Χρηματιστήριο: Σαρώνουν οι ξένοι – Στο 69% οι τοποθετήσεις, στα 8,1 δισ. οι αντλήσεις

Χρηματιστήριο: Σαρώνουν οι ξένοι – Στο 69% οι τοποθετήσεις, στα 8,1 δισ. οι αντλήσεις

Σε μια νέα εποχή εισέρχεται το Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς η ένταξή του στο οικοσύστημα της Euronext και η επιστροφή του στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών συνοδεύονται από μια ουσιαστική αλλαγή στα χαρακτηριστικά της ελληνικής κεφαλαιαγοράς. Η μεγάλη άνοδος της συμμετοχής των ξένων επενδυτών, η ενίσχυση της ρευστότητας, οι υψηλές αποδόσεις και η έκρηξη των εταιρικών πράξεων δημιουργούν μια εικόνα που απέχει αισθητά από εκείνη μιας μικρής περιφερειακής αγοράς.

σχετικά άρθρα

Τα μεγέθη είναι ενδεικτικά της αλλαγής. Η ιδιοκτησία των ελληνικών μετοχών από ξένους επενδυτές έχει φτάσει το 69% το 2026, ενώ οι διεθνείς επενδυτές κυριαρχούν και στις συναλλαγές. Την ίδια στιγμή, οι εταιρικές πράξεις άντλησης κεφαλαίων έχουν ήδη φτάσει τα 8,1 δισ. ευρώ μέσα σε μόλις 6,5 μήνες, έναντι 2,53 δισ. ευρώ για ολόκληρο το 2025.

Πρόκειται για επίπεδα κινητικότητας που παραπέμπουν στο 2007, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά έχει ανακτήσει έναν από τους βασικούς της ρόλους: να λειτουργεί όχι μόνο ως τόπος διαπραγμάτευσης μετοχών, αλλά και ως μηχανισμός χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και προσέλκυσης διεθνών κεφαλαίων.

Άνοδος 231% από το τέλος του 2020

Η αλλαγή της εικόνας έχει προηγηθεί της θεσμικής αναβάθμισης. Το Χρηματιστήριο Αθηνών βρίσκεται τα τελευταία χρόνια μεταξύ των αγορών με τις ισχυρότερες επιδόσεις διεθνώς, με το 2026 να αποτελεί την έκτη διαδοχική ανοδική χρονιά.

Από το τέλος του 2020, ο Γενικός Δείκτης καταγράφει συνολική άνοδο 231%, μια επίδοση που συνοδεύθηκε από σημαντική διεύρυνση της παρουσίας διεθνών επενδυτών.

«Η ελληνική κεφαλαιαγορά επέστρεψε στον διεθνή επενδυτικό χάρτη. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια ουσιαστική επιστροφή της εμπιστοσύνης, που αποτυπώνεται και στα στοιχεία», επισημαίνει ο διευθύνων σύμβουλος του Euronext Athens, Γιάννος Κοντόπουλος.

Η συμμετοχή των ξένων στη συναλλακτική δραστηριότητα είχε ήδη αυξηθεί στο 64,1% το 2025, από μόλις 50,8% το 2020, επιστρέφοντας σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την προ κρίσης περίοδο.

Το 2026 η παρουσία τους ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο. Η ιδιοκτησία των ξένων επενδυτών βρίσκεται σε ιστορικό υψηλό 69%, ενώ η συμμετοχή τους στο trading κινείται σε επίπεδα περίπου 64%-70%, ανάλογα με την περίοδο αναφοράς.

Η συνύπαρξη υψηλής ιδιοκτησίας και έντονης συναλλακτικής δραστηριότητας έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η διεθνής παρουσία δεν περιορίζεται σε μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις, αλλά τροφοδοτεί και τη ρευστότητα της αγοράς.

Πάνω από το 75% του ΑΕΠ η κεφαλαιοποίηση

Παράλληλα, η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς έχει πλέον ξεπεράσει το 75% του ελληνικού ΑΕΠ, καταγράφοντας θεαματική αύξηση σε σχέση με τα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας.

Κατά τον Γιάννο Κοντόπουλο, τα στοιχεία αποτυπώνουν μια ευρύτερη αλλαγή στην αντίληψη των διεθνών επενδυτών για την Ελλάδα, η οποία περνά από το αφήγημα της ανάκαμψης σε εκείνο της ανάπτυξης και των επενδυτικών ευκαιριών.

Στόχος της Euronext Athens είναι πλέον η περαιτέρω ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας της αγοράς, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της και η δημιουργία ισχυρότερων διασυνδέσεων μεταξύ εισηγμένων ελληνικών επιχειρήσεων και διεθνών κεφαλαίων.

Η επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές

Καθοριστικό βήμα αποτελεί η επανένταξη του ελληνικού χρηματιστηρίου στις ανεπτυγμένες αγορές από τρεις μεγάλους διεθνείς παρόχους δεικτών, STOXX, FTSE Russell και S&P Dow Jones Indices.

