Η Μοσάντ, ο Νετανιάχου και οι κασέτες με τις καυτές συνομιλίες Κλίντον και Μόνικας Λεβίνσκι – Οι σκιές που ξυπνούν με τα Epstein files

Πώς η υπόθεση Έπσταϊν και τα νέα δικαστικά έγγραφα επαναφέρουν στο προσκήνιο τα παλιά σενάρια για τις κασέτες της Λεβίνσκι, θολώνοντας τη γραμμή ανάμεσα στη συνωμοσιολογία και τη γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η Μοσάντ, ο Νετανιάχου και οι κασέτες με τις καυτές συνομιλίες Κλίντον και Μόνικας Λεβίνσκι – Οι σκιές που ξυπνούν με τα Epstein files

Υπάρχουν ιστορίες που, όταν πρωτοβγαίνουν στον δημόσιο λόγο, μοιάζουν υπερβολικές ακόμη και για τα μέτρα της αμερικανικής πολιτικής. Η ιδέα ότι οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες ηχογραφούσαν τον Μπιλ Κλίντον να κάνει τηλεφωνικό σεξ με τη Μόνικα Λεβίνσκι και ότι χρησιμοποίησαν τις κασέτες ως διαπραγματευτικό χαρτί στην υπόθεση Τζόναθαν Πόλαρντ ανήκε για χρόνια σε αυτή την κατηγορία: μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην κατασκοπική φαντασία, την αντισημιτική συνωμοσιολογία και την πραγματική realpolitik της Μέσης Ανατολής.

σχετικά άρθρα

Σήμερα, μετά την υπόθεση Τζέφρι Έπσταϊν, τις εκατομμύρια σελίδες εγγράφων που αποδεσμεύονται σταδιακά από τα αμερικανικά δικαστήρια και τα πρώτα στοιχεία για πιθανούς δεσμούς του με υπηρεσίες πληροφοριών –μεταξύ αυτών και η Mossad– ορισμένα από αυτά τα παλιά σενάρια ξαναβγαίνουν από το συρτάρι. Όχι γιατί ξαφνικά έγιναν «απόδειξη», αλλά γιατί το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα διαβάζουμε έχει αλλάξει δραματικά: όταν η ίδια η πραγματικότητα μοιάζει με σενάριο του Netflix, οι θεωρίες που κάποτε απορρίπταμε ως ψεκασμένες αποκτούν μια δεύτερη, πιο ψύχραιμη ανάγνωση.

Ο φάκελος Epstein–Mossad: έγγραφα, πληροφοριοδότες και διαψεύσεις

Η υπόθεση Έπσταϊν είναι ήδη κάτι πολύ παραπάνω από ένα κοινό σεξουαλικό σκάνδαλο. Η κλίμακα της υπόθεσης –από το δίκτυο trafficking ανήλικων κοριτσιών μέχρι τον κατάλογο επισκεπτών της «Lolita Express»– έχει καταγραφεί αναλυτικά στα αμερικανικά δικαστικά έγγραφα και στις συμφωνίες αποδοχής ενοχής που υπέγραψαν συνεργάτες και θύματα. Το νέο στοιχείο των τελευταίων μηνών είναι ότι μέσα στο βουνό των «Epstein files» εμφανίζονται πλέον και αναφορές σε πιθανή σύνδεση με υπηρεσίες πληροφοριών, μεταξύ των οποίων ρητά κατονομάζεται και η Mossad.

