Η παγίδα του Ντοναλντ Τραμπ και ο άξονας Πεκίνο – Μόσχας που απειλεί το δολάριο
Πίσω από τις επικοινωνιακές νίκες του Λευκού Οίκου, το αμερικανικό χρέος, η κρίση στην Ταϊβάν και η ενεργειακή συμμαχία διαμορφώνουν ένα πρωτοφανές στασιμοπληθωριστικό σοκ
Το ταξίδι του Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα έλαβε επίσημα τέλος πριν από μερικές μέρες, όμως, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τα σημάδια πίσω από τις κλειστές πόρτες και τις διπλωματικές αβρότητες, οι πραγματικοί εφιάλτες για την Ουάσιγκτον μόλις τώρα ξεκινούν.
Η επικοινωνιακή καμπάνια επιστροφής στις ΗΠΑ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με τον Αμερικανό πρόεδρο να διαφημίζει με κάθε ευκαιρία ότι το Πεκίνο δεσμεύτηκε να αγοράσει αμερικανικά αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στα χαρτιά, η δημιουργία νέων συμβουλίων εμπορίου και επενδύσεων, καθώς και η υπόσχεση για οικονομική συνεργασία μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, φαντάζει ως μια κολοσσιαία επιτυχία.
Η αμερικανική κυβέρνηση, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να μιλά για εξαγωγές τροφίμων ύψους 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την κινεζική αγορά. Όμως, η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τους αριθμούς είναι πολύ πιο σύνθετη και, κυρίως, πολύ πιο επικίνδυνη για τη μακροπρόθεσμη ηγεμονία των ΗΠΑ.

Αυτοί οι εντυπωσιακοί αριθμοί είναι επί της ουσίας ένα κενό γράμμα. Μια συμβολική κίνηση τακτικής από το Πεκίνο, το οποίο εφαρμόζει πλέον ένα εντελώς διαφορετικό μακροπρόθεσμο σχέδιο. Υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος και στρατηγικός λόγος για τον οποίο η αγορά αμερικανικών αγροτικών προϊόντων από την Κίνα μειώνεται δομικά και σταθερά με την πάροδο του χρόνου. Η Κίνα, ως αναδυόμενη παγκόσμια δύναμη, αρνείται πεισματικά να αφήσει την κρίσιμη προσφορά της σε τρόφιμα εκτεθειμένη στον κίνδυνο των αμερικανικών κυρώσεων.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η Ψευδαίσθηση των Εξαγωγών και το Δόγμα της Αυτάρκειας
Για το Πεκίνο, η εξάρτηση από τις ΗΠΑ σε βασικά αγαθά επιβίωσης δεν είναι απλώς ένα οικονομικό μειονέκτημα, αλλά ένας υπαρξιακός κίνδυνος, ειδικά όταν η γεωπολιτική σύγκρουση στο μέλλον μοιάζει αναπόφευκτη. Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής δεν έκρυψε αυτή την πραγματικότητα· αντίθετα, επιβεβαίωσε ότι η κινεζική ηγεσία παραμένει βαθύτατα επιφυλακτική, αν όχι απόλυτα καχύποπτη, απέναντι στις προθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η γεωστρατηγική σκακιέρα δεν συγχωρεί την αφέλεια, και η Κίνα γνωρίζει καλά ότι οι εμπορικές συμφωνίες συχνά χρησιμοποιούνται ως όπλα εκβιασμού. Όταν έρθει η ώρα της κρίσης, ο έλεγχος των αλυσίδων εφοδιασμού τροφίμων μπορεί να αποδειχθεί πιο καταστροφικός από ένα στρατιωτικό χτύπημα. Γι’ αυτό το λόγο, η στρατηγική απαγκίστρωση από την αμερικανική γεωργία είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του δόγματος εθνικής ασφάλειας για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Η αυτονομία θεωρείται η απόλυτη ασπίδα απέναντι σε μελλοντικές πιέσεις.

