Ποδαρικό… με το δεξί έκαναν το 2026 στο ταμπλό οι εγχώριες συστημικές τράπεζες, επιβεβαιώνοντας ότι το επενδυτικό τους αφήγημα παραμένει ισχυρό, παρά τις αβεβαιότητες που συνεχίζουν να σκιάζουν το διεθνές περιβάλλον.
Οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να ενσωματώνουν αισθητό discount έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, την ώρα που οι προοπτικές κερδοφορίας και διανομής μερισμάτων παραμένουν ελκυστικές. Δεν είναι τυχαίο ότι η JP Morgan, στη στρατηγική της για το 2026, διατηρεί την Ελλάδα στις κορυφαίες επιλογές της περιοχής CEEMEA και τοποθετεί την Τράπεζα Πειραιώς στα toppicks.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, τα κέρδη ανά μετοχή των ελληνικών τραπεζών αναμένεται να αυξηθούν με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 10% κατά την τριετία 2026-2028, ενώ η εκτιμώμενη μερισματική απόδοση διαμορφώνεται στο εύρος του 5%-7%. Τα μεγέθη αυτά, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των θεμελιωδών μεγεθών, διατηρούν ψηλά το ενδιαφέρον των επενδυτών, ακόμη και μετά το ράλι των τελευταίων ετών.
Ο βασικός πυλώνας του τραπεζικού story παραμένει ο ισχυρότερος, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ρυθμός πιστωτικής επέκτασης. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις προηγούμενες χρονιές, η αύξηση των δανείων δεν αποτελεί πλέον τον μοναδικό «μοχλό» ανάπτυξης. Τα επικαιροποιημένα business plans τριετίας και τετραετίας δίνουν σαφές βάρος στη διεύρυνση των μη επιτοκιακών εσόδων, επιδιώκοντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της κερδοφορίας σε ένα περιβάλλον σταδιακής ομαλοποίησης των επιτοκίων.
Η στροφή αυτή αποτυπώνεται τόσο στις κινήσεις εξαγορών και συγχωνεύσεων όσο και σε εσωτερικές αναδιαρθρώσεις. Εξαγορές ασφαλιστικών εταιρειών, αναδιάταξη δραστηριοτήτων Private Banking και επανασχεδιασμός του δικτύου λιανικής τραπεζικής βρίσκονται στο επίκεντρο, με στόχο τα καταστήματα να αποκτήσουν πιο έντονο πωλησιακό και συμβουλευτικό ρόλο και λιγότερο συναλλακτικό χαρακτήρα.
Στο μέτωπο των δανείων, οι τράπεζες εκτιμούν ότι το 2026 ο ρυθμός αύξησης των ενήμερων χορηγήσεων θα υπερβεί το 8%, μετά από μια ιδιαίτερα ισχυρή χρονιά το 2025, κατά την οποία η πιστωτική επέκταση ξεπέρασε το 10%, συνυπολογιζόμενης και της χρηματοδότησης για την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού. Η διεύρυνση της δανειακής βάσης, σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση της ανατιμολόγησης των προθεσμιακών καταθέσεων, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους. Υπό την παραδοχή αμετάβλητων επιτοκίων, αναλυτές εκτιμούν ότι τα καθαρά έσοδα από τόκους των τεσσάρων συστημικών τραπεζών θα ενισχυθούν φέτος κατά περίπου 150 εκατ. ευρώ.
Οι απειλές
Καθοριστικό ρόλο, ωστόσο, θα διαδραματίσουν οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μια μείωση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, εφόσον υλοποιηθεί έως τον Μάρτιο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλειες καθαρών εσόδων από τόκους της τάξης των 200 εκατ. ευρώ, αθροιστικά για τις τέσσερεις τράπεζες. Προς το παρόν, η φρασεολογία της Κριστίν Λαγκάρντ και η πορεία πληθωρισμού και βασικών μακροοικονομικών δεικτών δεν δείχνουν ανατροπή του consensus για διατήρηση των επιτοκίων, με το τρίμηνο Euribor να κινείται οριακά πάνω από το 2%.
Παράλληλα, στο προσκήνιο παραμένει ο παράγοντας της πολιτικής αβεβαιότητας, καθώς οι εθνικές εκλογές τοποθετούνται χρονικά έως την Άνοιξη του 2027. Οι τράπεζες ανησυχούν ότι ένα πιο επιφυλακτικό επενδυτικό κλίμα, ιδίως κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, θα μπορούσε να επιβραδύνει τον ρυθμό εκταμιεύσεων. Την ίδια στιγμή, ανοιχτό μέτωπο παραμένει και η ανταπόκριση των δανειοληπτών στις ρυθμίσεις για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο και στα προγράμματα step-up, καθώς χαμηλή συμμετοχή ενδέχεται να αναζωπυρώσει πιέσεις για νέες παρεμβάσεις και να αυξήσει τις ανάγκες εποπτικών κεφαλαίων.