Σύμφωνα με ανάλυση του Al Jazeera και άλλων μέσων, ένα υπόμνημα του FBI από το γραφείο του Λος Άντζελες με ημερομηνία Οκτώβριο 2020 καταγράφει μαρτυρία εμπιστευτικής πηγής που ισχυρίζεται πως ο Τζέφρι Έπσταϊν «εκπαιδεύτηκε ως κατάσκοπος» και εξελίχθηκε σε «co‑opted Mossad agent». Η ίδια πηγή υποστηρίζει ότι ο πρώην πρωθυπουργός Έχουντ Μπαράκ είχε κεντρικό ρόλο στην ένταξη του Έπσταϊν σε αυτό το δίκτυο και ότι ο γνωστός νομικός Άλαν Ντέρσοβιτς λειτουργούσε ως δίαυλος μεταξύ του Έπσταϊν και της Mossad, μεταφέροντας πληροφορίες μετά από τηλεφωνικές επικοινωνίες τους.

Τα δημοσιεύματα επισημαίνουν ότι η αναφορά αυτή είναι μία μόνο από περίπου 3,5 εκατομμύρια σελίδες εγγράφων και ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει υιοθετήσει τον χαρακτηρισμό «Mossad agent» για τον Έπσταϊν, ωστόσο η ίδια η ύπαρξη του memo έχει πυροδοτήσει νέο κύκλο ερωτημάτων για τον ρόλο του. Παράλληλα, η ισραηλινή πλευρά αντιδρά με κατηγορηματικές διαψεύσεις: πρώην πρωθυπουργοί, όπως ο Ναφτάλι Μπένετ, δηλώνουν «100% βέβαιοι» ότι ο Έπσταϊν δεν είχε καμία σχέση με την Mossad και κάνουν λόγο για «φαντασιώσεις» και «ανακύκλωση αντισημιτικών στερεοτύπων».

Σκληρά δεδομένα και γκρίζες ζώνες

Πέρα από το επίμαχο memo, τα ίδια έγγραφα, σε συνδυασμό με ανοιχτές πηγές, καταγράφουν στενούς δεσμούς του Έπσταϊν με το Ισραήλ: από επιχειρηματικές συνεργασίες και συνεταιρισμούς με εταιρείες που συνδέονται με τον Μπαράκ μέχρι επισκέψεις του πρώην πρωθυπουργού σε ακίνητα του Έπσταϊν στις ΗΠΑ και στο εξωτερικό. Έρευνες μέσων έχουν επίσης χαρτογραφήσει δωρεές του Έπσταϊν σε φιλοϊσραηλινές οργανώσεις και think tanks, καθώς και χρηματοδότηση pro‑settler οργανώσεων που δραστηριοποιούνται υπέρ της κατοχής στη Δυτική Όχθη.

Όλα αυτά συνθέτουν ένα υπόβαθρο σχέσεων που καθιστά τουλάχιστον εύλογη την υπόθεση ότι ο Έπσταϊν μπορούσε να λειτουργήσει ως πολύτιμη πηγή πληροφοριών για το Ισραήλ, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως ότι ήταν οργανικά ενταγμένος στη Mossad. Οι αναφορές του FBI κινούνται σε αυτό ακριβώς το γκρίζο σημείο: μιλούν για «asset» και «co‑opted agent», όχι για μισθοδοτούμενο αξιωματικό πληροφοριών. Εδώ βρίσκεται και η βασική δυσκολία: πώς αξιολογείς μια ιστορία που έχει σκληρά δεδομένα στη βάση της, αλλά στηρίζεται για τις πιο εκρηκτικές λεπτομέρειες σε ανώνυμους πληροφοριοδότες και σε υπηρεσίες που από τη φύση τους δεν μιλούν ούτε για να επιβεβαιώσουν ούτε για να διαψεύσουν.

Από τον Ρόμπερτ Μάξγουελ στον Έπσταϊν: παλιές σκιές πάνω από τη Mossad

Το φόντο αυτής της συζήτησης δεν είναι ουδέτερο. Πολύ πριν τον Έπσταϊν, ο Βρετανός μεγιστάνας των media Ρόμπερτ Μάξγουελ –πατέρας της Γκισλέιν– είχε κατηγορηθεί για στενές σχέσεις με τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες. Μετά τον μυστηριώδη θάνατό του το 1991, πλήθος ρεπορτάζ ανέδειξαν τους δεσμούς του με τη Mossad και άλλες δυτικές υπηρεσίες, ιδίως γύρω από την υπόθεση του λογισμικού PROMIS, το οποίο φέρεται να πουλούσε σε κυβερνήσεις «πακεταρισμένο» με backdoor για τις ισραηλινές αρχές.