Για τη διοίκηση του Euronext Athens, η εξέλιξη αποτελεί την κορύφωση μιας πολυετούς διαδικασίας και αντανακλά τη θεσμική ωρίμανση και την αυξημένη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς.

Η αλλαγή κατηγορίας έχει ιδιαίτερη σημασία και για τη σύνθεση της δυνητικής επενδυτικής βάσης. Η ελληνική αγορά αποκτά πρόσβαση σε μεγαλύτερες δεξαμενές διεθνών κεφαλαίων και σε θεσμικούς επενδυτές των οποίων οι εντολές τοποθέτησης επικεντρώνονται στις ανεπτυγμένες αγορές.

HSBC: Overweight τα διεθνή funds στην Ελλάδα

Η ισχυρή παρουσία ξένων κεφαλαίων αποτυπώνεται και στα στοιχεία της HSBC, σύμφωνα με τα οποία το Euronext Athens αποτελεί την αγορά της περιοχής στην οποία τα funds εμφανίζονται περισσότερο overweight, τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ιδιαίτερα ενδεικτικό είναι ότι δύο στα τρία ενεργά funds αναδυόμενων αγορών κατέχουν ελληνικές μετοχές, με την Εθνική Τράπεζα να ξεχωρίζει μεταξύ των ελληνικών επιλογών.

Η βάση που παρακολουθεί η HSBC είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Περιλαμβάνει περίπου 300 ενεργά emerging markets funds, τα οποία διαχειρίζονται συνολικά 797 δισ. δολάρια, καθώς και 359 global και global ex-US funds, με ενεργητικό 1,9 τρισ. δολαρίων.

Παράλληλα, παρακολουθούνται περιφερειακά funds και περίπου 2.500 παθητικά επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία έχουν τοποθετήσει σχεδόν 2 τρισ. δολάρια σε μετοχές αναδυόμενων αγορών.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι η διάρκεια των τοποθετήσεων. Η παρουσία της Ελλάδας στα διεθνή χαρτοφυλάκια δεν εμφανίστηκε τους τελευταίους μήνες λόγω της αναβάθμισης, αλλά έχει οικοδομηθεί σε βάθος περίπου πενταετίας.

Deutsche Bank: Στο παγκόσμιο Top 3 των αποδόσεων

Η δυναμική του ελληνικού χρηματιστηρίου αποτυπώθηκε με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο και στο γ΄ τρίμηνο του 2026.

Σύμφωνα με στοιχεία της Deutsche Bank, το Euronext Athens βρέθηκε στην τρίτη θέση παγκοσμίως μεταξύ των assets με τις υψηλότερες αποδόσεις, καταγράφοντας κέρδη 11,3%.

Μπροστά από την ελληνική αγορά βρέθηκαν μόνο δύο από τους μεγάλους δείκτες του πετρελαίου, με το Brent να ενισχύεται κατά 42% και το αμερικανικό WTI κατά περίπου 30%.

Η επίδοση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς έρχεται έπειτα από μια πολυετή ανοδική πορεία και όχι μετά από μια παρατεταμένη περίοδο υποαπόδοσης.

Έκρηξη στις αντλήσεις κεφαλαίων – Από 2,53 στα 8,1 δισ. ευρώ

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της αλλαγής «πίστας» είναι αυτό που συμβαίνει στις εταιρικές πράξεις.

Το 2025 οι αντλήσεις κεφαλαίων μέσω της αγοράς είχαν διαμορφωθεί συνολικά στα 2,53 δισ. ευρώ. Το 2026, μέσα σε μόλις 6,5 μήνες, το αντίστοιχο ποσό έχει εκτιναχθεί στα 8,1 δισ. ευρώ.

Η αύξηση είναι υπερτριπλάσια σε απόλυτους αριθμούς και φέρνει την ελληνική κεφαλαιαγορά σε επίπεδα δραστηριότητας που είχαν να καταγραφούν σχεδόν δύο δεκαετίες.

Η εικόνα δείχνει ότι η βελτίωση δεν περιορίζεται στις τιμές των μετοχών. Η αγορά αποκτά μεγαλύτερο βάθος, προσελκύει διεθνή θεσμικά κεφάλαια και χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο από τις επιχειρήσεις ως κανάλι χρηματοδότησης.

Με την αναβάθμιση στις ανεπτυγμένες αγορές να προσθέτει έναν ακόμη καταλύτη, το μεγάλο στοίχημα περνά πλέον στη ρευστότητα και στο βάθος της αγοράς. Η διατήρηση των ξένων κεφαλαίων, η αύξηση των συναλλαγών και η συνέχιση των μεγάλων εταιρικών πράξεων θα κρίνουν εάν η αλλαγή κατηγορίας θα μετατραπεί σε μόνιμη αλλαγή μεγέθους για το ελληνικό χρηματιστήριο.