Το “Αγκάθι” της Ταϊβάν και η Στρατιωτική Υπερεξάπλωση
Μία από τις πιο τεταμένες στιγμές της συνάντησης ήταν η ευθεία, σχεδόν ωμή προειδοποίηση της Κίνας προς τον Τραμπ σχετικά με την Ταϊβάν. Το Πεκίνο κατέστησε σαφές ότι οποιοσδήποτε λανθασμένος χειρισμός σε αυτό το ευαίσθητο ζήτημα θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια εξαιρετικά επικίνδυνη κλιμάκωση. Ακόμα και ο ίδιος ο Τραμπ, παρά τη ρητορική του, δείχνει να αντιλαμβάνεται την απόλυτη κλίμακα της κινεζικής ισχύος στην περιοχή.
Όπως χαρακτηριστικά σχολιάζεται στα διπλωματικά πηγαδάκια, τα γεωγραφικά δεδομένα είναι αμείλικτα: η Κίνα είναι μια κολοσσιαία, ισχυρότατη χώρα και η Ταϊβάν ένα μικρό νησί μόλις 59 μίλια μακριά από τις ακτές της, ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονται 9.500 μίλια μακριά. Αυτή η απόσταση δημιουργεί ένα σχεδόν άλυτο υλικοτεχνικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον σε περίπτωση ανοιχτής σύρραξης.

Υπήρξαν στιγμές κατά τη διάρκεια της επίσκεψης όπου φάνηκε ότι ο Λευκός Οίκος κατανοεί την ανάγκη να μαλακώσει τη στάση του. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι στην ασιατική διπλωματία τα λόγια δεν έχουν απολύτως καμία αξία χωρίς τις αντίστοιχες πράξεις. Και η πιο κραυγαλέα αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής είναι οι συνεχιζόμενες, τεράστιες πωλήσεις οπλικών συστημάτων προς την Ταϊπέι. Πώς μπορεί η Ουάσιγκτον να επικαλείται ειλικρίνεια και επιθυμία για ομαλοποίηση, όταν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική υποστήριξη ρέουν ασταμάτητα προς το νησί;
Εδώ όμως κρύβεται μια τεράστια ειρωνεία. Η Κίνα, παραδόξως, δεν δείχνει να πανικοβάλλεται πλέον από αυτές τις παραδόσεις όπλων. Ο λόγος; Η στρατιωτική βιομηχανία των ΗΠΑ βιώνει μια άνευ προηγουμένου κόπωση. Η εμπλοκή σε πολλαπλά μέτωπα, με κυριότερο το Μεσανατολικό και την κρίση με το Ιράν, έχει εξαντλήσει δραματικά τα αμερικανικά αποθέματα. Πύραυλοι, αναχαιτιστικά συστήματα και πυρομαχικά απαιτούν τεράστιο χρόνο για να αναπληρωθούν. Το αμερικανικό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα είναι απλωμένο υπερβολικά, καθιστώντας τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις προς την Ταϊβάν πρακτικά αναπόφευκτες, ανεξάρτητα από τις πολιτικές υποσχέσεις.
Οι Σπάνιες Γαίες και η Τεχνολογική Υστέρηση της Δύσης
Αν δούμε τη μεγάλη εικόνα, το βαθύτερο ζήτημα για την Κίνα δεν είναι καν η ίδια η Ταϊβάν, αλλά ο συμβολισμός και ο σεβασμός. Το Πεκίνο απαιτεί από την Ουάσιγκτον να σεβαστεί το ευρύτερο πλαίσιο της “Μίας Κίνας” και να σταματήσει να ξεπερνά τις πολιτικές κόκκινες γραμμές. Η Κίνα πιστεύει ότι οι ΗΠΑ πρέπει επιτέλους να δουν τη μεγαλύτερη στρατηγική εικόνα, και το ζήτημα των σπάνιων γαιών αποτελεί την απόλυτη απόδειξη αυτής της μετατόπισης ισχύος και εξάρτησης.