Κέρδη και μερίσματα στο επίκεντρο των roadshows
Με ισχυρή κερδοφορία, υπέρβαση στόχων και καθαρή πιστωτική επέκταση που ξεπέρασε τις αρχικές προβλέψεις, οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στον φετινό κύκλο επαφών με τη διεθνή επενδυτική κοινότητα από τα τέλη Ιανουαρίου, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις ανακοινώσεις των οικονομικών αποτελεσμάτων του 2025, οι οποίες αναμένονται στα τέλη Φεβρουαρίου και τις αρχές Μαρτίου.
Η αρχή γίνεται στις 29 Ιανουαρίου με το roadshow της Πειραιώς Χρηματιστηριακής στο Παρίσι, ενώ ακολουθεί το 22ο Χρηματοοικονομικό Συνέδριο της Morgan Stanley στο Λονδίνο, από τις 17 έως τις 19 Μαρτίου. Εκεί, οι ελληνικές τράπεζες θα επιχειρήσουν ένα ουσιαστικό re-introduction απέναντι σε θεσμικούς επενδυτές, αυτή τη φορά με όρους κανονικότητας και συγκρίσιμους με εκείνους των ευρωπαϊκών ομίλων. Θα έχει προηγηθεί η Capital Market Day της Τράπεζα Πειραιώς στο Λονδίνο, ενώ ο κύκλος των παρουσιάσεων θα συνεχιστεί με το χρηματοοικονομικό συνέδριο της Wood στη Νέα Υόρκη, στα τέλη Μαρτίου.
Το ενδιαφέρον των επενδυτών εστιάζει αφενός στους αναθεωρημένους στόχους των νέων businessplans και αφετέρου στη μερισματική πολιτική που θα ακολουθήσουν οι τράπεζες από το 2026 και μετά. Σε αντίθεση με προηγούμενα έτη, τα αποτελέσματα του 2025 ενσωματώνουν πλέον εξαγορές και κινήσεις επέκτασης, οι οποίες αλλάζουν το προφίλ εσόδων και κερδοφορίας των ομίλων, ενισχύοντας τις προοπτικές για τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τις διοικήσεις, τα νέα επιχειρησιακά σχέδια για την περίοδο έως το 2028 θα περιλαμβάνουν αναβαθμισμένους στόχους σε όλα τα βασικά μεγέθη, με έμφαση στην πιστωτική επέκταση, τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων και τη δημιουργία πρόσθετης αξίας για τους μετόχους. Στρατηγικός στόχος είναι η σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα διανομών, με συνολικές ανταμοιβές που προσεγγίζουν το 70% των καθαρών κερδών.
Ήδη, για τη χρήση του 2025 η Τράπεζα Πειραιώς έχει ανακοινώσει πρόθεση διανομής του 50% των κερδών της, η Eurobank αντίστοιχο ποσοστό, η Εθνική Τράπεζα το 60%, ενώ η Alpha Bank κινείται επίσης στο 50%. Συνολικά, οι διανομές των συστημικών τραπεζών εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν σε επίπεδα άνω των 2,5 δισ. ευρώ, μέσω μερισμάτων και επαναγορών ιδίων μετοχών, έναντι 1,9 δισ. ευρώ το 2024.
Τα νέα businessplans για την τριετία 2026-2028 βασίζονται σε πέντε άξονες: ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης, ανάπτυξη δραστηριοτήτων στον ασφαλιστικό κλάδο, επέκταση στο εξωτερικό, ψηφιακό μετασχηματισμό και διαφοροποίηση εσόδων. Οι τράπεζες εκτιμούν ότι ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης θα κινηθεί στο 8%-10%, ενώ τα καθαρά έσοδα από τόκους θα παραμείνουν σταθερά, καθώς το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να διατηρηθεί κοντά στο 2% για παρατεταμένο διάστημα.
Παράλληλα, το 2026 σηματοδοτεί την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, με τις τράπεζες να προσβλέπουν στη μετάβαση στο νέο χρηματοδοτικό εργαλείο SEFA, το οποίο αναμένεται να στηριχθεί στην τεχνογνωσία του RRF και να κατευθύνει πόρους σε επενδύσεις άμυνας και υποδομών, διαμορφώνοντας έναν νέο κύκλο τραπεζικής χρηματοδότησης.
