ΕΚΤ: Έως και τρεις αυξήσεις επιτοκίων βλέπουν οι μεγάλοι οίκοι – Ενεργειακό σοκ και πληθωρισμός αλλάζουν τα σχέδια
Η νέα ενεργειακή κρίση που πυροδοτεί η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο το σενάριο νέων αυξήσεων επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ανατρέποντας τις προσδοκίες που κυριαρχούσαν μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες για σταδιακή αποκλιμάκωση του κόστους χρήματος στην Ευρωζώνη.
Η 11η Ιουνίου θεωρείται πλέον ημερομηνία-ορόσημο για τις αγορές και τους αναλυτές, καθώς η συνεδρίαση της ΕΚΤ αναμένεται να δώσει το πρώτο σαφές στίγμα για την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής τους επόμενους μήνες.
Βεβαίως, το σκηνικό παραμένει ιδιαίτερα ρευστό. Μια πιθανή συμφωνία αποκλιμάκωσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ή η αποκατάσταση της ομαλής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσαν να περιορίσουν τις ενεργειακές πιέσεις και να μεταβάλουν εκ νέου τις προσδοκίες των αγορών.
Προς το παρόν, ωστόσο, οι μεγαλύτεροι επενδυτικοί οίκοι συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους επαναφέρει σημαντικές πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη, δυσκολεύοντας το έργο της ΕΚΤ.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης θα διαμορφωθεί στο 3,4% το δεύτερο τρίμηνο, ενώ ο δομικός πληθωρισμός αναμένεται να φθάσει έως το 2,7%, επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τις προηγούμενες προβλέψεις. Σύμφωνα με τον αμερικανικό οίκο, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται πλέον στην ενέργεια, αλλά επεκτείνονται στις μεταφορές, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Παράλληλα, η Goldman Sachs διαπιστώνει ότι οι επιχειρήσεις μετακυλίουν με ταχείς ρυθμούς το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, καταγράφοντας το γνωστό φαινόμενο «rocket and feather», όπου οι αυξήσεις τιμών περνούν άμεσα στην αγορά, ενώ η αποκλιμάκωσή τους πραγματοποιείται με πολύ βραδύτερο ρυθμό.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Morgan Stanley, η οποία προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα κινηθεί στο 3,1% το 2026, καθώς η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους επηρεάζει αρνητικά τόσο την κατανάλωση όσο και τη βιομηχανική δραστηριότητα.
Ο αμερικανικός οίκος προειδοποιεί ότι η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σήμερα σε σαφώς πιο ευάλωτη θέση σε σχέση με το 2022. Τα νοικοκυριά διαθέτουν μικρότερα αποθέματα αποταμιεύσεων, τα επιτόκια βρίσκονται ήδη σε υψηλά επίπεδα και οι κυβερνήσεις έχουν περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια για νέα μέτρα στήριξης.
Έως και τρεις αυξήσεις επιτοκίων στο τραπέζι
Η HSBC εμφανίζεται η πιο επιθετική στις προβλέψεις της, καθώς ενσωματώνει πλέον στο βασικό της σενάριο συνολικές αυξήσεις επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, προβλέποντας ουσιαστικά τρεις νέες παρεμβάσεις της ΕΚΤ.
Σύμφωνα με το ίδιο σενάριο, από το 2027 αναμένεται σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων, με επιστροφή τους κοντά στο επίπεδο του 2%.
Η Goldman Sachs θεωρεί πιθανό το ενδεχόμενο δύο αυξήσεων επιτοκίων, μία τον Ιούνιο και μία ακόμη τον Σεπτέμβριο, επισημαίνοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις παύουν πλέον να θεωρούνται προσωρινές ή αποκλειστικά συνδεδεμένες με την ενέργεια.
Αντίστοιχα, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα οδηγήσει το βασικό επιτόκιο στο 2,5%, καθώς η μάχη κατά του πληθωρισμού ενδέχεται να αποδειχθεί πιο επίμονη και μεγαλύτερης διάρκειας από ό,τι ανέμεναν μέχρι πρόσφατα οι αγορές.
Παρόμοια εικόνα καταγράφει και η Citi, οι αναλυτές της οποίας υποστηρίζουν ότι οι επενδυτές έχουν ήδη προεξοφλήσει δύο ακόμη αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ, πιθανότατα τον Ιούνιο και ενδεχομένως τον Ιούλιο.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι προσδοκίες αυτές διατηρούνται παρά τη σχετική αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου. Σύμφωνα με τη Citi, οι αγορές ανησυχούν περισσότερο για τις δευτερογενείς πληθωριστικές επιπτώσεις που προκαλούν οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές και οι διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες παρά για την ίδια την πορεία του Brent.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 11 Ιουνίου αποκτά κρίσιμη σημασία. Εάν η κεντρική τράπεζα υιοθετήσει πιο αυστηρή στάση απέναντι στον πληθωρισμό, οι αγορές θα βρεθούν αντιμέτωπες με έναν νέο κύκλο αύξησης του κόστους χρήματος, ο οποίος θα επηρεάσει τις αποτιμήσεις των μετοχών, τις αγορές ομολόγων, το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και τις προοπτικές ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το μόνο στοιχείο που θα μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα είναι μια ταχεία αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και η επαναφορά της ομαλότητας στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.