Η Γκισλέιν Μάξγουελ βρέθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο πλευρό του Έπσταϊν – όχι μόνο ως σύντροφος αλλά και ως οργανωτικό «μυαλό» του κυκλώματος, όπως κατέθεσαν αρκετές από τις γυναίκες που τον κατηγόρησαν. Αυτή η διαδοχή πατέρα‑κόρης τροφοδοτεί ένα αφήγημα συνέχειας: από τον Μάξγουελ που, σύμφωνα με πολλές έρευνες, συνεργαζόταν με τη Mossad, στον Έπσταϊν που αξιοποιούσε έναν παγκόσμιο κύκλο υψηλών γνωριμιών και ένα δίκτυο βιλών, νησιών και ιδιωτικών αεροσκαφών για να φιλοξενεί πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ενός διεθνούς μηχανισμού σεξουαλικού εκβιασμού με ισραηλινή υπογραφή πατάει πάνω σε υπαρκτά κομμάτια της ιστορίας. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: πόσο από αυτό που βλέπουμε είναι επιβεβαιωμένο γεγονός και πόσο είναι προβολή πάνω σε ένα παζλ που μας λείπουν ακόμη πολλά κομμάτια;

«Gideon’s Spies»: οι κασέτες Κλίντον–Lewinsky μπαίνουν στο παιχνίδι

Το 1999, μέσα στο απόνερο του σκανδάλου Lewinsky, ο Ουαλός δημοσιογράφος Gordon Thomas κυκλοφόρησε από τη St. Martin’s Press το βιβλίο «Gideon’s Spies: The Secret History of the Mossad». Εκεί υποστηρίζει ότι «οκτώ μήνες πριν ο Kenneth Starr μάθει καν το όνομα της Μόνικα Λεβίνσκι, οι Ισραηλινοί διέθεταν περίπου τριάντα ώρες από τις πιο “ιδιαίτερες” τηλεφωνικές συνομιλίες της με τον Μπιλ Κλίντον». Κατά τον Thomas, το Ισραήλ κρατούσε τις κασέτες είτε ως πιθανό όπλο εκβιασμού απέναντι στην Ουάσιγκτον, είτε –ακόμη πιο συγκεκριμένα– για να προστατεύσει έναν υψηλόβαθμο διπλό πράκτορα μέσα στον Λευκό Οίκο, με κωδικό όνομα «Mega».

Ρεπορτάζ της Jewish Telegraphic Agency τον Μάρτιο του 1999 σημείωναν ότι το βιβλίο του Thomas κυκλοφόρησε την ίδια περίοδο με τα απομνημονεύματα της Lewinsky από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, και μετέφεραν τον σκεπτικισμό εβραϊκών οργανώσεων που έκαναν λόγο για «κατασκευασμένο» αφήγημα υποκλοπών και εκβιασμού. Ο οργανισμός Anti‑Defamation League προειδοποιούσε ότι τέτοιες ιστορίες ενισχύουν στερεότυπα περί «παντοδύναμης» Mossad που χειραγωγεί αμερικανούς προέδρους, χωρίς να συνοδεύονται από τεκμηριωμένα στοιχεία.

