Eurobank Equities: Ανεβάζει τον πήχη για τα τραπεζικά κέρδη – Οι νέες τιμές-στόχοι
Θετικές προοπτικές για την κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών, παρά τις αβεβαιότητες που δημιουργούν οι πολιτικές εξελίξεις, τα επιτόκια και οι δημοσιονομικές πιέσεις στην Ευρώπη, διαπιστώνει η Eurobank Equities, διατηρώντας σύσταση «Buy» για πέντε τραπεζικές μετοχές και εκτιμώντας περιθώρια ανόδου από 13% έως 34%. Ο οίκος αναβαθμίζει κατά 2%-6% τις προβλέψεις για τα καθαρά κέρδη της περιόδου 2026-2028, επισημαίνοντας ότι η ισχυρή πιστωτική επέκταση, η αύξηση των εσόδων από τόκους και προμήθειες και η βελτίωση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας εξακολουθούν να στηρίζουν τις αποτιμήσεις. Κορυφαία επενδυτική επιλογή παραμένει η Alpha Bank, με τιμή-στόχο τα 5,75 ευρώ.
Στην έκθεση με τίτλο «Greek Banks | Earnings Power Beyond the Noise», η Eurobank Equities διατηρεί σύσταση Buy για την Εθνική Τράπεζα με τιμή-στόχο τα 20,80 ευρώ, την Τράπεζα Πειραιώς με 12,25 ευρώ, την Optima Bank με 16,55 ευρώ και την Τράπεζα Κύπρου με 12,75 ευρώ, ενώ για την Alpha Bank θέτει τον πήχη στα 5,75 ευρώ, χαρακτηρίζοντάς την ως την κορυφαία επιλογή της.

Η ισχυρή δυναμική του δεύτερου τριμήνου δημιουργεί, σύμφωνα με την ανάλυση, ευνοϊκές προϋποθέσεις για το δεύτερο εξάμηνο του 2026, παρά την αναμενόμενη ομαλοποίηση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης. Τα εξυπηρετούμενα δανειακά ανοίγματα αυξήθηκαν κατά περίπου 9%-14% σε ετήσια βάση στις ελληνικές συστημικές τράπεζες, κατά 8% στην Τράπεζα Κύπρου και κατά 37% στην Optima Bank, με τις τράπεζες να έχουν ήδη καλύψει περίπου το 70% των ετήσιων στόχων τους.
Η αύξηση των δανειακών υπολοίπων, οι τοποθετήσεις σε τίτλους και η ανθεκτικότητα των δανειακών περιθωρίων συνέβαλαν στην ενίσχυση των καθαρών εσόδων από τόκους κατά 3%-6% σε τριμηνιαία βάση για τις συστημικές τράπεζες. Παράλληλα, τα υποκείμενα έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 4%-20%, με βασικούς μοχλούς τις τραπεζικές συναλλαγές, τα επενδυτικά προϊόντα, τις χρηματοδοτικές δραστηριότητες και τις ασφαλιστικές εργασίες.
Η Eurobank Equities εκτιμά ότι η ισχυρή βάση εσόδων του δεύτερου τριμήνου θα συνεχίσει να στηρίζει την κερδοφορία κατά το υπόλοιπο του έτους, με το τρίτο τρίμηνο να αναμένεται επίσης θετικό. Για το 2026 προβλέπει απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) μεταξύ 12% και 16,7% για τις συστημικές τράπεζες, 17,6% για την Τράπεζα Κύπρου και 26,6% για την Optima Bank.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πορεία της χρηματοδότησης μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, με τον οίκο να εκτιμά ότι η ελληνική αγορά δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο απότομης υποχώρησης των νέων χορηγήσεων. Η αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών αναμένεται να διαμορφωθεί στο 8,6% το 2026, στο 7,6% το 2027 και στο 7% το 2028, αντανακλώντας σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής δραστηριότητας.
