Κουνούπια: Νέα μελέτη δείχνει ότι μαθαίνουν να συνδέουν απωθητικά με αίμα
Πρόσφατη επιστημονική μελέτη υποδεικνύει ότι τα κουνούπια ενδέχεται να αναπτύξουν την ικανότητα να συνδέουν τη μυρωδιά ενός κοινού εντομοαπωθητικού με την προοπτική ενός γεύματος αίματος.
Αυτό το εύρημα υποδηλώνει ότι, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, τα έντομα θα μπορούσαν να εκδηλώσουν αυξημένη τάση για τσιμπήματα σε άτομα που έχουν χρησιμοποιήσει την ουσία.
Ερευνητές εφάρμοσαν μια μέθοδο «εκπαίδευσης» των κουνουπιών, η οποία φέρει ομοιότητες με το κλασικό πείραμα του Παβλόφ. Μέσω αυτής της διαδικασίας, τα έντομα έμαναν να συσχετίζουν την οσμή του εντομοαπωθητικού με την αναμονή πρόσληψης αίματος.
Ο ομότιμος καθηγητής του Ινστιτούτου Βιολογίας των Εντόμων στο Πανεπιστήμιο της Τουρ, Κλαούντιο Λαζάρι, διευκρίνισε ότι τα εργαστηριακά αποτελέσματα προέκυψαν υπό «πολύ συγκεκριμένες συνθήκες» και δεν θέτουν εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα του εντομοαπωθητικού. Η δραστική ουσία Ν,Ν-διαιθυλο-μετα-τολουαμίδιο (DEET), η οποία αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1940, έχει συμβάλει καθοριστικά στη διάσωση εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χρησιμοποιεί το εν λόγω εντομοαπωθητικό για την αντιμετώπιση ασθενειών που μεταδίδονται από κουνούπια, χαρακτηρίζοντάς το ως «την απόλυτη αναφορά στα απωθητικά», όπως σημείωσε ο κ. Λαζάρι, συν-συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Experimental Biology.
Ο καθηγητής τόνισε την ανάγκη για την ανάπτυξη νέων ουσιών που θα είναι πιο αποτελεσματικές, φιλικές προς το περιβάλλον και λιγότερο αλλεργιογόνες. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, είναι ζωτικής σημασίας η κατανόηση του ακριβούς τρόπου δράσης των απωθητικών στα έντομα, καθώς οι μηχανισμοί τους (νευροτοξική δράση, παρεμπόδιση ανίχνευσης οσμής ή πρόκληση δυσφορίας) παραμένουν εν μέρει ανεξήγητοι.
Στο πλαίσιο του πειράματος, οι ερευνητές τοποθέτησαν κουνούπια (Aedes aegypti) πίσω από ένα υφασμάτινο δίχτυ, παρέχοντας τους ένα σακουλάκι με ζεστό αίμα πρόβατου. Αρχικά, τα κουνούπια έδειξαν έντονο ενδιαφέρον για το αίμα, αλλά απομακρύνονταν όταν το σακουλάκι είχε ψεκαστεί με εντομοαπωθητικό. Σε μεταγενέστερη φάση, η ερευνητική ομάδα τάιζε τα κουνούπια με ζεστό αίμα για 20 δευτερόλεπτα, προσθέτοντας το εντομοαπωθητικό στα τελευταία 10 δευτερόλεπτα. Μετά από τρεις επαναλήψεις αυτής της διαδικασίας, όταν τα κουνούπια εκτέθηκαν μόνο στην οσμή της ουσίας, το 60% προσπάθησε να «τσιμπήσει» το δίχτυ, παρά την απουσία αίματος. Επιπλέον, η ερευνήτρια Αγειλέν Ναλί παρατήρησε ότι τα «εκπαιδευμένα» κουνούπια εμφάνισαν προτίμηση για το χέρι της που είχε ψεκαστεί με εντομοαπωθητικό, έναντι του καθαρού. Ανάλογα αποτελέσματα καταγράφηκαν και όταν το αίμα αντικαταστάθηκε με ζάχαρη.
Ο κ. Λαζάρι εξήγησε ότι τα ευρήματα αυτά καταδεικνύουν πως δεν είναι η χημική σύσταση του μορίου που προκαλεί την απώθηση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το κουνούπι ερμηνεύει την πληροφορία. Ο συν-συγγραφέας της μελέτης και βιοχημικός στο Virginia Tech, Κλεμάν Βινοζέρ, εκτίμησε ότι «ο εγκέφαλος του κουνουπιού μπορεί να τροποποιήσει την αντίδρασή του, με βάση την εμπειρία του». Παρά τη σχετική ταχύτητα με την οποία τα κουνούπια έμαθαν στο εργαστήριο να μην απωθούνται, ο κ. Λαζάρι επανέλαβε ότι στη φύση «θα απαιτούνταν πολύ ιδιαίτερες συνθήκες για να συμβεί κάτι τέτοιο». Τέλος, υπογράμμισε τη σημασία της «τήρησης των οδηγιών του κατασκευαστή», δεδομένου ότι το εντομοαπωθητικό διατίθεται σε διάφορες συγκεντρώσεις και προϊόντα με διαφορετικούς τρόπους χρήσης.