήμα μιας πορείας που έχει ήδη δημιουργήσει μεγαλύτερες δημοσιονομικές δυνατότητες και μας επιτρέπει να σχεδιάζουμε παρεμβάσεις με μόνιμο χαρακτήρα και πραγματικό αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Μια σταθερή μείωση φόρου ή μια μόνιμη ενίσχυση εισοδήματος επιτρέπει στην οικογένεια να σχεδιάζει καλύτερα τον προϋπολογισμό της, στον εργαζόμενο να βλέπει σταθερή βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματός του και στην επιχείρηση να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις με μεγαλύτερη βεβαιότητα. Η διευρυμένη περίμετρος ωφελούμενων σηματοδοτεί μια στόχευση που αγκαλιάζει εργαζόμενους και συνταξιούχους, οικογένειες και νέους, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις, πολίτες των μεγάλων αστικών κέντρων και της περιφέρειας. Πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση που υπηρετεί μια βασική αρχή: τα οφέλη της αναπτυξιακής πορείας να φτάνουν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.
Ο σχεδιασμός αυτός διαμορφώθηκε μέσα από ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο. Στις συναντήσεις με παραγωγικούς φορείς, επαγγελματικές ενώσεις και εκπροσώπους διαφορετικών κλάδων της οικονομίας πρώτα ακούσαμε και μετά συνθέσαμε. Καταγράψαμε τις ανάγκες της αγοράς, τις προτεραιότητες των επαγγελματιών, τις προτάσεις των παραγωγικών δυνάμεων και τις ανάγκες των νοικοκυριών και πάνω σε αυτή την εικόνα ιεραρχήθηκαν οι παρεμβάσεις μας. Ο διάλογος ενισχύει τη συνεργασία, η συνεργασία δημιουργεί εμπιστοσύνη και η εμπιστοσύνη αποτελεί βασική προϋπόθεση για επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και υψηλότερη παραγωγικότητα.
Έτσι διαμορφώνεται ένας ενάρετος κύκλος. Η ανάπτυξη ενισχύει τα δημόσια έσοδα. Η συνετή δημοσιονομική πολιτική και η μείωση του χρέους ενισχύουν την αξιοπιστία. Η αξιοπιστία δημιουργεί μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο. Και ο χώρος αυτός μετατρέπεται σε μόνιμες παρεμβάσεις για τα εισοδήματα και τη φορολογία, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούν ξανά την οικονομική δραστηριότητα.
Η φετινή ΔΕΘ έρχεται να δώσει νέα ώθηση σε αυτή την πορεία και να γίνει το πρώτο σκαλοπάτι της επόμενης περιόδου: μιας περιόδου περισσότερης ανάπτυξης, υψηλότερων εισοδημάτων, χαμηλότερων φόρων και ακόμη ισχυρότερης οικονομικής αξιοπιστίας. Πάνω σε αυτή τη σχέση συνέπειας και εμπιστοσύνης με την κοινωνία χτίζονται και οι προϋποθέσεις για την επόμενη μεγάλη πολιτική επιλογή, την αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές, ως εντολή συνέχειας μιας πορείας σταθερότητας, ανάπτυξης και προοπτικής.

