Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η Autonomous Research στην έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στον τουριστικό κλάδο, σε μια συγκυρία όπου οι ανησυχίες για τη διαθεσιμότητα καυσίμων αεροσκαφών και οι γεωπολιτικές εξελίξεις ενδέχεται να επηρεάσουν τη ζήτηση για ταξίδια.
Η ανάλυση του οίκου εστιάζει κυρίως στο κατά πόσο ένα ενδεχόμενο σοκ στον τουρισμό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε αύξηση πιστωτικού κινδύνου για τις τράπεζες, εξετάζοντας τα δανειακά τους χαρτοφυλάκια και τη σύνδεσή τους με δραστηριότητες όπως οι αερομεταφορές, τα ξενοδοχεία, η εστίαση και οι υπηρεσίες αναψυχής.
Κεντρικό εύρημα είναι ότι η έκθεση των τραπεζών στον τουρισμό δεν είναι αμελητέα. Αντιθέτως, αντιστοιχεί κατά μέσο όρο περίπου στο 19% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων (CET1), γεγονός που υποδηλώνει ότι ο κλάδος έχει ουσιαστική βαρύτητα στους ισολογισμούς τους. Η προσέγγιση αυτή βασίζεται σε δεδομένα ESG και σε ανάλυση δανείων εντός ισολογισμού, εστιάζοντας σε τομείς που λειτουργούν ως «proxy» για τον τουρισμό.
Μεταξύ των τραπεζών που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη σχετική έκθεση συγκαταλέγονται οι ελληνικές Alpha Bank, Τράπεζα Πειραιώς και Eurobank, καθώς και οι ισπανικές Sabadell και CaixaBank. Η εικόνα αυτή θεωρείται αναμενόμενη, δεδομένου ότι οι οικονομίες Ελλάδας και Ισπανίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό ως βασικό πυλώνα ανάπτυξης.

Ωστόσο, παρά το υψηλό επίπεδο έκθεσης, η ποιότητα των σχετικών δανείων εμφανίζεται ιδιαίτερα ισχυρή. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στους τουριστικούς κλάδους διαμορφώνονται σε μόλις 0,4% κατά μέσο όρο, επίπεδο που υποδηλώνει ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου διατηρούν επαρκή ρευστότητα και εξυπηρετούν κανονικά τις υποχρεώσεις τους.
Η Autonomous υπογραμμίζει ότι για να μετατραπεί ένα σοκ στον τουρισμό σε ουσιαστικό πρόβλημα για τις τράπεζες, θα πρέπει να υπάρξει έντονη και παρατεταμένη πτώση της ζήτησης, σε βαθμό που να επηρεάσει συστηματικά τα έσοδα των επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση την ικανότητά τους να εξυπηρετούν τα δάνειά τους. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες εμφανίζονται πιο ανθεκτικές σε σχέση με άλλους κλάδους, καθώς λειτουργούν κυρίως ως έμμεσοι δέκτες των πιέσεων.
Παράλληλα, ο οίκος επισημαίνει ότι οι τρέχουσες εκτιμήσεις της αγοράς ενσωματώνουν ήδη αυξημένες προσδοκίες για πιστωτική επέκταση και όγκους δανείων, γεγονός που σημαίνει ότι τυχόν επιβράδυνση στον τουρισμό θα μπορούσε να οδηγήσει σε ήπιες καθοδικές αναθεωρήσεις. Ωστόσο, αυτές ενδέχεται να αντισταθμιστούν από ευνοϊκότερες εξελίξεις στο μέτωπο των επιτοκίων.
Σημαντική είναι και η επισήμανση ότι η ανάλυση βασίζεται σε προσεγγιστικά στοιχεία, καθώς δεν υπάρχει σαφής κατηγοριοποίηση «τουρισμού» στους ισολογισμούς των τραπεζών. Για τον λόγο αυτό, χρησιμοποιούνται ως αντιπροσωπευτικοί δείκτες οι κλάδοι των αερομεταφορών και της φιλοξενίας, ενώ δεν αποτυπώνονται πλήρως τα διμερή δάνεια ή η ακριβής συμμετοχή κάθε τράπεζας σε κοινοπρακτικά σχήματα.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες —και ιδιαίτερα αυτές των χωρών με έντονη τουριστική δραστηριότητα— διαθέτουν σημαντική αλλά διαχειρίσιμη έκθεση στον τουρισμό. Το βασικό ρίσκο δεν εντοπίζεται στην τρέχουσα ποιότητα των δανείων, αλλά στο ενδεχόμενο ενός αιφνίδιου και ισχυρού σοκ στη ζήτηση ταξιδιών, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει δυσανάλογα τις συγκεκριμένες τράπεζες λόγω της δομικής εξάρτησης των οικονομιών τους από τον κλάδο.