Η Ελλάδα έχει λάβει 11,7 δισ. ευρώ από τα συνολικά 17,7 δισ. ευρώ του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ οι υπογεγραμμένες συμφωνίες αφορούν επενδύσεις ύψους 29,2 δισ. ευρώ. Από αυτές, 13,2 δισ. ευρώ καλύπτονται από δάνεια του Ταμείου, 9,4 δισ. ευρώ από τραπεζική χρηματοδότηση και 6,6 δισ. ευρώ από ίδια κεφάλαια των επενδυτών. Μέχρι τον Μάιο είχαν εκταμιευθεί 6 δισ. ευρώ, με τις εκταμιεύσεις να αναμένεται να συνεχιστούν έως το 2029.
Σύμφωνα με την Eurobank Equities, η άμεση συγχρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης αντιστοιχούσε μόλις στο 10% περίπου των νέων συμβάσεων τραπεζικών δανείων ορισμένης διάρκειας από τον Ιούλιο του 2022 έως τον Φεβρουάριο του 2026. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι η ζήτηση χρηματοδότησης στηρίζεται σε ευρύτερες επενδυτικές ανάγκες, όπως η αντικατάσταση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, η ενέργεια, οι υποδομές, ο εκσυγχρονισμός των επιχειρήσεων και η χρηματοδότηση κεφαλαίου κίνησης.
Παράλληλα, οι δημόσιες επενδύσεις εκτός Ταμείου Ανάκαμψης προβλέπεται να αυξηθούν κατά 12% στα 11 δισ. ευρώ το 2027, αν και η πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 1,2 δισ. ευρώ αντισταθμίζει μόνο εν μέρει τη λήξη δαπανών 7,2 δισ. ευρώ που συνδέονται με το Ταμείο.
Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος εντοπίζεται στον χρόνο υλοποίησης των επενδύσεων. Η Eurobank Equities επισημαίνει ότι ενδεχόμενες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης ή επαναληπτικές εκλογές το 2027 θα μπορούσαν να προκαλέσουν καθυστερήσεις στην εκτέλεση έργων και στις εκταμιεύσεις. Σε εναλλακτικό σενάριο με υστέρηση επενδύσεων κατά 5% κατά το εκλογικό έτος, η ανάπτυξη του ΑΕΠ θα περιοριζόταν κατά περίπου 0,5 ποσοστιαίες μονάδες και η πιστωτική επέκταση κατά 0,36 ποσοστιαίες μονάδες, παραμένοντας ωστόσο θετικές στο 1,4% και στο 7,2%, αντίστοιχα. Το βασικό σενάριο του οίκου δεν ενσωματώνει τέτοιες καθυστερήσεις.
Στο μέτωπο των επιτοκίων, η Eurobank Equities υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να ωφελούνται από την άνοδό τους, αν και σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με την περίοδο εξόδου από τα αρνητικά επιτόκια. Με παραδοχές για επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ στο 2,75% στο τέλος του 2026 και στο 2,50% την περίοδο 2027-2028, μια πρόσθετη αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης θα μπορούσε να ενισχύσει τα κέρδη του 2027 κατά 2,6%-5%.
Αντίστοιχα, αύξηση περίπου 35 μονάδων βάσης θα μπορούσε να αντισταθμίσει συρρίκνωση των δανειακών περιθωρίων κατά 10 μονάδες βάσης. Ο οίκος σημειώνει ότι ακόμη και επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ στο 3,25% έως το τέταρτο τρίμηνο του 2027 θα περιόριζε, αλλά δεν θα ανέτρεπε, τη ζήτηση χρηματοδότησης.
Σημαντικός εξωτερικός παράγοντας αβεβαιότητας παραμένει η δημοσιονομική κατάσταση στη Γαλλία, καθώς οι πιέσεις στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων ενδέχεται να επηρεάσουν το κόστος ιδίων κεφαλαίων και τις τραπεζικές αποτιμήσεις. Η διαφορά αποδόσεων μεταξύ ελληνικών και γερμανικών δεκαετών ομολόγων έχει διευρυνθεί κατά περισσότερες από 25 μονάδες βάσης, φτάνοντας περίπου στις 95 μονάδες βάσης.