Αναλυτές όπως ο Daniel Pipes, σε εκτενή κριτική στο «Gideon’s Spies» το 1999, τόνιζαν ότι ο Thomas αποδίδει στη Mossad σχεδόν απίθανες επιχειρήσεις – από τον θάνατο της Νταϊάνα και του Ρόμπερτ Μάξγουελ μέχρι υποτιθέμενη συμμετοχή της σε απόπειρα πραξικοπήματος στη Σοβιετική Ένωση – στοιχείο που, όπως έγραφαν, υπονόμευε την αξιοπιστία και των ισχυρισμών για τις κασέτες Κλίντον–Lewinsky. Λίγο αργότερα, το 2000, οι New York Times, καλύπτοντας μια έρευνα του FBI για ενδεχόμενο «Ισραηλινό κατάσκοπο στον Λευκό Οίκο», σημείωναν ότι οι υποψίες αναθερμάνθηκαν από το βιβλίο του Thomas, αλλά ότι η έρευνα τελικά «δεν βρήκε τίποτα», όπως δήλωσαν ανώνυμοι αξιωματούχοι.

Halper, Clinton Inc. και το παζάρι για τον Πόλαρντ

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το αφήγημα απέκτησε μια πιο πολιτική εκδοχή. Το 2014 ο Daniel Halper, τότε editor στο «Weekly Standard», κυκλοφόρησε το βιβλίο «Clinton Inc.: The Audacious Rebuilding of a Political Machine», όπου επανέφερε το σενάριο των κασετών, συνδέοντάς το με τις διαπραγματεύσεις του Wye River το 1998 για την ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή. Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η ιδέα ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου χρησιμοποίησε εμμέσως τις υποκλοπές ως χαρτί πίεσης για την απελευθέρωση του Ισραηλινού κατασκόπου Jonathan Pollard.

Σύμφωνα με τον Halper, σε μια κατ’ ιδίαν συνομιλία στο Wye, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έσυρε τον Κλίντον στην άκρη για να του ζητήσει την άμεση απονομή χάριτος στον Πόλαρντ· τότε, γράφει ο συγγραφέας, άφησε να εννοηθεί ότι το Ισραήλ είχε υποκλέψει και καταγράψει τις τηλεφωνικές συνομιλίες του προέδρου με τη Lewinsky, χωρίς όμως να προφέρει ποτέ τα ονόματα ή τη λέξη «κασέτες». Ο Halper περιγράφει τον Κλίντον ως «άφωνο» όταν άκουσε την αναφορά και υποστηρίζει –επικαλούμενος πηγή της CIA– ότι μόνο η επίκληση της ύπαρξης των ηχογραφήσεων ήταν αρκετή για να λειτουργήσει ως μοχλός εκβιασμού, ακόμη κι αν οι Ισραηλινοί διαβεβαίωναν πως το υλικό είχε «πεταχτεί».

Στο ίδιο βιβλίο γίνεται αναφορά στα λεγόμενα «Monica Files», εκατοντάδες σελίδες εγγράφων που είχαν συγκεντρώσει οι δικηγόροι της Lewinsky ως άμυνα σε περίπτωση δικαστικής διαμάχης με τον Κλίντον – υλικό στο οποίο ο Halper στηρίζει μέρος των ισχυρισμών του. Εκεί εμφανίζεται και ένα ενδιαφέρον επεισόδιο: η Lewinsky φέρεται να λέει στους ανακριτές του independent counsel ότι ο Κλίντον της είχε εκμυστηρευθεί πως κάποια στιγμή ανησύχησε ότι «ξένη πρεσβεία» ίσως παρακολουθεί τις τηλεφωνικές τους συνομιλίες, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ακόμη και οι ίδιοι «έπαιζαν θέατρο» γνωρίζοντας πως μπορεί να τους υποκλέπτουν.

Καμία από αυτές τις λεπτομέρειες δεν έχει επιβεβαιωθεί από επίσημα πρακτικά, ενώ οι καταγραφές του Wye που έχουν δει το φως της δημοσιότητας επιβεβαιώνουν ότι ο Πόλαρντ τέθηκε στο τραπέζι, όχι όμως ότι παίχτηκαν κασέτες Lewinsky. Ωστόσο, το «Clinton Inc.» έδωσε νέα ζωή στην ιστορία: δεν ήταν πλέον μόνο ένα κατασκοπικό θρίλερ του Thomas, αλλά μια πιθανή εξήγηση για ένα πραγματικό πολιτικό παζάρι σε μια κρίσιμη στιγμή της ειρηνευτικής διαδικασίας.

