Γιατί η ευρωπαϊκή οικονομία χάνει το τρένο της ανάπτυξης απέναντι σε ΗΠΑ και Κίνα
Παρά τον πλούτο και το ανθρώπινο δυναμικό της, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει μια κατακερματισμένη αγορά όπου οι εθνικές νομοθεσίες λειτουργούν ως αόρατα σύνορα, πνίγοντας την καινοτομία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα 27 κράτη-μέλη της, αποτελεί θεωρητικά μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου και φιλοξενεί μερικές από τις πλουσιότερες χώρες του πλανήτη. Ωστόσο, η πραγματικότητα των αριθμών δείχνει μια διαφορετική εικόνα: η Ευρώπη χάνει διαρκώς έδαφος. Τις τελευταίες δεκαετίες, το μερίδιό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί ανησυχητικά. Για τα επόμενα χρόνια, η ανάπτυξή της προβλέπεται ράθυμη σε σύγκριση με άλλες μεγάλες αγορές, ενώ η παραγωγικότητα υπολείπεται όλο και περισσότερο σε σχέση με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τι είναι αυτό που κρατάει πίσω την ευρωπαϊκή οικονομία; Η απάντηση κρύβεται συχνά σε λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς την ετικέτα ενός απλού ρούχου. Μια μακροσκελής ετικέτα που αναγράφει τα υλικά του προϊόντος σε 22 διαφορετικές γλώσσες για να συμμορφώνεται με τους ευρωπαϊκούς κανόνες κλωστοϋφαντουργίας, φέρει το ευρωπαϊκό πιστοποιητικό ασφαλείας, αλλά περιλαμβάνει και ένα λογότυπο ανακύκλωσης που αφορά αποκλειστικά και μόνο τη Γαλλία. Αυτή η ετικέτα αποδεικνύει περίτρανα ότι, παρόλο που η ΕΕ υποτίθεται ότι λειτουργεί ως μία συνεκτική οικονομία, στην πράξη απέχει πολύ από αυτό.
Ο λαβύρινθος της γραφειοκρατίας και τα αόρατα σύνορα
Κάθε χώρα-μέλος της ΕΕ εξακολουθεί να ακολουθεί τους δικούς της κανόνες. Οι οικονομολόγοι ονομάζουν αυτό το φαινόμενο κατακερματισμό. Και πολλοί αναλυτές προειδοποιούν ότι αυτό ακριβώς το φαινόμενο στερεί από την Ευρώπη το μεγαλύτερο οικονομικό της πλεονέκτημα: την ενότητά της. Η Ευρώπη διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό, διαθέτει τις επιχειρήσεις και, αναμφίβολα, διαθέτει τα κεφάλαια για να αναπτυχθεί. Δυσκολεύεται, όμως, δραματικά να τα συνδυάσει όλα αυτά σε ένα κοινό πλαίσιο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εμπόδια στο εσωτερικό της Ευρώπης πληγώνουν την οικονομία περισσότερο από ό,τι οι δασμοί που επιβάλλονται από τρίτες χώρες. Αυτά τα εσωτερικά εμπόδια δυσκολεύουν την κινητικότητα των εργαζομένων, εμποδίζουν τις ευρωπαϊκές εταιρείες να επεκταθούν και, τελικά, ωθούν πολλούς επιχειρηματίες να αναζητήσουν την τύχη τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Σε μια εποχή εμπορικών πολέμων και προστατευτισμού, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να βάζει τρικλοποδιές στον εαυτό της. Όπως επισημαίνουν κορυφαίοι παράγοντες της αγοράς, η επιτυχία μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την κοινή δράση. Μεμονωμένα, τα κράτη-μέλη δεν έχουν καμία ελπίδα να πρωταγωνιστήσουν στο σημερινό παγκόσμιο στερέωμα.
Όταν το πτυχίο σου δεν ισχύει δίπλα
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις μεγάλες πολυεθνικές, αλλά και τους απλούς επαγγελματίες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός Γάλλου αρτοποιού ο οποίος, όταν μετακόμισε στη Βαυαρία, ανακάλυψε ότι η Γερμανία δεν αναγνώριζε τον γαλλικό τίτλο του «αρχιτεχνίτη» (master baker). Για να μπορέσει να εργαστεί και να διδάξει στο αντικείμενό του, αναγκάστηκε να περάσει από την αρχή ολόκληρη τη διαδικασία πιστοποίησης στη Γερμανία.
Δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι εθνικοί κανόνες περιορίζουν το ποιος μπορεί να ασκήσει ορισμένα επαγγέλματα. Από λογιστές και δικηγόρους μέχρι εκπαιδευτικούς και τεχνίτες, τα επαγγελματικά προσόντα που γίνονται δεκτά σε μια χώρα δεν αναγνωρίζονται απαραίτητα στην άλλη. Συνολικά, σχεδόν το ένα τέταρτο των Ευρωπαίων ασκεί ένα επάγγελμα το οποίο δεν θα μπορούσε εύκολα να ασκήσει σε ένα άλλο κράτος-μέλος.
Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αυτός ο κατακερματισμός επιβραδύνει την ευρωπαϊκή οικονομία σε βαθμό που ισοδυναμεί με την επιβολή ενός τεράστιου δασμού της τάξης του 110%. Το γεγονός ότι τα εμπόδια στην ίδια την οικονομία της Ευρώπης την επιβραδύνουν περισσότερο από τους δασμούς ξένων δυνάμεων είναι εντυπωσιακό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα βασίστηκε ακριβώς στην άρση αυτών των εμποδίων.

Από την κοινή αγορά στις προκλήσεις της νέας εποχής
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε πρωτίστως ως ένα οικονομικό σχέδιο. Όταν οι πρώτες χώρες ενώθηκαν μεταπολεμικά, ο στόχος ήταν να διασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι, οι επιχειρήσεις και τα προϊόντα τους θα μπορούσαν να βρουν πρόσβαση σε όλες αυτές τις διαφορετικές αγορές. Το 1957, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα άρχισε να καταρρίπτει δασμούς και ποσοστώσεις. Τη δεκαετία του 1980 ακολούθησε το πιο φιλόδοξο βήμα: η ενιαία αγορά, χτισμένη πάνω σε τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες – την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών, προσώπων και κεφαλαίων.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Ενρίκο Λέτα, πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας και συντάκτης της πρόσφατης έκθεσης για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά. Όταν δημιουργήθηκε η ενιαία αγορά, η Κίνα και η Ινδία δεν αποτελούσαν τους οικονομικούς γίγαντες του σήμερα, ενώ και οι ΗΠΑ ήταν μια λιγότερο ενοποιημένη οικονομία. Σήμερα, η κλίμακα έχει αλλάξει σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά η Ευρώπη παραμένει κατακερματισμένη στα πιο κρίσιμα ζητήματα ανταγωνιστικότητας. Οι άλλες μεγάλες οικονομίες γιγαντώθηκαν, ενώ η ΕΕ εξακολουθεί συχνά να αποτυγχάνει να λειτουργήσει ως μία ενιαία οντότητα.

Ο γολγοθάς των επιχειρήσεων και η εξαγωγή των startups
Η ποικιλομορφία της Ευρώπης –στον πολιτισμό, τη γλώσσα, την παράδοση– είναι αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της. Όμως, πώς διατηρείς 27 διαφορετικά πρότυπα χωρίς να τα αφήσεις να μετατραπούν σε φραγμούς; Για τις επιχειρήσεις που προσπαθούν να πουλήσουν το ίδιο προϊόν σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες, η γραφειοκρατία παραμένει εφιάλτης. Είναι ενδεικτικό ότι το εμπόριο μεταξύ των πολιτειών στις ΗΠΑ είναι σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ. Τα αγαθά κινούνται πολύ πιο εύκολα εντός των ΗΠΑ παρά εντός της θεωρητικά «ενιαίας» ευρωπαϊκής αγοράς.
Μια ισπανική startup που μετατρέπει πλαστικά απορρίμματα από τους ωκεανούς σε έπιπλα και οικοδομικά υλικά, γρήγορα διαπίστωσε ότι αυτό που πωλείται νόμιμα στην Ισπανία, δεν πληροί τις διαφορετικές προδιαγραφές πυρασφάλειας της Γαλλίας ή της Γερμανίας. Πολλαπλασιάστε αυτό το πρόβλημα σε χιλιάδες επιχειρήσεις και 27 χώρες, και το οικονομικό κόστος γίνεται δυσβάσταχτο.
Το αποτέλεσμα είναι η «αιμορραγία» του ταλέντου. Σε επενδυτικά προγράμματα στη βόρεια Ιταλία, συναντά κανείς καινοτόμες startups που λαμβάνουν αρχική χρηματοδότηση με έναν και μόνο σκοπό: να μετεγκατασταθούν στη Silicon Valley. Η Ευρώπη διαθέτει περισσότερες startups σε πρώιμο στάδιο από οποιαδήποτε άλλη περιοχή στον κόσμο. Το πρόβλημα είναι ότι αδυνατεί να τις κρατήσει.
Το τεχνολογικό χάσμα και η λύση της eu inc.
Αυτή η διαρροή ταλέντου βάζει την Ευρώπη σε μειονεκτική θέση, ειδικά στον τομέα της τεχνολογίας, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το χάσμα παραγωγικότητας με τις ΗΠΑ. Από τις 50 μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας στον κόσμο, μόλις τέσσερις προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό, παρότι η ΕΕ έχει μεγαλύτερο πληθυσμό από τις ΗΠΑ και αντίστοιχα επίπεδα εκπαίδευσης. Μια αμερικανική startup χρειάζεται μία στρατηγική πωλήσεων για να προσεγγίσει εκατοντάδες εκατομμύρια καταναλωτές. Στην Ευρώπη, το ίδιο εγχείρημα απαιτεί την πλοήγηση σε ένα χαοτικό μωσαϊκό κανόνων.
Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, η ΕΕ εξετάζει προτάσεις όπως η «EU Inc.», ένα κοινό εταιρικό πλαίσιο που θα επιτρέπει στις νεοφυείς επιχειρήσεις να εγγράφονται και να λειτουργούν σε όλη την Ευρώπη με ένα ενιαίο σύνολο κανόνων. Όμως, ακόμη κι αν η Ευρώπη απλοποιήσει τους εταιρικούς της κανόνες, οι startups θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν ένα άλλο μεγάλο μειονέκτημα: την έλλειψη χρηματοδότησης.
Το παράδοξο του ευρωπαϊκού πλούτου: λεφτά υπάρχουν, αλλά λιμνάζουν
Για κάθε ένα ευρώ χρηματοδότησης που είναι διαθέσιμο σε ευρωπαϊκές startups, αντιστοιχούν περίπου έξι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα περίμενε κανείς ότι αυτό οφείλεται σε έλλειψη πλούτου, αλλά συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: οι Ευρωπαίοι αποταμιεύουν περίπου τρεις φορές περισσότερα χρήματα από τους Αμερικανούς. Το πρόβλημα έγκειται στο τι απογίνονται αυτά τα χρήματα.
Οι Ευρωπαίοι προτιμούν να κρατούν τις αποταμιεύσεις τους ασφαλείς στις τράπεζες παρά να τις επενδύουν σε μετοχές ή νέα, πιο ριψοκίνδυνα εγχειρήματα. Και οι τράπεζες, από τη φύση τους, δεν είναι σχεδιασμένες για να χρηματοδοτούν νεοφυείς επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου. Ακόμη χειρότερα, λόγω του κατακερματισμού των κεφαλαιαγορών, μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού χρήματος καταλήγει να επενδύεται τελικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, η αγορά κεφαλαίων είναι τεράστια και ενιαία. Στην Ευρώπη, οι συνδέσεις μεταξύ αυτών που έχουν τα χρήματα και αυτών που τα χρειάζονται σταματούν συχνά στα εθνικά σύνορα.
Το εμπόδιο των εθνικών συμφερόντων
Η πρωτοβουλία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments Union) στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία μιας πραγματικής ενιαίας αγοράς κεφαλαίων. Η ιδέα είναι απλή: να γίνει η επένδυση σε μια εταιρεία σε άλλη χώρα της ΕΕ το ίδιο εύκολη με την επένδυση στο εσωτερικό της χώρας του επενδυτή.
Ωστόσο, εδώ υπεισέρχεται το πολιτικό κόστος. Κράτη-μέλη όπως το Λουξεμβούργο, το οποίο έχει μετατραπεί σε παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κέντρο χάρη στο ευέλικτο και φιλικό προς τις επιχειρήσεις φορολογικό και ρυθμιστικό του πλαίσιο, διστάζουν να εκχωρήσουν την εποπτεία σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ενιαία ευρωπαϊκή προσέγγιση συχνά συνεπάγεται την απώλεια ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων για ορισμένα κράτη. Παράλληλα, οι εθνικές κυβερνήσεις προτιμούν να διατηρούν τον έλεγχο των κανονισμών –όπως αυτοί της ασφάλειας– ώστε να λογοδοτούν απευθείας στους ψηφοφόρους τους σε περίπτωση προβλημάτων.
Το δίλημμα της ολοκλήρωσης και το στοίχημα του μέλλοντος
Η λύση απέναντι στον ευρωπαϊκό κατακερματισμό περνάει αναπόφευκτα μέσα από δύσκολους συμβιβασμούς. Αυτό που καθιστά την Ευρώπη συνολικά ισχυρότερη, συχνά απαιτεί την εκχώρηση ελέγχου και τη θυσία εθνικών προνομίων. Όπως αποδείχθηκε και με την υιοθέτηση του ευρώ πριν από 25 χρόνια, η εμβάθυνση της ολοκλήρωσης έχει πολιτικό κόστος, αλλά μακροπρόθεσμα θωρακίζει τις οικονομίες.
Σήμερα, 30 και πλέον χρόνια μετά τη θέσπιση της ενιαίας αγοράς, το εγχείρημα μοιάζει ακόμα ημιτελές. Η Ευρώπη διαθέτει όλα τα απαραίτητα συστατικά για να κυριαρχήσει: πληθυσμό, καινοτομία, κεφάλαια. Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας είναι αν θα βρει την πολιτική βούληση να γκρεμίσει τα αόρατα τείχη της, ώστε το οικονομικό της μέγεθος να πάψει να αποτελεί απλώς ένα άθροισμα 27 διαφορετικών κομματιών και να γίνει επιτέλους μια ενιαία, ακαταμάχητη δύναμη. Σε διαφορετική περίπτωση, το χάσμα με τις ΗΠΑ και την Κίνα δεν θα κλείσει ποτέ.