Σύμφωνα με την ανάλυση, αύξηση του κόστους ιδίων κεφαλαίων κατά 50 μονάδες βάσης θα μπορούσε να μειώσει τις εύλογες αξίες των τραπεζών κατά 4,4%-7%. Εφόσον, όμως, συνοδευόταν από αντίστοιχη αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων της ΕΚΤ, η θετική επίδραση στην κερδοφορία θα περιόριζε την υπολειπόμενη αρνητική επίπτωση στις αποτιμήσεις σε 0,4%-3%. Κατά συνέπεια, η Eurobank Equities αντιμετωπίζει τον συγκεκριμένο κίνδυνο κυρίως ως παράγοντα πιθανής αναπροσαρμογής των αποτιμήσεων και όχι ως ουσιαστική απειλή για τα τραπεζικά κέρδη.
Παρά το ράλι περίπου 32% από την αρχή του έτους, οι ελληνικές συστημικές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου 9 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027 και 1,46 φορές την ενσώματη λογιστική τους αξία, εμφανίζοντας discount 14% και 12%, αντίστοιχα, έναντι των ιταλικών και ισπανικών τραπεζών.
Η χαμηλότερη προβλεπόμενη προσαρμοσμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων, περίπου 17% έναντι 18,6%, εξηγεί μέρος της διαφοράς. Ωστόσο, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν υψηλότερη αναμενόμενη αύξηση κερδών ανά μετοχή, 11,4% έναντι 9%, καθώς και ισχυρότερη πιστωτική επέκταση, περίπου 8% έναντι 4%. Οι επιδόσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις επαναγορές ιδίων μετοχών, ενισχύουν τις προοπτικές περαιτέρω σύγκλισης των αποτιμήσεων.
Στο επίκεντρο των επενδυτικών επιλογών παραμένει η Alpha Bank, για την οποία η Eurobank Equities διατηρεί σύσταση Buy και τιμή-στόχο τα 5,75 ευρώ. Η μετοχή διαπραγματεύεται με δείκτη P/E 8,2 φορές για το 2027 και δείκτη PEG 0,49 φορές, έναντι 0,82 φορές για τις υπόλοιπες εγχώριες τράπεζες.
Παράλληλα, εμφανίζει discount περίπου 25% στον δείκτη P/TBV έναντι των ελληνικών ανταγωνιστών της, ενώ η μέση ετήσια αύξηση των κερδών ανά μετοχή για την περίοδο 2025-2028 εκτιμάται στο 17%. Η Eurobank Equities θεωρεί ότι η βελτίωση της αποδοτικότητας και η ελκυστική αποτίμηση δημιουργούν περιθώρια περαιτέρω σύγκλισης, με σημαντικό καταλύτη την Ημέρα Επενδυτών της 5ης Νοεμβρίου, κατά την οποία αναμένονται επικαιροποιημένοι στόχοι κερδοφορίας και επιστροφών κεφαλαίου στους μετόχους.
Η Eurobank Equities καταλήγει ότι η ανοδική αναθεώρηση των προβλέψεων για τα κέρδη, η διατήρηση ισχυρών ρυθμών πιστωτικής επέκτασης και οι ελκυστικές σχετικές αποτιμήσεις εξακολουθούν να στηρίζουν τη θετική επενδυτική εικόνα των ελληνικών τραπεζών. Ωστόσο, μετά τη σημαντική άνοδο των μετοχών, η περαιτέρω πορεία τους θα εξαρτηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό από την υλοποίηση των επιχειρησιακών στόχων, την εξέλιξη της κερδοφορίας και τη δυνατότητα διατήρησης των υψηλών αποδόσεων κεφαλαίου.