Γιατί παραμένουν ελκυστικές οι τραπεζικές μετοχές
Παρά τη θετική εικόνα του κλάδου, ωστόσο, μετά το ισχυρό ράλι του 2025 δεν είναι εύκολη η αναζήτηση νέων τοποθετήσεων στις τράπεζες. Εξαίρεση είναι οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες παραμένουν μεταξύ των βασικών επενδυτικών επιλογών. Και αυτό, όπως σημειώνει η Goldman Sachs, διότι οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών παραμένουν από τις φθηνότερες επιλογές στην Ευρώπη.
Διαπραγματεύονται περίπου στις 7-8 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027 και κοντά στη μία φορά τα ενσώματα ίδια κεφάλαια, παρουσιάζοντας αποδόσεις ενσώματων ιδίων κεφαλαίων 13%-15%.
Σε προσαρμοσμένη βάση, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων φθάνει περίπου το 17% για την Τράπεζα Πειραιώς και τη Eurobank, είναι ελαφρώς χαμηλότερη για την Alpha Bank και προσεγγίζει το 20% για την Εθνική Τράπεζα (υποθέτοντας δείκτη CET1 στο 14% για την ΕΤΕ). Η Goldman Sachs λέει ότι η Τράπεζα Πειραιώς ξεχωρίζει κυρίως λόγω των προοπτικών αναβάθμισης των εκτιμήσεων κερδοφορίας, καθώς οι τρέχουσες εκτιμήσεις της αγοράς υπολείπονται κατά περίπου 9% του στόχου για κέρδη ανά μετοχή 1,2 ευρώ το 2027.
Η Εθνική Τράπεζα ξεχωρίζει κυρίως λόγω πλεονάζοντος κεφαλαίου, με τον δείκτη CET1 να ανέρχεται στο 19%, έναντι στόχου 14%.
Η Alpha Bank αποτελεί την καθαρή επιλογή αξίας, διαπραγματευόμενη κάτω από τις 7 φορές τα κέρδη, ενώ διατηρεί και πρόσθετο δυνητικό όφελος λόγω της σχέσης της με τη UniCredit.
Σύμφωνα με την GS, η Τράπεζα Πειραιώς και η Eurobank θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχους εξαγοράς. Σε συζητήσεις του αμερικανικού οίκου με επενδυτές, όπως σημειώνει η Goldman Sachs, έχει αναφερθεί και η πιθανότητα ενδιαφέροντος από την KBC Bank για τη Eurobank, λόγω της παρουσίας της τελευταίας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Η νέα στρατηγική
Η νέα στρατηγική φάση των ελληνικών τραπεζών αρχίζει να αποτυπώνεται ξεκάθαρα στους επενδυτικούς σχεδιασμούς του 2026, με κοινό παρονομαστή τη διεύρυνση των πηγών εσόδων, την ενίσχυση των προμηθειών και το άνοιγμα σε ασφαλιστικές και διεθνείς αγορές. Μετά την εξυγίανση των ισολογισμών και την επιστροφή σε διατηρήσιμη κερδοφορία, οι διοικήσεις στρέφουν πλέον το βάρος στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα, σε ένα περιβάλλον όπου τα επιτόκια σταδιακά αποκλιμακώνονται και τα καθαρά έσοδα από τόκους δεν μπορούν πλέον να αποτελούν τη μοναδική ατμομηχανή ανάπτυξης.
Τον τόνο δίνει η Τράπεζα Πειραιώς, η οποία ανοίγει τον κύκλο των επαφών με τους επενδυτές στο roadshow της Πειραιώς Χρηματιστηριακής στο Παρίσι, στα τέλη Ιανουαρίου. Ωστόσο, το πραγματικό βάρος μεταφέρεται στον Μάρτιο, όταν η τράπεζα θα παρουσιάσει στο Λονδίνο, μαζί με τα αποτελέσματα της χρήσης 2025, το νέο businessplan του Ομίλου μετά την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής. Το σχέδιο, που θα εκτείνεται έως το 2029-2030, εστιάζει στην πλήρη αξιοποίηση της ασφαλιστικής δραστηριότητας και στη μετατροπή της Πειραιώς σε όμιλο με ισχυρό αποτύπωμα στο bancassurance.
Η διοίκηση της τράπεζας εκτιμά ότι η δυναμική από την ενσωμάτωση της Εθνικής Ασφαλιστικής δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί από τις αγορές, καθώς η πλήρης ωρίμαση των συνεργειών τοποθετείται χρονικά την περίοδο 2028-2030. Οι προσδοκίες αποτυπώνονται ήδη στις προβλέψεις για τα κέρδη ανά μετοχή, που αναμένονται στα 0,90 ευρώ το 2026, στο 1 ευρώ το 2027 και στο 1,2 ευρώ το 2028, ενώ τα έσοδα από προμήθειες εκτιμάται ότι θα φθάσουν στο 28% των συνολικών εσόδων ήδη από το 2026. Το 2028 θεωρείται μεταβατικό έτος, με περιθώρια ανοδικών αναθεωρήσεων, καθώς θα έχει ενσωματωθεί τόσο το ασφαλιστικό franchise όσο και το bancassurance στο δίκτυο της τράπεζας.