Δύο παράλληλοι δρόμοι: Lewinsky και Epstein

Αν βάλει κανείς δίπλα δίπλα τις δύο ιστορίες –Lewinsky και Epstein– το κοινό μοτίβο είναι προφανές: σεξ, ισχύς, πιθανή χρήση ενοχοποιητικού υλικού ως εργαλείο πίεσης. Στην υπόθεση Lewinsky έχουμε έναν εν ενεργεία πρόεδρο που παγιδεύεται σε μια σχέση με μια νεαρή ασκούμενη και, κατά τον Thomas και τον Halper, έναν σύμμαχο που ενδεχομένως αξιοποιεί την αδυναμία του για να κερδίσει κάτι στο παρασκήνιο. Στην υπόθεση Epstein, αντίθετα, υπάρχει ένας ιδιώτης δισεκατομμυριούχος με πρόσβαση σε πολιτικούς, επιχειρηματίες, ακαδημαϊκούς και μέλη βασιλικών οικογενειών, ο οποίος αποδεδειγμένα διατηρούσε ένα περιβάλλον όπου οι κάμερες και η καταγραφή ήταν μέρος της καθημερινότητας.

Στον φάκελο Lewinsky, το στοιχείο της Mossad παραμένει μέχρι σήμερα καθαρά βιβλιογραφικό. Δεν υπάρχουν πρακτικά, έγγραφα ή ηχογραφήσεις που να έχουν βγει από αμερικανικά ή ισραηλινά αρχεία· υπάρχουν μόνο οι ισχυρισμοί συγγραφέων και μερικές αποσπασματικές αναφορές σε φόβους του Κλίντον ότι μπορεί να παρακολουθείται από «ξένη πρεσβεία». Στον φάκελο Epstein, αντίθετα, έχουμε σκληρά δεδομένα: καταδίκες, οικονομικές ροές, λίστες πτήσεων, φωτογραφίες και υλικό από τις εφόδους του FBI, καθώς και συγκεκριμένες αναφορές σε σχέσεις με το Ισραήλ.

Αυτός ο συνδυασμός –σκληρά δεδομένα εδώ, περίεργα μοτίβα εκεί– είναι που κάνει σήμερα τις παλιές θεωρίες για τη Lewinsky να μοιάζουν λιγότερο παράλογες απ’ ό,τι το 1999. Όχι επειδή απέκτησαν ξαφνικά αποδείξεις, αλλά επειδή η υπόθεση Epstein απέδειξε ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι πολύ πιο βαθιά διεφθαρμένη από ό,τι φανταζόμασταν και ότι ο σεξουαλικός εκβιασμός δεν είναι σενάριο ταινίας, αλλά εργαλείο που έχει χρησιμοποιηθεί σε πραγματικά δίκτυα εξουσίας.

Μεταξύ έρευνας και συνωμοσιολογίας

Εδώ όμως αρχίζει το δύσκολο κομμάτι. Η γραμμή ανάμεσα στην κριτική έρευνα και την καθαρή συνωμοσιολογία είναι πιο λεπτή από ποτέ. Αφηγήματα που μιλούν για «παγκόσμιο εβραϊκό δίκτυο σεξουαλικού εκβιασμού» πατάνε σε πραγματικές υποθέσεις –τον Μάξγουελ, τον Έπσταϊν, τις καταγγελίες για Mossad– για να αναπαράγουν τα ίδια παλιά αντισημιτικά στερεότυπα περί «πανίσχυρων Εβραίων που ελέγχουν κυβερνήσεις». Η αναφορά σε «Mossad» λειτουργεί συχνά ως κωδικός για κάτι πολύ ευρύτερο και πιο σκοτεινό, που δεν έχει να κάνει με την πραγματική δομή και λειτουργία των μυστικών υπηρεσιών.