Αμέσως μετά τη σύνοδο κορυφής, ο Τραμπ άρχισε να μιλά για το πώς η Κίνα θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση των ελλείψεων σε σπάνιες γαίες που πλήττουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η δήλωση μαρτυρά την ωμή αλήθεια: οι σπάνιες γαίες αποτελούν πλέον την κορυφαία προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας για την Ουάσιγκτον. Το συγκλονιστικό εδώ δεν είναι ότι οι ΗΠΑ ζητούν απλώς εξευγενισμένα υλικά, όπως το λίθιο ή το σκάνδιο για μαγνήτες. Η Αμερική προσπαθεί απεγνωσμένα να αποκτήσει πρόσβαση στην ίδια την κινεζική τεχνολογία επεξεργασίας, στα συστήματα κατασκευής και στον εξοπλισμό παραγωγής. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα το πόσο δραματικά πίσω έχει μείνει η Δύση στις κρίσιμες υποδομές διύλισης.
Ο Άξονας Πεκίνου-Μόσχας: Το Νέο Ενεργειακό Μεγαθήριο
Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες και τα επικοινωνιακά σόου του Τραμπ, ένα πράγμα καθίσταται απολύτως σαφές: η συνεργασία Κίνας-Ρωσίας όχι μόνο δεν πρόκειται να επιβραδυνθεί, αλλά αντίθετα επιταχύνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Καμία από τις δύο πλευρές δεν εμπιστεύεται πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσα σε αυτή την εβδομάδα, οι Βλαντιμίρ Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να συναντηθούν ξανά για να εμβαθύνουν αυτή τη “χωρίς όρια” εταιρική σχέση.
Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό, σχεδόν ειρωνικό, περιστατικό από την επίσκεψη. Όταν ο Τραμπ ρώτησε τον Σι αν τον πήγαν σε κάποια αποκλειστική, άκρως μυστική τοποθεσία εντός του προεδρικού συγκροτήματος Ζονγκνάνχαϊ (Zhongnanhai), ο Κινέζος ηγέτης του απάντησε ψυχρά ότι αν και πολύ λίγοι άνθρωποι μπαίνουν εκεί, ο ηγέτης που το επισκέπτεται τακτικά είναι ο Πούτιν. Ήταν ένα ισχυρότατο σήμα. Ο Τραμπ ίσως πιστεύει ότι μπορεί να “καθαρίσει” το γεωπολιτικό τοπίο μέσα από το προσωπικό του χάρισμα και την τέχνη της συμφωνίας (art of the deal), αλλά οι δεσμοί Μόσχας-Πεκίνου είναι πλέον δομικοί. Αφορούν ενέργεια, στρατιωτικό συντονισμό, εμπόριο και την παράκαμψη των δυτικών κυρώσεων.
Η πιο κρίσιμη εξέλιξη αυτής της συμμαχίας είναι οι ενεργειακές υποδομές. Ρωσία και Κίνα κατασκευάζουν ένα τεράστιο, πρωτοφανές σύστημα αγωγών. Μιλάμε για ένα έργο που ξεπερνά τα 4.000 χιλιόμετρα, συνδέοντας απευθείας τη Χερσόνησο Γιαμάλ στον ρωσικό Αρκτικό Κύκλο με τα παράλια της Κίνας. Όταν φτάσει σε πλήρη δυναμικότητα, το σύστημα θα μεταφέρει 50 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως. Αυτό το έργο μετατρέπει τις δύο χώρες σε μια ενιαία ενεργειακή υπερδύναμη. Παρέχει στην Κίνα απίστευτη στρατηγική ευελιξία: χαμηλώνει το εγχώριο ενεργειακό κόστος, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της και της επιτρέπει να υποτιμά τις παγκόσμιες δομές τιμολόγησης, “χτυπώντας” ευθέως την αμερικανική αγορά LNG.