Διεθνή διάσταση για την Eurobank
Στον ίδιο άξονα, αλλά με εντονότερη διεθνή διάσταση, κινείται η Eurobank, η οποία συγκεντρώνει το επενδυτικό ενδιαφέρον στο διπλό άνοιγμα στις ασφάλειες και στο εξωτερικό. Το 2025 αποτέλεσε έτος-ορόσημο, καθώς ολοκληρώθηκε η εξαγορά του 80% της Eurolife στην Ελλάδα και η νομική συγχώνευση της Eurobank Cyprus με την Ελληνική Τράπεζα στην Κύπρο, μαζί με τη συγχώνευση των ασφαλιστικών τους θυγατρικών. Ήδη έχει υλοποιηθεί το 40% των προβλεπόμενων συνεργειών ύψους 120 εκατ. ευρώ, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η απαιτητική λειτουργική ενοποίηση, με χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσης το τέλος του 2026 ή τις αρχές του 2027.
Η Eurobank έχει θέσει ξεκάθαρα στρατηγικό στόχο την ανάδειξή της σε ηγετικό τραπεζοασφαλιστικό όμιλο. Η εξαγορά της Eurolife αναμένεται να ενισχύσει τα κέρδη ανά μετοχή κατά 5%, να αυξήσει τα έσοδα προμηθειών κατά 12% και να επιβαρύνει τον δείκτη CET1 κατά 120 μονάδες βάσης, με την επίπτωση να περιορίζεται σημαντικά εφόσον επιτευχθεί το καθεστώς Danish Compromise. Παράλληλα, η τράπεζα επιταχύνει το άνοιγμα σε νέες αγορές, πέραν Ελλάδας, Κύπρου και Βουλγαρίας, με ιδιαίτερη σημασία να αποδίδεται στην αναδιοργάνωση του wealthmanagement με επίκεντρο το Λουξεμβούργο και στη δημιουργία γραφείων αντιπροσωπείας σε Ινδία, Άμπου Ντάμπι, Ισραήλ και, σε επόμενη φάση, Σαουδική Αραβία.
Roadshow σε 13 αγορές η Alpha Bank
Τη δική της διεθνή στρατηγική χαράσσει η Alpha Bank, με έμφαση στη συνεργασία με τη UniCredit. Το 2026 προγραμματίζονται roadshows στις δεκατρείς αγορές όπου δραστηριοποιείται η UniCredit, σε μια περίοδο που οι επενδυτές παρακολουθούν στενά την εξέλιξη της μετοχικής σχέσης των δύο τραπεζών, μετά την αύξηση της συμμετοχής της ιταλικής τράπεζας κοντά στο 30%. Η συνεργασία αποτελεί βασικό άξονα του μετασχηματισμού της Alpha Bank, με κοινή δουλειά σε δεκάδες τομείς και με καινοτομίες που θα συνοδεύσουν το rebranding της τράπεζας το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Το 2025 σημαδεύτηκε, επίσης, από σειρά εξαγορών για την Alpha Bank, τόσο στον χρηματοοικονομικό όσο και στον ασφαλιστικό τομέα, με στόχο την ενίσχυση της παρουσίας στην Κύπρο και τη δημιουργία μιας ισχυρής ασφαλιστικής πλατφόρμας. Παράλληλα, στα σχέδια περιλαμβάνεται η αναβάθμιση της δραστηριότητας στο wealthmanagement, με ενίσχυση της παρουσίας στο Λουξεμβούργο.
Στο τέλος του κάδρου βρίσκεται η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, για την οποία οι επενδυτές αναμένουν το 2026 κινήσεις τόσο στον ασφαλιστικό κλάδο όσο και στην κυπριακή αγορά. Η διοίκηση διατηρεί προς το παρόν κλειστά τα χαρτιά της, ωστόσο το ισχυρό κεφαλαιακό προφίλ της τράπεζας, με δείκτη CET1 στο 19% και κεφαλαιακό «μαξιλάρι» περίπου 2 δισ. ευρώ, προσφέρει ευελιξία για στοχευμένες εξαγορές, υψηλότερες διανομές κερδών και επιτάχυνση της οργανικής ανάπτυξης.
Σε κάθε περίπτωση, το 2026 διαμορφώνεται ως έτος μετάβασης για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπου η στρατηγική στροφή προς τις ασφάλειες, το wealthmanagement και τη διεθνή επέκταση αποκτά πλέον σαφή και μετρήσιμα χαρακτηριστικά.