Γι’ αυτό, όταν ξαναδιαβάζουμε σήμερα τις ιστορίες για τις κασέτες Κλίντον–Lewinsky ή για τον Έπσταϊν ως «Mossad mastermind», χρειάζεται διπλό φίλτρο. Από τη μία, να αναγνωρίσουμε ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών –αμερικανικές, ισραηλινές, ρωσικές ή άλλες– χρησιμοποιούν εδώ και δεκαετίες τον σεξουαλικό εκβιασμό ως εργαλείο, με τεκμηριωμένα παραδείγματα από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι την ψηφιακή εποχή. Από την άλλη, να είμαστε εξίσου αυστηροί με τις πηγές: ποιος μιλάει, με τι κίνητρα, με ποια τεκμηρίωση, ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο «το έγραψε ένα βιβλίο» και στο «το πιστοποίησε μια επίσημη έρευνα».

Στην υπόθεση Epstein, τα νέα έγγραφα ανοίγουν πολλά ερωτήματα, αλλά δεν τα απαντούν οριστικά. Δεν ξέρουμε αν ο Έπσταϊν δούλευε για τη Mossad, για τις αμερικανικές υπηρεσίες, για κάποια άλλη δύναμη ή για τον εαυτό του, αξιοποιώντας ευκαιριακά τις ανάγκες κρατικών παικτών. Στην υπόθεση Lewinsky, είναι πιθανό ότι οι κασέτες –αν υπήρξαν ποτέ– θα μείνουν για πάντα στο πεδίο της κατασκοπικής λογοτεχνίας.

Τι μένει στο τέλος;

Ίσως η πιο ειλικρινής απάντηση είναι ότι ο φάκελος «Μοσάντ, σεξ και εκβιασμός» θα παραμείνει για πολύ καιρό στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ιστορία και τον μύθο. Μπορεί σε δέκα ή είκοσι χρόνια, με νέες αποχαρακτηρίσεις εγγράφων από τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ, να μάθουμε κάτι παραπάνω για τον ρόλο των υπηρεσιών στην υπόθεση Epstein ή για το αν ο Νετανιάχου χρησιμοποίησε πράγματι ηχογραφήσεις Λεβίνσκι για να πιέσει τον Κλίντον στο Wye River. Μπορεί και όχι.

Αυτό που σίγουρα αλλάζει είναι η ματιά μας. Η γενιά που παρακολούθησε το σκάνδαλο Lewinsky στο CNN το 1998 δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει ότι, είκοσι χρόνια μετά, ένας δισεκατομμυριούχος παιδόφιλος θα βρισκόταν νεκρός στο κελί του, αφήνοντας πίσω του ένα δίκτυο διασυνδέσεων από τον Λευκό Οίκο μέχρι το Τελ Αβίβ και από το Μπάκιγχαμ μέχρι τη Wall Street. Σήμερα, αυτή η πραγματικότητα είναι δεδομένη. Κι έτσι, οι ιστορίες που κάποτε αντιμετωπίζαμε ως γελοιογραφίες της διεθνούς πολιτικής αποκτούν μια νέα, ανησυχητικά ρεαλιστική χροιά.

Το κρίσιμο ερώτημα για τους δημοσιογράφους –και για τους αναγνώστες– είναι αν θα αρκεστούμε στην ανακύκλωση των πιο εντυπωσιακών αφηγημάτων ή αν θα προσπαθήσουμε να χαράξουμε, μέσα από τα θολά νερά των μυστικών υπηρεσιών, μια λεπτή αλλά καθαρή γραμμή μεταξύ επιβεβαιωμένου γεγονότος, εύλογης υπόθεσης και καθαρής φαντασίωσης.