Ο Πανικός της Ουάσιγκτον και η Παγίδα του Πετρελαίου
Ενώ αυτή η τεκτονική γεωπολιτική αναδιάρθρωση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, η κατάσταση στην αγορά αμερικανικών ομολόγων εξελίσσεται σε πραγματικό εφιάλτη. Πρόκειται για μια γνήσια παγκόσμια έκτακτη ανάγκη. Σε μια κίνηση που μαρτυρά τον απόλυτο πανικό, οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να παρατείνουν τις εξαιρέσεις γύρω από τις ροές ρωσικής ενέργειας, επειδή οι αγορές τρέμουν στην ιδέα μιας νέας εκτόξευσης των τιμών του πετρελαίου.
Γιατί οι ΗΠΑ “επιβραβεύουν” τη Ρωσία επιμηκύνοντας αυτές τις εξαιρέσεις των κυρώσεων μέχρι τον Μάιο; Διότι, με το ρωσικό πετρέλαιο εκτός αγοράς, το σύστημα θα κατέρρεε. Σήμερα, ολόκληρη η αμερικανική οικονομία κρέμεται από μια κλωστή: τον πληθωρισμό. Αν ο πληθωρισμός βγει εκτός ελέγχου λόγω της πετρελαϊκής κρίσης, οι επιπτώσεις στις αγορές ομολόγων, την καταναλωτική ζήτηση, την εξυπηρέτηση του χρέους και την ανάπτυξη θα είναι ολέθριες. Ακόμη και η αγορά ακινήτων των ΗΠΑ ετοιμάζεται για συντριβή.
Η Morgan Stanley εκδίδει πλέον ζοφερές προειδοποιήσεις, εξετάζοντας σενάρια όπου το πετρέλαιο θα μπορούσε να αγγίξει τα 130 ή και τα 150 δολάρια το βαρέλι. Αυτή τη στιγμή, η τιμή συγκρατείται προσωρινά. Αφενός, η αμερικανική παραγωγή διοχετεύει τεράστιες ποσότητες (σχεδόν 4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως επιπλέον) στην αγορά, όμως η ικανότητα διύλισης αγγίζει τα όριά της. Αφετέρου, η Κίνα έχει μειώσει εν μέρει τις εισαγωγές της. Τι θα συμβεί, όμως, αν το Πεκίνο αποφασίσει να χτίσει επιθετικά τα στρατηγικά του αποθέματα ή να πιέσει εσκεμμένα την αμερικανική οικονομία αν καταρρεύσουν οι διαπραγματεύσεις; Οι αγορές ενέργειας θα εκραγούν.
Ο Εφιάλτης του Στασιμοπληθωρισμού
Βρισκόμαστε επίσημα στο τέλος μιας εποχής. Το παλιό οικονομικό περιβάλλον της εποχής μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση—χαρακτηριζόμενο από χαμηλό πληθωρισμό, χαμηλά επιτόκια και εύκολο χρήμα—είναι οριστικά νεκρό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται πλέον επικίνδυνα σε έδαφος στασιμοπληθωρισμού. Αυτό σημαίνει ότι ο πληθωρισμός παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ενώ η οικονομική ανάπτυξη ταυτόχρονα εξασθενεί.
Σε αυτό το τοξικό περιβάλλον, η Federal Reserve (Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ) βρίσκεται απόλυτα παγιδευμένη. Ενδέχεται να χρειαστεί να διατηρήσει τα επιτόκια υψηλά ή και να τα αυξήσει περαιτέρω, παρότι η πραγματική οικονομία “γονατίζει”. Αυτός είναι ο λόγος που οι δημοπρασίες αμερικανικού χρέους, είτε αφορούν τα 10ετή είτε τα 30ετή ομόλογα, γίνονται εξαιρετικά ασταθείς. Οι επενδυτές “χτυπούν το χέρι στο τραπέζι” ζητώντας υψηλότερες αποδόσεις, διότι ο πληθωρισμός εκμηδενίζει τα κέρδη τους. Μια απόδοση 5% δεν σημαίνει τίποτα αν το κόστος ζωής καλπάζει.
