UBS: Αναβαθμίζει τον πήχη για τις ευρωπαϊκές μετοχές – Στόχος οι 760 μονάδες για τον Stoxx 600
Η UBS εμφανίζεται πλέον αισθητά πιο αισιόδοξη για τις ευρωπαϊκές μετοχές, αναθεωρώντας ανοδικά τις εκτιμήσεις της για την πορεία του Stoxx 600 και εκτιμώντας ότι οι συνθήκες διαμορφώνονται ευνοϊκά για τη συνέχιση του ανοδικού κύκλου. Με κεντρικό μήνυμα ότι «τα καλά είναι καλύτερα και τα κακά δεν είναι πλέον τόσο κακά», ο ελβετικός επενδυτικός οίκος καλεί τους επενδυτές να εγκαταλείψουν μέρος της επιφυλακτικότητάς τους απέναντι στις ευρωπαϊκές αγορές.
Η UBS αυξάνει την τιμή-στόχο για τον Stoxx 600 στις 690 μονάδες για το 2026 και στις 760 μονάδες για το 2027, επίπεδα που συνεπάγονται περιθώρια ανόδου περίπου 8% και 19% αντίστοιχα από τα τρέχοντα επίπεδα. Η αναθεώρηση βασίζεται στην εκτίμηση ότι τα εταιρικά αποτελέσματα αποδεικνύονται σημαντικά πιο ανθεκτικά από ό,τι προεξοφλούσε η αγορά, ενώ οι αναβαθμίσεις των προβλέψεων για την κερδοφορία επεκτείνονται πλέον σε ολοένα και περισσότερους κλάδους.
Σύμφωνα με τους αναλυτές της UBS, τρεις βασικοί παράγοντες άλλαξαν τα δεδομένα. Πρώτον, η επενδυτική δυναμική γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη όχι μόνο διατηρείται αλλά ενισχύεται, οδηγώντας σε νέες ανοδικές αναθεωρήσεις των προβλέψεων για τις εταιρείες που επωφελούνται από την εξάπλωση της AI. Δεύτερον, οι ευρωπαϊκές τράπεζες συνεχίζουν να καταγράφουν διαδοχικές αναβαθμίσεις στις εκτιμήσεις για τα κέρδη τους, επιβεβαιώνοντας τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών τους. Τρίτον, οι μεγάλοι αμυντικοί κλάδοι της ευρωπαϊκής αγοράς έχουν πάψει να λειτουργούν ως τροχοπέδη για τον Stoxx 600, εξέλιξη που ενισχύεται και από την υποχώρηση του ευρώ, η οποία βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγικών επιχειρήσεων.
Η νέα εικόνα οδηγεί την UBS να προβλέπει αύξηση των εταιρικών κερδών άνω του 10%, ενώ παράλληλα θεωρεί δικαιολογημένες υψηλότερες αποτιμήσεις για τις ευρωπαϊκές εισηγμένες, με τον δείκτη P/E να διαμορφώνεται περίπου στις 16 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη.
Ο επενδυτικός οίκος επισημαίνει ότι το αισιόδοξο αφήγημα δεν περιορίζεται πλέον στις εταιρείες ημιαγωγών ή στις επιχειρήσεις που συνδέονται άμεσα με την τεχνητή νοημοσύνη. Αντίθετα, ολοένα και περισσότεροι κλάδοι εμφανίζουν βελτιωμένες προοπτικές, όπως οι εταιρείες πολυτελών ειδών, τα καταναλωτικά αγαθά πρώτης ανάγκης, οι φαρμακευτικές, οι τράπεζες και οι βιομηχανίες, οι οποίες ανακοινώνουν σταθερές ή και αναβαθμισμένες προβλέψεις για την κερδοφορία τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως σημειώνει η UBS, καθίσταται ολοένα και δυσκολότερο να διαμορφωθεί ένα ισχυρά πτωτικό σενάριο για τις ευρωπαϊκές αγορές.
Σημαντικό πλεονέκτημα αποτελεί επίσης το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές μετοχές εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με λογικές αποτιμήσεις, ενώ οι τοποθετήσεις των διεθνών επενδυτών παραμένουν σχετικά χαμηλές σε σύγκριση με άλλες μεγάλες αγορές. Την ίδια στιγμή, οι αναθεωρήσεις των εταιρικών κερδών έχουν περάσει σε θετικό έδαφος, τα περιθώρια κερδοφορίας διευρύνονται και οι επενδυτές εμφανίζονται πλέον διατεθειμένοι να πληρώσουν υψηλότερους πολλαπλασιαστές για εταιρείες με ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης. Ιστορικά, όπως επισημαίνει η UBS, αυτό το περιβάλλον οδηγεί σε επέκταση των αποτιμήσεων και όχι σε συμπίεσή τους.
Η UBS εκτιμά ακόμη ότι τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου θα επιβεβαιώσουν πως οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από αυτή που υποδηλώνει η εικόνα της οικονομίας της Ευρωζώνης, ενισχύοντας περαιτέρω την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Σε ό,τι αφορά τη στρατηγική τοποθέτησης, ο ελβετικός οίκος θεωρεί ότι την πρωτοκαθεδρία στην άνοδο θα διατηρήσουν οι κλάδοι με τις ισχυρότερες θετικές αναθεωρήσεις κερδών, δηλαδή οι εταιρείες που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, οι τράπεζες και επιλεγμένες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, εντοπίζει σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες σε κλάδους που έχουν υποαποδώσει, όπως τα είδη πολυτελείας, οι φαρμακευτικές εταιρείες και επιλεγμένες αμυντικές βιομηχανίες, καθώς εκτιμά ότι διαθέτουν σημαντικά περιθώρια επαναξιολόγησης. Αντίθετα, οι αυτοκινητοβιομηχανίες εξακολουθούν να αποτελούν τον κλάδο για τον οποίο η UBS διατηρεί τη μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα, λόγω των συνεχιζόμενων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία.