BRICS, Χρυσός και η Σταδιακή Αποδολαριοποίηση
Ενώ το σύστημα του δολαρίου δοκιμάζεται, μια άλλη τεκτονική αλλαγή συντελείται αθόρυβα, κυρίως στις χώρες των BRICS. Η ζήτηση για χρυσό αυξάνεται ραγδαία, και το επόμενο μεγάλο κύμα δεν έχει καν πλήρως αποτιμηθεί. Το πιο ηχηρό καμπανάκι κινδύνου έρχεται από την Ινδία, η οποία προσπαθεί πλέον να περιορίσει τις αγορές χρυσού στο εσωτερικό της. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βρίσκονται σε πανικό βλέποντας την ινδική ρουπία να αποδυναμώνεται βαριά έναντι του δολαρίου.
Όταν οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην αγοραστική δύναμη των νομισμάτων, στρέφονται στα σκληρά περιουσιακά στοιχεία (όπως είδαμε ιστορικά στη Βαϊμάρη). Για την Ινδία, όμως, αυτό είναι επικίνδυνο: καθώς οι Ινδοί εισάγουν χρυσό, που τιμολογείται σε δολάρια, η χώρα “καίει” τα συναλλαγματικά της αποθέματα. Για να φρενάρουν την εκροή, οι ινδικές αρχές αύξησαν τους δασμούς στο 15%. Αν η ρουπία αποδυναμωθεί περαιτέρω ενώ το πετρέλαιο παραμένει ακριβό, το κόστος για καύσιμα, ηλεκτρονικά είδη και καταναλωτικά αγαθά θα εκτοξευθεί.
Ειρωνικά, αυτή ακριβώς η πίεση επιταχύνει την αποδολαριοποίηση. Χώρες όπως η Ινδία κατανοούν πλέον ότι χρειάζονται απεγνωσμένα εναλλακτικές λύσεις: αυξημένο εμπόριο σε τοπικά νομίσματα και συσσώρευση εναλλακτικών αποθεμάτων. Ακολουθούν το εγχειρίδιο της Ρωσίας, η οποία έχει αυξήσει μαζικά τα αποθέματά της σε γιουάν. Η κρίση στο Ιράν απλώς υπενθύμισε στα αναδυόμενα κράτη το πόσο ευάλωτα είναι απέναντι στην ηγεμονία του δολαρίου.
Η Τελική Αναμέτρηση: Πόσο Αντέχει το Σύστημα;
Το πόσο βαθιά θα φτάσει αυτή η πολύπλευρη κρίση εξαρτάται από συγκεκριμένους παράγοντες. Πρώτον, η Ταϊβάν. Ο Τραμπ αντιμετωπίζει τις πωλήσεις όπλων ως ένα “πολύ καλό διαπραγματευτικό χαρτί”. Αν όμως κλιμακώσει την πίεση, το Πεκίνο μπορεί να αντιστρέψει την πορεία, να αρχίσει να αγοράζει επιθετικά πετρέλαιο και να στείλει τις παγκόσμιες τιμές στα ύψη.
Δεύτερον, η μαξιμαλιστική στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ιράν. Ο Λευκός Οίκος ίσως χρειαστεί να αναγνωρίσει ότι ο πόλεμος έχει ήδη αποτύχει στρατηγικά. Το Ιράν διατηρεί τεράστια επιρροή, ειδικά απέναντι στις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου. Ο πραγματικός φόβος είναι αν θα πυροδοτηθεί μια ολοκληρωτική οικονομική κρίση στις ΗΠΑ πριν ο Τραμπ προλάβει να αλλάξει πορεία. Η αγορά ομολόγων πέφτει, ο πληθωρισμός χειροτερεύει και ο παγκόσμιος κατακερματισμός είναι ήδη εδώ. Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι ένα: θα γίνει η ζημιά στο σύστημα του δολαρίου τόσο καταστροφική που ο Τραμπ θα αναγκαστεί τελικά να υψώσει λευκή σημαία;
